Η κόρη του Παύλου Μελά και ο γιατρός που πολέμησε την πανώλη. Γράφει η Χριστίνα Φίλιππα
Η άγνωστη ιστορία δύο πρωτοπόρων επιστημόνων, από την επιδημία της Πάτρας το 1924 έως τα εργαστήρια του Ινστιτούτου Παστέρ. Οι μαρτυρίες της 95χρονης κόρης τους στην «Κ» και η έρευνα της συγγραφέα Χριστίνας Φίλιππα που φωτίζει τη ζωή και το έργο τους
Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, η Ναταλία Ιωαννίδου μιλά με φωνή ζωηρή, ανακατεμένη με έναν τόνο νοσταλγίας. Η 95χρονη, εγγονή του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά και δισέγγονη του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη, ανατρέχει στα παιδικά της χρόνια, στο σπίτι όπου μεγάλωσε έχοντας δίπλα της δύο ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην επιστήμη. Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, οι αναμνήσεις από τους γονείς της, τον γιατρό Γεώργιο Ιωαννίδη και τη χημικό Ζωή Μελά, παραμένουν ζωντανές.
«Οι γονείς μου ήταν δύο εξαιρετικοί άνθρωποι, πολύ δυναμικοί και εργατικοί, και είχα αυτά τα πρότυπα στο σπίτι. Εγώ μεγάλωσα εκεί και πίστευα ότι έτσι είναι όλη η ελληνική κοινωνία. Αργότερα, απόρησα που τα πράγματα δεν ήταν όπως νόμιζα. Δεν συνειδητοποιούσα ως παιδί την ποιότητα αυτών των ανθρώπων ούτε πόσο προνομιακή ήταν η θέση μου», λέει στην «Κ» η κ. Ιωαννίδου η οποία ακολούθησε τη δική της πορεία σπουδάζοντας μουσική και διδάσκοντας για 27 χρόνια στο Ωδείο Αθηνών και το Ελληνικό Ωδείο.

Η καθημερινότητα, όπως τη θυμάται η μικρότερη από τις δύο κόρες της οικογένειας Ιωαννίδου, ξεπερνούσε τις επιστημονικές αναζητήσεις των γονιών της. Οι συζητήσεις στο σπίτι περιστρέφονταν γύρω από την οικογένεια, τα πνευματικά ζητήματα, την τέχνη και τον πολιτισμό.
Με πυξίδα την επιστήμη
«Ηταν δύο άνθρωποι ιδιαίτερα προοδευτικοί για την εποχή τους», περιγράφει η κ. Ιωαννίδου και στέκεται ιδιαίτερα στη μητέρα της που σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία κατάφερε να ακολουθήσει τον δικό της δρόμο στην επιστήμη. «Η μητέρα μου δεν βρήκε προσωπικές δυσκολίες, γιατί είχε μεγάλη υποστήριξη από τη δική της μητέρα».
Με θαυμασμό μάς μιλά και για τον πατέρα της Γεώργιο Ιωαννίδη που τον Ιούνιο του 1924, αμέσως μετά τον γάμο του με τη Μελά, κλήθηκε από τις υγειονομικές αρχές να ταξιδέψει στην Πάτρα, όπου είχε ξεσπάσει επιδημία πανώλης.
«Ο πατέρας μου είχε διοριστεί για να αντιμετωπίσει εκείνη την κατάσταση. Ο γάμος των γονιών μου είχε γίνει στις 24 Ιουνίου του 1924 και λίγες μέρες μετά πήγαν μαζί στην Πάτρα», περιγράφει σήμερα η κόρη τους.

Χρέος απέναντι στην Ιστορία
Το περιστατικό αυτό αποτελεί ένα μόνο κεφάλαιο στην πορεία δύο επιστημόνων που συνέδεσαν το όνομά τους με την ανάπτυξη της μικροβιολογίας, της χημείας και της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Τη διαδρομή τους ανασυνθέτει η ερευνήτρια και συγγραφέας Χριστίνα Ν. Φίλιππα στο βιβλίο της με τίτλο «Γεώργιος Σπ. Ιωαννίδης – Ζωή Μελά-Ιωαννίδη: Πρωτοπόροι επιστήμονες στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απαρσις και παρουσιάστηκε την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου στην Πάτρα.
Η έρευνα αρχικά επικεντρώθηκε στη ζωή της Μελά καθώς η συγγραφέας αναζητούσε τα ονόματα των πρώτων γυναικών που πέρασαν το κατώφλι του ελληνικού πανεπιστημίου. «Ανακάλυψα ότι στη σχολή της Χημείας, η οποία ιδρύθηκε το 1919, η πρώτη γυναίκα που εγγράφηκε ήταν η Ζωή Μελά, κόρη του Παύλου Μελά και της Ναταλίας Δραγούμη», αναφέρει η κ. Φίλιππα στην «Κ».

