<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Χριστίνα Κόλλια &#8211; Art Point View</title>
	<atom:link href="https://artpointview.gr/tag/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%cf%8c%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%b1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://artpointview.gr</link>
	<description>Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο</description>
	<lastBuildDate>Fri, 12 Nov 2021 12:34:21 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0</generator>

<image>
	<url>https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/06/cropped-198681555_595925154721720_6047423090799556279_n-32x32.png</url>
	<title>Χριστίνα Κόλλια &#8211; Art Point View</title>
	<link>https://artpointview.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
<site xmlns="com-wordpress:feed-additions:1">97489809</site>	<item>
		<title>Γιάννης Ρίτσος: “Το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να δώσουμε”</title>
		<link>https://artpointview.gr/2021/11/12/giannis-ritsos-to-pio-vary-fortio-einai-fos-pou-den-mporoume-dosoume/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[bot]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 12 Nov 2021 12:30:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Προσωπα]]></category>
		<category><![CDATA[Γιάννης Ρίτσος]]></category>
		<category><![CDATA[Χριστίνα Κόλλια]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://artpointview.gr/?p=232145</guid>

					<description><![CDATA[Γιάννης Ρίτσος: “Το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να δώσουμε” Γράφει η Χριστίνα Κόλλια* Αναφορά στο Ρίτσο – «Ποιος νάγραψε με τόσο αδέξια γράμματα τούτη την πινακίδα;» – και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει· «Ο Γιάννης Ρίτσος-ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας».                                                                   ΑΘΗΝΑ, Ιούλιος – Αύγουστος 1942 Ο Γιάννης Ρίτσος, γεννημένος την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά, είναι το τέταρτο και τελευταίο παιδί του μεγαλοκτηματία Λευτέρη Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Μόλις το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα», δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στη «Διάπλαση των Παίδων». Το 1925, χρονιά της οικονομικής]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<header>
<h2 class="entry-title"><strong>Γιάννης Ρίτσος: “Το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να δώσουμε”</strong></h2>
</header>
<header class="node-header"><strong><img fetchpriority="high" decoding="async" class="aligncenter size-full wp-image-232146" src="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/1kif.jpeg" alt="" width="240" height="240" srcset="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/1kif.jpeg 240w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/1kif-150x150.jpeg 150w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/1kif-45x45.jpeg 45w" sizes="(max-width: 240px) 100vw, 240px" /> Γράφει η Χριστίνα Κόλλια*</strong></header>
<header></header>
<header class="node-header"><strong>Αναφορά στο Ρίτσο – «Ποιος νάγραψε με τόσο αδέξια γράμματα τούτη την πινακίδα;» – και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει·</strong></header>
<div class="node-content">
<div class="field field-name-body field-type-text-with-summary field-label-hidden view-mode-full">
<div class="field-items">
<div class="field-item even">
<p><em>«Ο Γιάννης Ρίτσος-ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας».</em></p>
<p><em>                                                                  ΑΘΗΝΑ, Ιούλιος – Αύγουστος 1942</em></p>
<p><img decoding="async" src="https://www.livenews.com.cy/pictures/28102013ritsos.jpg" alt="" /></p>
