Home Πολιτισμος «Σμύρνη κυματισμένη» του Κωνσταντίνου Μπούρα ☆ Αύγουστος του ’22, διηγήματα για την Μικρασιατική Καταστροφή

«Σμύρνη κυματισμένη» του Κωνσταντίνου Μπούρα ☆ Αύγουστος του ’22, διηγήματα για την Μικρασιατική Καταστροφή

«Σμύρνη κυματισμένη» του Κωνσταντίνου Μπούρα ☆ Αύγουστος του ’22, διηγήματα για την Μικρασιατική Καταστροφή

 

«Σμύρνη κυματισμένη»

Του Κωνσταντίνου Μπούρα

☆ Αύγουστος του ’22, διηγήματα για την Μικρασιατική Καταστροφή

Επιμέλεια αφιερώματος: Ελένη Γκίκα

 

Εκείνοι οι άνθρωποι ήταν αφιονισμένοι. Μας χτυπούσαν με τους υποκόπανους κι άλλοτε με την ξιφολόγχη. Να μην ανέβουμε στα πλοία. Είχαν γεμίσει. Οι βάρκες έγερναν αριστερά και δεξιά σαν σταφύλια. Ξεχειλισμένο παγωτό χωνάκι. Γλυκό του κουταλιού που ξεφεύγει από την κρυσταλλένια μπορντούρα. Με τέτοιες εικόνες ομιλώ. Σκαλίζω τη μνήμη. Ένα κοριτσάκι τεσσάρων-πέντε χρονών ήμουνα τότε, στην Καταστροφή της Σμύρνης, που «μας ρίξανε οι Αγαρηνοί στη θάλασσα». Έτσι τους έλεγε η γιαγιά μου, πριν πνιγεί δίπλα μου και μείνουνε τα μάτια της ορθάνοιχτα, σαν ξεχειλωμένες κουμπότρυπες.

Εγώ πάλεψε με τα κύματα. Έμπλεξα σε κάτι παλιά δίχτυα ψαράδων. Τρόμαξα να απεμπλακώ. Έτσι δεν το έλεγαν τότε οι κυρίες που ερχόντουσαν το απόγευμα επίσκεψη στο μικρό σαλονάκι της μητέρας μου, να πιούν σπιτικό λικέρ τριαντάφυλλο (ζαχάρωνε στην άκρη η μποτίλια) και να κουτσομπολέψουν. Να κουτσομπολέψουν ανυπερθέτως. Ήτανε τόσα πολλά τα παράξενα και τα περίεργα. Ήμασταν όμως ευτυχισμένοι, δεν μπορείς να πεις.

Όχι όπως ΤΩΡΑ που προσπαθώ να ξεφύγω από τα δίχτυα των ψαράδων που έχουν πιάσει σαν γοργόνα τής Μυθολογίας.

Τα νερά γίνονται πιο γαλανά. Λουλακί μάλλον. Ναι, λουλακί ανοιχτό. Έρχονται μελωδίες από κάπου μακριά. Σαν από τον ουρανό. Και μετά ευωδίες, αρώματα, θυμιατά. Ωδικά πτηνά. Χορωδίες αγγελικών μωρών. Δέντρα οπωροφόρα με κάτι τεράστια δαμάσκηνα στο χρώμα τού μήλου. Σαλπιγκτές. Θόρυβος. Σαν από βαθύ σεισμό. Μακριά μέσα στη γη ηφαίστεια ξυπνάνε. Ανθίζουν. Αλογάκια τής θάλασσας. Ιππόκαμποι. Ο Ποσειδώνας πάνω στο άρμα του. Με την τρίαινα, βεβαίως. Και την Αμφιτρίτη δίπλα του, καθισμένη σε ένα τεράστιο κοχύλι. Τρίτωνες ανοίγουνε τον δρόμο τους. Και οι Κόρες του βυθού, Ωκεανίδες θαρρώ τις λένε, ραίνουν με γάλα, μέλι και λιωμένο λευκόχρυσο την κυματιστή της κόμη.

