Της Δήμητρας Καδδά – Διαφορετική αφετηρία, αλλά και αποκλίνουσες πορείες προς την… έξοδο είχαν στη διαδρομή τους οι χώρες του Μνημονίου, όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία των κοινοτικών οργάνων και από πλειάδα μελετών για το θέμα. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος είχαν πιο πολλές διαφορές από ό,τι το «κοινό» τους σημείο, δηλαδή την είσοδό τους σε Μνημόνιο.

Η Ελλάδα έλαβε το πιο μεγάλο πακέτο μέτρων, έτυχε και της μεγαλύτερης αναδιάρθρωσης δανείων. Έλαβε, όμως, και τα πιο πολλά δημοσιονομικά μέτρα, υπερδιπλάσια από αυτά κάθε άλλου κράτους.

Η αιτία της «αδικίας», σύμφωνα με οικονομολόγους και στελέχη εντός και εκτός Ελλάδας που ερωτήθηκαν, συνδέεται μεν με το λάθος «μείγμα» μέτρων στο ξεκίνημα του προγράμματος (πολλές διαδοχικές αυξήσεις φόρων που και δεν απέδωσαν και πλήγμα έφεραν στην αγορά), αλλά και με άλλες «ιδιαιτερότητες»: Ήταν το μόνο εκ των 4 κρατών στο οποίο υπήρχε –και εξακολουθεί να υπάρχει– απουσία πολιτικής σύμπνοιας, η οποία οδήγησε σε πακτωλό μέτρων, ενώ κρίσιμες μεταρρυθμίσεις στις αγορές καθυστέρησαν (σ.σ.: και ακόμη δεν έχουν γίνει), προκαλώντας άνισο «φορτίο» δημοσιονομικών μέτρων, μειώσεων μισθών και ύφεσης.

Έτσι, οδηγήθηκε η χώρα σε ένα δρακόντειο πακέτο μέτρων, με τεράστιο τίμημα στην πορεία του ΑΕΠ, την ανεργία και την κατανάλωση.

Οι 7 διαφορές με τα υπόλοιπα PIGS

1. Η Ελλάδα, πριν από την είσοδό της στο πρόγραμμα, ήταν στη χειρότερη δημοσιονομική και διαρθρωτική θέση από κάθε άλλο κράτος. Το έλλειμμα ήταν τεράστιο –και ακόμη ελεγχόταν από τη Eurostat–, αλλά και το χρέος υπέρογκο. Η πρόσβαση στις αγορές είχε χαθεί και οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές ήταν σε μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση, π.χ., με άλλα κράτη, όπως την Ιρλανδία, η οποία είχε μια «ανοιχτή» αγορά.

2. Δεν ήταν για όλα τα κράτη η ίδια η αιτία εισόδου σε πρόγραμμα. Για την Ιρλανδία και για την Κύπρο το βασικό πρόβλημα ήταν οι τράπεζες και γι΄ αυτό το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα επικεντρώθηκε –σε μεγάλο βαθμό– σε αυτές. Για την Ελλάδα, αντίθετα, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν το δημοσιονομικό, κάτι που πλησίαζε πιο πολύ το πορτογαλικό ζήτημα.

3. Μια βασική διαφορά της Ελλάδας, όμως, και από την Πορτογαλία ήταν η θέση της αντιπολίτευσης. Κοινοτικές πηγές εξηγούν ότι η θέση αυτή έπαιξε ρόλο στο πόσο «βαρύ» ήταν τελικά το ελληνικό πρόβλημα. Στην Ιρλανδία και στην Πορτογαλία υπήρξε στήριξη της αντιπολίτευσης. Ακόμα και στην Κύπρο –αναφέρουν κοινοτικές πηγές που παρακολουθούν από κοντά την πορεία από το 2010–, έστω και ατύπως, η στήριξη υπήρχε και αυτό ήταν φανερό στους «επιτηρητές».

4. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους, υπάρχουν και τα θέματα των… επιδόσεων. Η Ελλάδα λάμβανε τα «οριζόντια» μέτρα, αλλά οι μεταρρυθμίσεις δεν προχωρούσαν με τον ρυθμό που έπρεπε. Πολλοί νόμοι (π.χ., κλειστά επαγγέλματα, απελευθέρωση αγορών) έμειναν στα… χαρτιά ή ακόμη παλεύουν με εφαρμοστικές διατάξεις.

Έτσι, ενώ κάθε «εξέταση» της τρόικας ήταν… περίπατος 15-20 ημερών στην Ιρλανδία και την Κύπρο (σ.σ.: με την εξαίρεση της τελευταίας αξιολόγησης στη μεγαλόνησο), στην Πορτογαλία «κρατούσε» κάποιες φορές λίγο παραπάνω, αλλά… τελείωνε, στην Ελλάδα είχαμε αλλεπάλληλα «θρίλερ», με αποτέλεσμα να αναλογεί πλέον 1, αντί για 4 αξιολογήσεις, ανά έτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προηγούμενη (4η) αξιολόγηση ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2013, ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 2014 και ακόμη η κυβέρνηση «παλεύει» την επικαιροποίησή της (5η αξιολόγηση), διεκδικώντας την πιστοληπτική γραμμή…

5. Το άλλο ζήτημα στον δρόμο της εξόδου είναι η πρόσβαση στις αγορές. Η Ελλάδα έκανε δύο προσπάθειες και τώρα η απόδοση των ομολόγων είναι… απαγορευτική. Η Ιρλανδία έχει αποκαταστήσει την πρόσβασή της, η Πορτογαλία προχωρά και η Κύπρος είναι σε στάδιο προετοιμασίας.

Καθώς η πρόσβαση, πέραν άλλων παραγόντων αβεβαιότητας, έχει και άμεση σύνδεση με το χρέος, και το ελληνικό είναι το υψηλότερο όλων, κοινοτικές πηγές αναφέρουν ότι ο δρόμος συνεχίζει να είναι δύσβατος, απαιτώντας μεταρρυθμίσεις, π.χ., και στο ασφαλιστικό. Εξηγούν οι ίδιες πηγές ότι τα υπόλοιπα δύο κράτη, πριν βγουν οριστικά στις αγορές, δημιούργησαν μέσω εκδόσεων ένα χρηματοδοτικό «μαξιλάρι»…

6. Εξίσου θηριώδες είναι και το ελληνικό δανειακό πρόγραμμα, ειδικά αν το συγκρίνει κανείς και με το μέγεθος της χώρας: Φτάνει στα 250 δισ. ευρώ περίπου, έναντι 10 δισ. ευρώ της Κύπρου, 85 δισ. ευρώ της Ιρλανδίας και 78 δισ. ευρώ της (παρόμοιας σε μέγεθος) Πορτογαλίας.

7. Αλλά εξίσου τερατώδη ήταν σε αξία τα μέτρα που έλαβε η Ελλάδα. Οδήγησαν σε δημοσιονομική προσαρμογή υπερδιπλάσια κάθε άλλου κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντός ή εκτός Μνημονίου, με τεράστιες –και μη προβλέψιμες– στην αρχή του προγράμματος επιπτώσεις στην ανάπτυξη…

Υπέρογκη πτώση ΑΕΠ

Αυτή η προσαρμογή, όμως, «στοίχισε» στην Ελλάδα σχεδόν το 30% του ΑΕΠ. Μια απώλεια που δεν μπορεί να συγκριθεί με το πλήγμα που δέχτηκε τα προηγούμενα χρόνια κανένα άλλο κράτος εντός και εκτός Μνημονίου.

Και μάλιστα οι μελέτες αποδεικνύουν ότι οι επιτηρητές έπεσαν εντελώς έξω στις προβλέψεις τους. Οι συνεχείς αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων για την ύφεση, την ανεργία και τις εισοδηματικές επιπτώσεις ήταν πολύ μεγάλες, με αποτέλεσμα να χάνεται στον «καιάδα» και η απόδοση των μέτρων.