<p>Ο Γιάννης Ρίτσος, γεννημένος την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά, είναι το τέταρτο και τελευταίο παιδί του μεγαλοκτηματία Λευτέρη Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Μόλις το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα», δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στη «Διάπλαση των Παίδων». Το 1925, χρονιά της οικονομικής καταστροφής της οικογένειάς του, σφραγίζει οριστικά τους ανέμελους καιρούς της Μονεμβασιάς και του Γύθειου. Η «νέα» ζωή είναι γεμάτη από ανατροπές, απώλειες, οικονομική ένδεια, διώξεις κι ακατάπαυστες ζυμώσεις, που χαράσσουν με συνεπή ακρίβεια το μονόδρομο του ανθρώπου που τάχθηκε να γράψει ιστορία. Του ποιητή, με όλη την ευρύτητα της λέξης. <img decoding="async" class="aligncenter size-full wp-image-232148" src="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3.jpeg" alt="" width="1864" height="1061" srcset="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3.jpeg 1864w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3-300x171.jpeg 300w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3-1024x583.jpeg 1024w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3-1536x874.jpeg 1536w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3-150x85.jpeg 150w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3-696x396.jpeg 696w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3-1068x608.jpeg 1068w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/5c3f53aecd3a1849d94405e3-738x420.jpeg 738w" sizes="(max-width: 1864px) 100vw, 1864px" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Στην Αθήνα θα καταφύγει με την αδελφή του Λούλα και  θα εργαστεί ως δακτυλογράφος και ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Η φυματίωση θα τον γυρίσει πίσω στη Μονεμβασιά, το 1926, όπου και αποζητά την «ίαση» γράφοντας, κλεισμένος σ’ ένα πανδοχείο. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στην πρωτεύουσα,  εγγράφεται στη Νομική για να την εγκαταλείψει πολύ σύντομα, λόγω οικονομικών δυσχερειών. Η περιπέτεια της φυματίωσης κυριαρχεί και καθορίζει την τριετία 1927 έως 1930. Στα διαστήματα κατά τα οποία νοσηλεύεται στα σανατόρια έρχεται σε επαφή με διανοούμενους της εποχής, όπως η Μαρία Πολυδούρη. Παράλληλα δημοσιεύει ποιήματα στο «Φιλολογικό Παράρτημα» της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας», συνδέεται με την ΟΚΝΕ και με την Εργατική Λέσχη, της οποίας και αναλαμβάνει το καλλιτεχνικό τμήμα. Παίζει σε θέατρα για λόγους βιοποριστικούς. Συμπαραστάτης του, στην <em>αδιάλλαχτη αποστροφή των μετρίων και το αμετανόητο κυνήγι του Ωραίου και του Απολύτου</em>, η αδελφή του, η «ακριβή» του Λούλα.</p>
<p><strong><em>[…Τα μέτρια ν’ αποφεύγουμε, μ’ αδιάλλαχτην αποστροφή,</em></strong></p>
<p><strong><em>(αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου)</em></strong></p>
<p><strong><em>νάναι μας έπαθλο η πληγή, τι μάταιο γνώση μας σοφή</em></strong></p>
<p><strong><em>-η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου…]</em></strong></p>
<p><em> «Τρακτέρ» 1934</em></p>
<figure id="attachment_232152" aria-describedby="caption-attachment-232152" style="width: 318px" class="wp-caption aligncenter"><img decoding="async" class="size-full wp-image-232152" src="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/33108657._SX318_.jpg" alt="" width="318" height="463" srcset="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/33108657._SX318_.jpg 318w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/33108657._SX318_-206x300.jpg 206w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/33108657._SX318_-150x218.jpg 150w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/33108657._SX318_-300x437.jpg 300w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/33108657._SX318_-288x420.jpg 288w" sizes="(max-width: 318px) 100vw, 318px" /><figcaption id="caption-attachment-232152" class="wp-caption-text">RITSOS-2.TIF</figcaption></figure>
<p>Το 1934, σηματοδοτεί την επίσημη πρεμιέρα της βιβλιογραφίας του Γιάννη Ρίτσου με την ποιητική συλλογή «Τρακτέρ» και  τη δραματική συμμετοχή του στα κοινωνικοπολιτκά προβλήματα μιας ταραγμένης εποχής, ταυτισμένης με το οδοιπορικό του. Γίνεται μέλος του ΚΚΕ, δημοσιεύει στο Ριζοσπάστη τη στήλη «Γράμματα στο Μέτωπο» κι εργάζεται ως διορθωτής κι επιμελητής σε εκδοτικό οίκο. Το 1935, κυκλοφορούν οι «Πυραμίδες». Το 1936, συγκλονισμένος από τα θύματα της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας στη Θεσσαλονίκη, εκδίδει τον «Επιτάφιο».</p>
<p><em> <strong>[…Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,</strong></em></p>
<p><strong><em>πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,</em></strong></p>
<p><strong><em>πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω</em></strong></p>
<p><strong><em>και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα πού πικρά σου λέω;…]</em></strong></p>