«Σμύρνη κυματισμένη», τραγουδούν κάτι ανύποπτες φωνές. Βλέπω μέσα από τα νερά την Σμύρνη να καίγεται. Το σπίτι μας. Το πιο μεγάλο μέσα στην παραλία γίνεται τώρα λαμπάδα πασχαλιάτικη στα μαλλιά εφηβικού δάσους. Πώς ομιλώ έτσι; Η εγγύτητα τού θανάτου μάς κάνει όλους ποιητές. Ακόμα και τους αδαείς. Σαν εμένα. «Άμουση» με ανέβαζαν, άμουση με κατέβαζαν στο Ωδείο. Ως «εξαιρετικό ταλέντο» και «παιδί θαύμα» γράφτηκα από τα τέσσερα, με τα τέσσερα παραλίγο να εκδιωχθώ, σαν ψωριάρικο σκυλί, αδέσποτο. Ανεβοκατέβαινα τόσο απότομα τις οκτάβες που ζαλιζόμουνα ακόμα κι εγώ. Ακόμα βουίζουν τ’ αυτιά μου.

Όμως τώρα είναι από το νερό που πλημμυρίζει το σώμα μου. Μέσα-έξω.

Οι μελωδίες αυξαίνουν. Οι μυρωδιές δυναμώνουν. Αφές. Αφή. Σαν μετάξι. Κίνας. Από το ακριβό. Μπαχάρια Ινδίας. Ή μήπως Πακιστάν; Πολύχρωμοι άνθρωποι μου τραγουδούν και με αγγίζουν, αλλά δεν με πειράζει. Με παίρνουν αγκαλιά, κάνουν τα χέρια τους σκαμνάκι και με πετάνε ψηλά…

Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή η ευωχία (έτσι το έλεγε η γιαγιά αυτό, κάθε το καλό, εννοείται) όταν δυο χέρια τριχωτά, σαν του Ηρακλή, σαν του Γολιάθ, με τράβηξαν ψηλά και με έριξαν σα σακί πατάτες στην βάρκα που έμπαζε νερά. Έπιασε όμως σε λίγο ξηρά. Και μετά άλλη κι άλλη. Άλλη βάρκα, άλλα χέρια, παντού…

Μεγάλωσα. Πονηρεύτηκα. Μυήθηκα στην κακία τού κόσμου. Τώρα πια στα 104, ναι τόσο είμαι, τώρα πια τα ξέρω όλα και θέλω να τα ξεχάσω. Και το μπουρδέλο στο Βόλο και τον παιδεραστή σύζυγο από τα Φάρσαλα και τα τρία παιδιά που με έδερναν όλα μαζί…

Εν τέλει, παιδί μου, είχα μια ωραία ζωή!!!

Πώς είπαμε ότι σε λένε;

Αγόρι είσαι ή κορίτσι;

Τι σημασία έχει;

Ξέρεις πώς άντεξα τις μεγάλες φρίκες τής ζωής μου; Κατέβαινα σ’ εκείνον τον βυθό και πνιγόμουνα. Αχ, γιατί δεν μας αφήνουνε να βουλιάξουμε για πάντα στη Λήθη;

Εις το επανακούειν! Δεν βλέπω πια, βλέπεις. Αφερίμ.

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

 

Βιογραφικό:

Ο Δρ. Κωνσταντίνος Μπούρας γεννήθηκε το 1962 στην Καλαμάτα κι από το 1977 ζει στην Αθήνα. Συγγραφέας 40 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και βιβλιοκριτικός. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1985), αριστούχος τού Τμήματος Θεατρικών Σπουδών τού Πανεπιστημίου Αθηνών (1994) και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας τού γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III – La nouvelle Sorbonne (D.E.A. Etudes Theatrales, 1998). Αριστούχος διδάκτωρ του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα (2019). Θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά θέματα έχουν παρασταθεί σε θέατρα τής Ελλάδας και του εξωτερικού. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Συμμετέχει σε τηλεοπτικές εκπομπές για το βιβλίο και το θέατρο. Εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα “Το δραματικό στοιχείο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης στα χρόνια της Κρίσης (2008-2018)”. Διδάσκει στο Εργαστήριο Θεατρικής Κριτικής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ.
www.konstantinosbouras.gr

Το πρόσφατο βιβλίο του: «137 Φάος. Λεξικάνθαρος α-Φθονία φωτός»
Το ημερολόγιο τής μοναχικής πολυκοσμίας: Τα ποιήματα μιάς ά-Φθονης λιτότητας, εκδ. Νίκας / Ελληνική Παιδεία Α.Ε., σελ. 1450

 

 

You may also like

artpointview.gr @ 2024