Αρχικά, το 2010 η πτώση στην ανάπτυξη αναμενόταν οριακή. Οριακή αναμενόταν και η επίπτωση στην ανεργία, αλλά τελικά ξεπέρασε το 27% έπειτα από διαρκείς ετήσιες αναθεωρήσεις προβλέψεων των οργάνων της τρόικας και θα κάνει πολλά χρόνια να επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα…

Οι μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν

Οι παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας έγιναν και με το παραπάνω, όπως δείχνουν οι μετρήσεις, με το μοναδιαίο κόστος εργασίας να έχει κατρακυλήσει πιο πολύ από ό,τι σε κάθε κράτος του Μνημονίου. Και, παρ΄ όλα αυτά, οι εξαγωγές της Ελλάδος δεν αυξάνονται, οι επενδύσεις δεν έρχονται.

Μία από τις αιτίες φωτογραφίζεται και στο ύψος των τιμών, που μειώθηκε πιο λίγο από τα άλλα κράτη του Μνημονίου, παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ καταρρακώθηκε. Το αναλυτικό κείμενο του Μνημονίου δείχνει δεκάδες ορόσημα και δεσμεύσεις που μεταφέρονται χρονικά, προκαλώντας πλέον έναν «σωρό» εκκρεμοτήτων άνω των 180 σελίδων.

Η αποτυχία στην πάταξη της φοροδιαφυγής οδηγεί σε νέες αυξήσεις στον ΦΠΑ και στη διατήρηση της έκτακτης εισφοράς, η αποτυχία «νοικοκυρέματος» στο Δημόσιο, στα Ταμεία και στην υγεία σε νέες παρεμβάσεις σε συνταξιοδοτικό και η αποτυχία στα μέτρα τόνωσης της ανάπτυξης σε παράταση της ύφεσης, που «θεριεύει» έλλειμμα και χρέος.

Η απελευθέρωση επαγγελμάτων δεν ολοκληρώθηκε, το ίδιο και η fast track αδειοδότηση. Οι μελέτες απελευθέρωσης αγορών, που αναμένονταν το φθινόπωρο, ακόμη… φτιάχνονται, πολλά εμπόδια παραμένουν.

Όχι ότι δεν έχει γίνει έργο. Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια μεταρρυθμίσεων μεταξύ των κρατών-μελών του Μνημονίου. Μόνο που στις «μεταρρυθμίσεις» προσμετρώνται και τα δημοσιονομικά μέτρα, που υποκατέστησαν απραξία δομικών παρεμβάσεων. Αλλά το σημείο εκκίνησης ήταν τόσο… πίσω, που ακόμη ο δρόμος είναι μακρύς…

Μεγάλη διαφορά και στις αποκρατικοποιήσεις

Με ακορντεόν μοιάζει η καμπύλη των στόχων για έσοδα από αποκρατικοποιήσεις. Στην αρχή του προγράμματος ο πήχης ήταν μικρός. Μετά αυξήθηκε στα 50 δισ. ευρώ, προκαλώντας, μάλιστα, μεγάλες αντιδράσεις.

Εν συνεχεία, και εκ του αποτελέσματος, ο στόχος –που καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέσω ειδικού λογαριασμού όπου συγκεντρώνονται τα έσοδα– άρχισε ξανά να φθίνει και να μεταφέρεται χρονικά για αργότερα, ακόμα και για μετά το 2020. Πλέον, ο αναθεωρημένος στόχος του 2014 για 1,5 δισ. ευρώ δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται και η κυβέρνηση αναζητά με την τρόικα «φιλέτα», όπως είναι ο ΟΤΕ, για άμεση αποκρατικοποίηση και παρεμβάσεις επιτάχυνσης και τιτλοποίησης ακινήτων, που επίσης ως ιδέα δεν έχουν προχωρήσει.

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Κεφάλαιο” της 27ης Δεκεμβρίου 2014

Πηγή:www.capital.gr