<p><em>«Επιτάφιος» 1936</em></p>
<p>Το 1937, ο ποιητής καταθέτει το σπαραγμό του στο «Τραγούδι της Αδελφής μου», όταν η «ακριβή» του Λούλα νοσηλεύεται στο Δαφνί, κι ο Κωστής Παλαμάς δηλώνει: <strong><em>«Παραμερίζουμε Ποιητή για να περάσεις».</em></strong></p>
<p>Η απώλεια -μάνα κι αδελφός θύματα της φυματίωσης, πατέρας και Λούλα στο Δαφνί- σμιλεύει καταλυτικά το ανάστημα ενσυναίσθησης, του Ρίτσου, απέναντι στον πόνο και στη κοινωνική αδικία: <strong><em>«Ό,τι αγάπησα μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλλα».</em></strong></p>
<p><strong><em>[…Αγγίξαμε</em></strong></p>
<p><strong><em>Το μέγα άσκοπο</em></strong></p>
<p><strong><em>Που δε ζητά το σκοπό του…]</em></strong></p>
<p><em>«Εαρινή Συμφωνία» 1938</em></p>
<p>Στη δεκαετία, 1942 – 1952, θα βιώσει τον υπερθετικό της δράσης και της δίωξης. Η υγεία του επιδεινώνεται, όμως, εκείνος θα σταθεί πάνω από τις φυσικές του αντοχές, ως ο άνθρωπος που ατσαλώνεται από την παραδοχή του σκοπού του. Που οφείλει να υπηρετήσει το άσκοπο, το μέγα. Αντίσταση, Δεκεμβριανά, ΕΠΟΝ. Εξορία στη Λήμνο, το Μακρονήσι, την Ικαρία και τον Άη Στράτη. Το 1952 απολύεται μετά από  διαμαρτυρία των Νερούδα, Πικάσο, και άλλων σημαντικών διανοούμενων της εποχής.  Εκλέγεται στη διοικούσα επιτροπή του νεοσύστατου κόμματος της ΕΔΑ.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="aligncenter size-full wp-image-232149" src="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ρίτσος-4.jpeg" alt="" width="1024" height="776" srcset="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ρίτσος-4.jpeg 1024w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ρίτσος-4-300x227.jpeg 300w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ρίτσος-4-150x114.jpeg 150w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ρίτσος-4-696x527.jpeg 696w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ρίτσος-4-554x420.jpeg 554w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ρίτσος-4-80x60.jpeg 80w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" />Η πένα του φλέγεται, καταγγέλλει, επιμένει, μέσα από θεατρικά έργα, δημοσιεύματα, ποιητικές συλλογές. Ο κόσμος γύρω του  βρίσκεται στη δίνη μιας ιστορικής έξαρσης, η οποία πάλλεται στο σφυγμό του ποιητή, ακλόνητα τριαδική,: <strong><em>«Πιστεύω στην ποίηση, τον έρωτα και το θάνατο».</em></strong>.<img decoding="async" src="https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcRFSpc3Ry4KzNYSphXPLry8YBKrZR8y_v4GMcd38kYdilS7U6db" alt="" /><span style="font-family: Verdana, BlinkMacSystemFont, -apple-system, 'Segoe UI', Roboto, Oxygen, Ubuntu, Cantarell, 'Open Sans', 'Helvetica Neue', sans-serif;">Το 1954 παντρεύεται τη Φαλίτσα Γεωργιάδου και το 1955 αποκτά τη μονάκριβη κόρη του, Έρη.</span></p>
<p><strong><em>[…Γιατί δεν είναι κοριτσάκι μου</em></strong></p>
<p><strong><em>Να μάθεις εκείνο που είσαι,</em></strong></p>
<p><strong><em>Εκείνο που έχεις γίνει,</em></strong></p>
<p><strong><em>Είναι να γίνεις</em></strong></p>
<p><strong><em>Ό,τι ζητάει</em></strong></p>
<p><strong><em>Η ευτυχία του κόσμου…]</em></strong></p>
<p><em>«Πρωινό άστρο» 1955</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το 1955, εκδίδεται το έργο του «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο». Το 1956, τιμάται με το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» και το 1957 κυκλοφορούν τα «Μακρονησιώτικα», «Οι γειτονιές του κόσμου». Διώκεται για μια ακόμα φορά, το 1958, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων.</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="aligncenter size-full wp-image-232150" src="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ritsos-giannhs2.jpeg" alt="" width="550" height="330" srcset="https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ritsos-giannhs2.jpeg 550w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ritsos-giannhs2-300x180.jpeg 300w, https://artpointview.gr/wp-content/uploads/2021/11/ritsos-giannhs2-150x90.jpeg 150w" sizes="auto, (max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p><strong><em>[…Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο</em></strong></p>
<p><strong><em>Όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ΄άγρια γένια τους</em></strong></p>
<p><strong><em>Όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους</em></strong></p>
<p><strong><em>Όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα…]</em></strong></p>
<p><em>«Ρωμιοσύνη» 1966</em></p>
<p>Συλλαμβάνεται κι εξορίζεται, 21 Απριλίου 1967. Έργα του μελοποιούνται, μεταφράζονται και κυκλοφορούν στο εξωτερικό. Το αίτημα της απελευθέρωσής του προξενεί έντονες διεθνείς διαμαρτυρίες. Συμμετέχει στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.</p>
<p>Το 1968, προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1975, αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσφικής Σχολής του ΑΠΘ, το 1977 τιμάται με το βραβείο «Βραβείο Ειρήνης Λένιν» και το1987 γίνεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών.</p>
<p>Το έργο του Γιάννη Ρίτσου απαριθμεί πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές, τέσσερα θεατρικά έργα, χρονογραφήματα, πολλές μεταφράσεις και μελέτες κι ένα πλήθος τιμητικών διακρίσεων και βραβεύσεων.</p>
<p>Το 1990, «επιστρέφει» για πάντα, στη Μονεμβασιά.</p>
<p><strong><em>[…Σ’ ετούτα εδώ τα μάρμαρα</em></strong></p>
<p><strong><em>Καμμιά σκουριά δεν πιάνει</em></strong></p>
<p><strong><em>Μηδέ αλυσίδα στου Ρωμηού</em></strong></p>
<p><strong><em>Και στ’ αγεριού το πόδι…]</em></strong></p>
<p><em>«Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» 1973</em></p>
<p>Ο λόγος, του Γιάννη Ρίτσου, ποιητικός και πεζός, αποτυπώνει το όραμα και διεκδικεί το ιδανικό σ’ ένα περιβάλλον καθορισμένο από τις ιστορικές επιταγές της εποχής του. Εισχωρεί στο αίτιο και το αιτιατό της ολιγωρίας των ιδεών: <strong><em>«Το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να δώσουμε».</em></strong> Αρνείται τα πνευματικά μετόπισθεν και την ασφαλή επιτήρηση των γεγονότων. Τη σκουριά και την αλυσίδα. Επιβεβαιώνει με σθένος την υπέρβαση και παρακινεί με θέρμη στην εξελικτική πορεία. Αυτή που θα οδηγήσει στο τέλος «της προ του Ανθρώπου εκατονταετίας».</p>
<p><strong><em>[…Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε αδερφέ μου για να ξεχωρίσουμε απ’ τον κόσμο.</em></strong></p>
<p><strong><em>Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο…]</em></strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong>*Η Χριστίνα Κόλλια είναι συγγραφέας και ποιήτρια.</strong></p>
</div>
</div>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<post-id xmlns="com-wordpress:feed-additions:1">232145</post-id>	</item>
		<item>
		<title>Χριστίνα Κόλλια &#8211; Αφιέρωμα στο Νίκο Καββαδία</title>
		<link>https://artpointview.gr/2015/01/10/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[bot]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 10 Jan 2015 09:30:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αρθρογράφοι]]></category>
		<category><![CDATA[Χριστίνα Κόλλια]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.globalview.gr/?p=8871</guid>

					<description><![CDATA[[…Θεέ μου! Είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών Κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει Θεέ μου! Έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά Αλλά πολύ έχω πλανηθεί κι έχω πολύ αμαρτήσει&#8230;] Από το ποίημα «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου» της συλλογής «Μαραμπού» &#160; Φύση ιδιαίτερη και απ’ αλλού φερμένη όπως κάθε μεγάλος δημιουργός, ο Νίκος Καββαδίας, ή Νίκος Κόλιας κατά την υπογραφή του, αναζήτησε τους χαμένους θησαυρούς του «ταξιδιού» μέσα από τους απρόβλεπτους δρόμους της θάλασσας και της ποίησης. &#160; Γεννημένος, 11 Ιανουαρίου του 1910, στο Nικόλσκι Oυσυρίσκι της Ματζουρίας, από γονείς Κεφαλλονίτικης καταγωγής, συναντήθηκε με τις «φάλτσες πορείες»]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><b>[…Θεέ μου! Είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών</b></p>
<p><b>Κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει</b></p>
<p><b>Θεέ μου! Έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά</b></p>
<p><b>Αλλά πολύ έχω πλανηθεί κι έχω πολύ αμαρτήσει&#8230;]</b></p>
<p>Από το ποίημα «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου» της συλλογής «Μαραμπού»</p>
<p><img decoding="async" src="http://img.pathfinder.gr/clubs/images/10/134410/3.jpg" alt="" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Φύση ιδιαίτερη και απ’ αλλού φερμένη όπως κάθε μεγάλος δημιουργός, ο Νίκος Καββαδίας, ή Νίκος Κόλιας κατά την υπογραφή του, αναζήτησε τους χαμένους θησαυρούς του «ταξιδιού» μέσα από τους απρόβλεπτους δρόμους της θάλασσας και της ποίησης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Γεννημένος, 11 Ιανουαρίου του 1910, στο Nικόλσκι Oυσυρίσκι της Ματζουρίας, από γονείς Κεφαλλονίτικης καταγωγής, συναντήθηκε με τις «φάλτσες πορείες» του βίου, μόλις επτά ετών, όταν με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η πλούσια οικογένειά του καταρρέει οικονομικά κι επιστρέφει στην Ελλάδα.   Στα σχολεία του Πειραιά, όπου και ολοκλήρωσε την εγκύκλια εκπαίδευσή του, θα καθίσει στα ίδια θρανία με τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη και θα γνωριστεί με τον συγγραφέα Παύλο Νιρβάνα. Στα δεκαεπτά του δημοσιεύει τα πρώτο του ποίημα στην πειραϊκή εφημερίδα «Σημαία», με το ψευδώνυμο «Πέτρος Βαλχάλας», συνεχίζοντας τις δημοσιεύεις σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, όπως το περιοδικό  της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><b>[…Η μόνη μου παράκληση όμως θάτανε</b></p>
<p><b>Τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε</b></p>
<p><b>Κι όπως εγώ για έν’αδελφό εδεήθηκα</b></p>
<p><b>Για έναν τρελό εσείς προσευχηθείτε&#8230;.]</b></p>
<p>Από το ποίημα «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» της συλλογής «Μαραμπού»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Επιχειρεί να σπουδάσει στην Ιατρική Σχολή Αθηνών για να καταλήξει, σύντομα, υπάλληλος σε ναυτιλιακό γραφείο εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών. Το 1929, μετά το θάνατο του πατέρα του, κάνει το πρώτο του μπάρκο. Ταξιδεύει ως ναυτόπαις, στις θάλασσες του κόσμου και του «είναι» του, αποτυπώνοντας τις εξερευνήσεις του στη γραφή του, την τόσο βιωματική και ιδιότυπη. Εμφατικός στις υπερβάσεις και τις κατά συνθήκη αλήθειες, ψυχογραφεί την ανθρώπινη ανάγκη για ζωή κι επιβίωση ακροβατώντας από την ευαισθησία στον υπερθετικό ρεαλισμό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><b>[…Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.</b></p>
<p><b>Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.</b></p>
<p><b>Το χέρι σου που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου</b></p>
<p><b>Για μια στιγμή αν με λύγισε, τώρα δεν με ορίζει&#8230;]</b></p>
<p>Από το ποίημα «Γυναίκα»<b> </b>της συλλογής «Τραβέρσο»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το 1932 δημοσιεύει σε συνέχειες, στο Πειραϊκόν Βήμα, το αφήγημα «Η απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο», μέχρι και την αναστολή της κυκλοφορίας της εφημερίδας. Το 1933 εκδίδει την ποιητική συλλογή «Μαραμπού» ανατρέποντας τις μέχρι τότε ισχυρές επιρροές του Κώστα Καρυωτάκη στη λογοτεχνική κοινότητα. Ο πνευματικός κόσμος αιφνιδιάζεται και σύντομα αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Νίκου Καββαδία τη νέα ποιητική εποχή, ενώ εκείνος συνεχίζει να ταξιδεύει, από το πόστο του ασυρματιστή, στα ανοιχτά πέλαγα και τις ρίμες.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Μετά τον πόλεμο της Αλβανίας, στον οποίο συμμετείχε, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και την περίοδο 1945-1946 διετέλεσε επικεφαλής των Ποιητών-Λογοτεχνών του ΕΑΜ. Με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου κι έχοντας χαρακτηριστεί από τις αρχές «κομμουνιστής άνευ δράσεως» μπαρκάρει ξανά με διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος και ειδική άδεια. Το 1947 γράφει την ποιητική συλλογή «Πούσι».  Από το 1954, όπου και έγραψε το πεζό  «Βάρδυα», μέχρι και το 1974, συνεχίζει να ερωτεύεται μέσα από τα μπάρκα του «τα μακρισμένα ταξίδια και τους γαλάζιους πόντους», κάνοντας μόνο μικρά διαλείμματα. Το 1959 η «Βάρδυα» εκδίδεται στα γαλλικά. Το 1968 επισκέπτεαι την πατρίδα του Κεφαλλονιά μετά από πολλά χρόνια απουσίας και γράφει το πεζό «Λι». Στη διάρκεια της δικτατορίας συμμετέχει σε αντιστασιακές οργανώσεις και το 1972 γράφει το ποίημα «Γκουεβάρα».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><b> <img decoding="async" src="http://ydronaftes.gr/userFiles/image/Diveradio/kavvadias/%CE%9A%CE%91%CE%92%CE%92%CE%91%CE%94%CE%99%CE%91%CE%A370099_1.jpg" alt="" /></b></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><b>[…Θα κοινωνήσω με νερό θαλασσινό</b></p>
<p><b>Στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου</b></p>
<p><b>Με τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό</b></p>
<p><b>Που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν&#8230;]</b></p>
<p>Από το ποίημα “Fata Morgana”</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Ο έρωτας, η καθημερινότητα, η πραγμάτωση των ιδεών, ήταν για τον Καββαδία ομοούσια της μυσταγωγίας των απρόβλεπτων ωκεανών, εκεί όπου η αγωνία της ύπαρξης αποκαλύπτεται γυμνή, άλλοτε μεταμφιεσμένη σε Σειρήνα κι άλλοτε σε Κίρκη, για να αναμετρηθεί δίχως όρους με την απειλή των κυμάτων -ορατών και αοράτων-  και την πλάνα αχλή των εξωτικών τοπίων. Λυμένοι κάβοι, καπνισμένες τσιμινιέρες, μεταλαβιές θαλασσινού νερού, «ιερές» γυναίκες των λιμανιών, άξιοι και ανάξιοι «εραστές», αποζητούν από τον Νίκο Καββαδία τα ποιητικά τους άμφια και ένα<b> <i>«τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό»</i></b> την πειρατεία της ζωής να προσκυνήσουν.  Κι εκείνος τους τα πρόσφερε με αφοσίωση και γενναιοδωρία μέχρι το τελευταίο του μπάρκο.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img decoding="async" src="http://4.bp.blogspot.com/_ZQsPkmVNCas/TSzRfO7rfzI/AAAAAAAABBE/xBUbgL0tu70/s1600/%25CE%25BA%25CE%25B1%25CE%25B2%25CE%25B2%25CE%25B1%25CE%25B4%25CE%25AF%25CE%25B1%25CF%2582.jpg" alt="" /></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><b>                                                                                                                                                          </b></p>
<p><b> […Έβραζε το κύμα του Γαρμπή.</b></p>
<p><b>Ήμαστε κι οι δυό σκυφτοί στο χάρτη.</b></p>
<p><b>Γύρισες και μούπες πως το Μάρτη</b></p>
<p><b>Σ’ άλλους παραλλήλους θα’ χεις μπει&#8230;]</b></p>
<p>Από το ποίημα «Ο Σταυρός του Νότου»</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Το 1975 αναχώρησε για τις άλλες «παραλλήλους» από μια κλινική της Αθήνας. Δυο μήνες μετά εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή «Τραβέρσο». Το πεζό, «Του πολέμου/στ’ άλογό μου», κυκλοφόρησε το 1987.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Τα μελοποιημένα και χιλιοτραγουδισμένα ποιήματά του, καθώς και η πλούσια βιβλιογραφία για το έργο του, διαπερνούν τη γραμμή των μετρήσιμων θεατών οριζόντων, ματαιώνουν τους φόβους του ίδιου, του Καββαδία, καθιερώνοντάς τον επάξια, πολίτη του άχρονου χρόνου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><b>[…Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής</b></p>
<p><b>Των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων</b></p>
<p><b>Και θα πεθάνω μια βραδυά σαν όλες τις βραδυές</b></p>
<p><b>Χωρίς να σκίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων…]</b></p>
<p>Από το ποίημα “Mal du depart”</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>* Η Χριστίνα Κόλλια είναι συγγραφέας, ποιήτρια, υπεύθυνη Δημιουργικής Γραφής για παιδιά στο Μουσείο Ηρακλειδών</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<post-id xmlns="com-wordpress:feed-additions:1">8871</post-id>	</item>
		<item>
		<title>Χριστίνα Κόλλια &#8211; Κώστας Βάρναλης, μνήμη</title>
		<link>https://artpointview.gr/2014/12/16/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[bot]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 16 Dec 2014 19:09:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αρθρογράφοι]]></category>
		<category><![CDATA[Χριστίνα Κόλλια]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.globalview.gr/?p=6487</guid>

					<description><![CDATA[«…εξόν από τη συναισθηματική ευαισθησία, εξόν από την ικανότητα του να καταλαβαίνει κανείς την πραγματικότητα, χρειάζεται και χαρακτήρας…"]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div id="content">
<div class="region region-content">
<div id="block-system-main" class="block block-system no-title odd first last block-count-3 block-region-content block-main">
<article id="node-1190" class="node node-article node-promoted article odd node-lang-el node-full ia-c clearfix">
<div class="node-inner">
<header class="node-header"></header>
<div class="node-content">
<div class="field field-name-body field-type-text-with-summary field-label-hidden view-mode-full">
<div class="field-items">
<div class="field-item even">
<div id="yass_top_edge">«…εξόν από τη συναισθηματική ευαισθησία, εξόν από την ικανότητα του να καταλαβαίνει κανείς την πραγματικότητα, χρειάζεται και χαρακτήρας…&#8221;</div>
<p><img decoding="async" src="http://database.emthrace.org/assets/kostas_varnalis.jpg" alt="" /></p>
<p><strong>[… </strong><strong>Ένα μεγάλο σπίτι είναι όλη η Σφαίρα</strong></p>
<p><strong>Κι είναι όλοι αδέρφια, θεοί και κυβερνήτες</strong></p>
<p><strong>Και κει το πνεύμα των ανθρώπων,</strong></p>
<p><strong>η Αλήθεια, η αρετή, το ωραίο,</strong></p>
<p><strong>είναι ολωνών χαρά κι έργο ολωνώνε&#8230;]</strong></p>
<p>από την ποιητική συλλογή «Το Φως που καίει»</p>
<p>Ο Κώστας Βάρναλης δανείστηκε το επώνυμό του από τη Βάρνα της Βουλγαρίας, τόπο καταγωγής του πατέρα του, Γιαννάκου Μπουμπούς. Ο ίδιος γεννήθηκε στο Μπουργκάς, 14 Φεβρουαρίου του 1884. Τα παιδικά κι εφηβικά του χρόνια τα έζησε στα Ζαφείρια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης. Ερχόμενος στην Αθήνα για Φιλολογικές σπουδές εμπλέκεται στη διαμάχη του Γλωσσικού Ζητήματος και υποστηρίζει τους Δημοτικιστές, εκκίνηση ενός μαραθώνιου κατά τον οποίο ο αγωνιστής και πνευματικός άνθρωπος, Κώστας Βάρναλης, κατέθεσε το προσωπικό του ανεξίτηλο στίγμα σε μια κοινωνία αναντίρρητων αδυναμιών αλλά και ενεργών οραμάτων.</p>
<p align="center"><strong>[…</strong><strong>Η</strong><strong> ποίηση του Βάρναλη, δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε από την αρχή μπαρούτι· κατέβηκε δηλαδή στο στίβο χωρίς πάρα πολλά <em>γυμνάσματα και δοκμές</em> και περιπλανήσεις στους <em>λειμώνες των ασφόδελων</em>. Μ</strong><strong>᾿</strong><strong>άλλα λόγια, χωρίς αυτές τις πεισιθάνατες κραυγές που </strong><strong>έ</strong><strong>βγαζαν όλοι οι λυρικοί του καιρού του. </strong><strong>Ό</strong><strong>χι. Η ποίηση τού Βάρναλη ήταν από την αρχή αρσενική, λάσια, μια βολίδα πούπεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού…]</strong></p>
<p align="center">Μενέλαος Λουντέμης για τον Κώστα Βάρναλη</p>
<p align="center"><img decoding="async" src="https://encrypted-tbn3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTa-Wl_GANqzTlZx_yCHWD6Zn4wuLYXwMATyMVY6HnpSKVeLCV5" alt="" /></p>
<p>Εμφανίζεται στη λογοτεχνία, το 1904, δημοσιεύοντας ποιήματά του στο περιοδικά «Νοόμα» και «Ηγησώ». Η πρώτη ποιητική του συλλογή, «Κηρήθρες» δημοσιεύεται το 1905 κι ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης προλογίζει γράφοντας για τον Βάρναλη: <em>«Ο νέος, τον οποίον παρουσιάζω, ημπορώ να το πω με μεγάλη μου χαρά ότι είναι αληθινός ποιητής»</em>. Ο ίδιος ο Βάρναλης, κάποια χρόνια αργότερα, αποκήρυξε αυτά τα ποιήματα χαρακτηρίζοντάς τα άκρως γλυκερά.</p>
<p>Το 1909, πρωτοδιορίζεται δάσκαλος στην Αμαλιάδα. Στους βαλκανικούς πολέμους επιστρατεύεται και γράφει: <em>«Το Σεπτέμβριο του 1912 η ελληνική ζωή τραντάχτηκε από τα θεμέλιά της. Η ζωή της καθημερινής ρουτίνας με τις μικρομιζέριές της, με το πολιτικό κουτσομπολιό των εφημερίδων και της Βουλής, με το γλωσσικό και το σταφιδικό ζήτημα τινάχτηκε απάνω σοβαρή κι επίσημη και πήρε ορμές και πόζες ηρωικές. Η Ψωροκώσταινα πέταξε τα κουρέλια της και την ασκήμια των πρώιμων γηρατειών της και μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε πολεμόχαρη Αθηνά νέα κι ωραία και&#8230; σοφή&#8230; </em><em>Γενική επιστράτεψη ενάντια στους &#8220;προαιώνιους&#8221; εχθρούς».</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center"><strong>[…Γανιάσατε, δασκάλοι, να ξεμάθω<br />
να &#8216;μαι εγώ, να στοχάζομαι, να θέλω &#8211;<br />
ψέματα όλο ν&#8217; ακούω, να λέω, να πράττω,<br />
για ψέματα να ζω και να πεθαίνω…]</strong></p>
<p align="center">Εθνική Παιδεία</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Η λήξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου και η έκρηξη της Οκτωβριανής επανάστασης βρίσκει τον Βάρναλη, στο Παρίσι, με υποτροφία σπουδών. Ενώνει τη φωνή του με την παγκόσμια κραυγή για ένα πιο δίκαιο κόσμο και στρατεύει εαυτόν δρώντας και γράφοντας με εμφανή την κοινωνικοπολιτική του μεταστροφή. Η ποιητική συλλογή «Το Φως που καίει», η οποία προξένησε έντονες συζητήσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους, εκδίδεται στην Αλεξάνδρεια το 1922 και την υπογράφει με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. « Το Φως που καίει, ήτανε για την Ελλάδα η πρώτη επαναστατική κραυγή ενάντια στο τεράστιο έγκλημα του παγκόσμιου μακελειού», θα πει ο ίδιος ο Βάρναλης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Την ίδια χρονική περίοδο δημοσιεύει τους «Μοιραίους» στο περιοδικό «Νεολαία» και τη «Λευτεριά» στο περιοδικό «Μούσα» απαντώντας στους «Λύκους» του Κ. Παλαμά. Ακολουθεί η συλλογή αφηγημάτων «Ο λαός των μουνούχων» (1923), το δοκίμιο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925), «Οι σκλάβοι πολιορκημένοι» (1927), «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1931). Το 1924 τον βρίσκει να διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Χάνει τη θέση του με αφορμή ένα απόσπασμα από «Το φως που καίει», το οποίο δημοσίευσε η εφημερίδα «Εστία», και στρέφεται στη δημοσιογραφία φεύγοντας για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της εφημερίδας «Πρόοδος».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center"><img decoding="async" src="http://static.pblogs.gr/f/195051-taverna55.jpg" alt="" /></p>
<p align="center"><strong>[…Γι&#8217; αυτά που δίδαξα θα έπρεπε να με κάνετε χρυσόνε και να με προσκυνήσετε. Γι&#8217; αυτά που θα &#8216;κανα αν εζούσα θα έπρεπε, με το δίκιο σας, όχι να με σκοτώσετε μονάχα, μα να με κοπανίσετε ζωντανό μέσα στο γουδί, όπως ο τύραννος Νέαρχος θα κοπανίσει το Ζήνωνα τον Ελεάτη…]</strong></p>
<p align="center">Η αληθινή απολογία του Σωκράτη</p>
<p>Το 1935 συμμετέχει με τον Γληνό στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα. Στη συνέχεια εξορίζεται στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων. «Οι δικτάτορες», ένας κόλαφος στο φασισμό του Μουσολίνι, δημοσιεύονται σε επιφυλλίδες το 1941 κι εκδίδονται σε βιβλίο το 1956. Την ίδια χρονιά τιμάται από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών για την πενηντάχρονη προσφορά του στη λογοτεχνία. Το 1959 του απονέμεται το βραβείο ειρήνης «Λένιν». Το 1965 εκδίδεται η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ελεύθερος κόσμος» και το 1972 το θεατρικό έργο «Άτταλος ο Γ΄». Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες, όπως στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Το 1974 αποστρατεύεται από τα εγκόσμια. Το 1975 εκδίδεται, ως φόρος τιμής στο έργο του, η ποιητική συλλογή «Οργή λαού».</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center"><strong>[…Στον Ταρσανά, που είναι κι η μοναδική πλατεία του νησιού, ανάμεσα στο καφενείο του Μπαρμπα-Θύμιου και στο λόφο του Μπούμπουνα, τα συρμένα καΐκια, μικρά και μεγάλα, μήνες ακίνητα και ναρκωμένα, ανασταίνονται και βάζουνε τα χρυσά τους. Κάτω από την απάνεμη και προσηλιακή κοιλιά τους οι κότες και τα κοκόρια κοιμούνται χωμένα μέσα στον άμμο με φουσκωμένα τα φτερά, για να στεγνώσουνε. Κι από τα ξάρτια ενός βενζινόπλοιου, που ίσως ποτές του δεν θα ξαναβουτήξει στο νερό, ένα αεροκρεμασμένο σωσίβιο παίρνει σήμερα τη σημασία χαρούμενου συμβόλου. Μα ποιος πρώτα να σωθεί μ’ αυτό! Όλοι! …] </strong></p>
<p align="center">Άη Στράτης και… σοσιαλιστικός ρεαλισμός (Νεκρικός διάλογος)</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Λογοτέχνης, φιλόλογος με σπουδαίο μεταφραστικό έργο, μελετητής της φιλοσοφικής εξέλιξης, στοχαστής κι επαναστάτης, ο Βάρναλης, έδωσε την ορμητική διάσταση στον αγώνα για τη διεκδίκηση του καλύτερου κόσμου. Όρθωσε το ανάστημα του λαϊκού αισθήματος χωρίς να κάνει εκπτώσεις στον καταγγελτικό του λόγο. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από μια σύνθεση ρεαλιστικού λυρισμού, οξύτητα και διονυσιακή σάτιρα. Η προσωπική του ζωή τηρεί τον «λόγο τιμής» των γραπτών του. Ο κυρ-Κώστας έγινε ο Δάσκαλος, ο Οδηγητής των ταπεινών και των αδικημένων και ταυτόχρονα χάραξε το δρόμο σε μια νέα γενιά λογοτεχνών, η οποία συστρατεύθηκε ενάντια στην κοινωνική ανισότητα και την ένδεια.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center"><strong>[…Ποιητή, σ&#8217; είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ&#8217; είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ&#8217; αυτί, για ν&#8217; αφουγκράζεσαι πίσω απ&#8217; τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μας έδειξες</strong><strong>!&#8230;]</strong></p>
<p align="center">Γιάννης Ρίτσος για τον Κ. Βάρναλη</p>
<p>*Η Χριστίνα Κόλλια είναι συγγραφέας, ποιήτρια, υπεύθυνη της δημιουργικής γραφής για παιδιά στο Μουσείο Ηρακλειδών.</p>
</div>
</div>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<post-id xmlns="com-wordpress:feed-additions:1">6487</post-id>	</item>
	</channel>
</rss>