Η ανακάλυψη αυτή την οδήγησε στη συνέχεια στον σύζυγό της, τον γιατρό από το Αίγιο, Γεώργιο Ιωαννίδη, και στο έργο του στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ. Εκείνο που την εντυπωσίασε περισσότερο ήταν οι επιλογές των δύο ανθρώπων. Από αστικές οικογένειες και οι δύο θα μπορούσαν, όπως λέει, να είχαν ακολουθήσει μια διαφορετική, περισσότερο άνετη ζωή.
Εκείνη, μία νέα γυναίκα, γόνος μεγαλοαστικών οικογενειών της Αθήνας, πολύφερνη νύφη, θα μπορούσε, όπως οι περισσότερες γυναίκες της τάξης της, να «καλοπαντρευτεί», να τεκνοποιήσει και να ασχολείται με «φιλανθρωπικά τέια» και βεγγέρες.
«Εκείνος, ως νεαρός γιατρός και μάλιστα γιος γιατρού σε επαρχιακή πόλη που άκμαζε λόγω της σταφίδας στις αρχές του περασμένου αιώνα, θα μπορούσε να έχει εξασφαλισμένο “καλό γάμο”, καριέρα και τρυφηλή ζωή στη γενέτειρά του. Εκείνη, μία νέα γυναίκα, γόνος μεγαλοαστικών οικογενειών της Αθήνας, πολύφερνη νύφη, θα μπορούσε, όπως οι περισσότερες γυναίκες της τάξης της, να “καλοπαντρευτεί”, να τεκνοποιήσει και να ασχολείται με “φιλανθρωπικά τέια” και βεγγέρες», λέει η κ. Φίλιππα. «Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβη, γιατί αμφότεροι δεν τα επεδίωξαν και ίσως και να τα αρνήθηκαν».

Η γνωριμία της συγγραφέα με τη Ναταλία Ιωαννίδου της άνοιξε τον δρόμο για μια έρευνα που διήρκεσε έξι χρόνια. Στη διάθεσή της είχε πλέον προσωπικές μαρτυρίες και αδημοσίευτο υλικό από το εκτεταμένο αρχείο των οικογενειών Δραγούμη και Μελά, το οποίο δωρήθηκε από την Ιωαννίδου στο Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
«Θεώρησα χρέος μου να τους τιμήσω καταγράφοντας όλα όσα έμαθα για εκείνους, έχοντας την πεποίθηση ότι η “σκόνη” της Ιστορίας δεν πρέπει να σκεπάζει προσωπικότητες που ωφέλησαν την επιστήμη και τον άνθρωπο», σημειώνει η κ. Φίλιππα.
Η πανώλη στην Πάτρα
Τον Ιούνιο του 1924, η Πάτρα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σοβαρή υγειονομική κρίση. Η πανώλη εμφανίστηκε αρχικά σε έναν προσφυγικό καταυλισμό, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Οι πρόσφυγες ζούσαν στοιβαγμένοι στην παλιά «μπαράκα» της Γεροκωστοπούλου, σε χώρους που μοιράζονταν ακόμη και με ποντίκια.
«Οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες για πολλούς λόγους» τονίζει η Χριστίνα Φίλιππα και εξηγεί: «Η νόσος, που άρχισε να εξαπλώνεται και να σκορπά θάνατο, αποκάλυψε με οδυνηρό τρόπο τις ελλείψεις στην οργάνωση στον τομέα της δημόσιας υγείας, αλλά και την αδιαφορία του κράτους, διαχρονικά».
Αλλοι κρύβονταν για να μη στιγματιστούν και απομονωθούν, ενώ άλλοι ζητούσαν θεραπεία από τσαρλατάνους-κομπογιαννίτες.
Η απουσία κατάλληλων νοσοκομειακών υποδομών δυσχέραινε την περίθαλψη των ασθενών. Υπήρχε όμως κι ένας ακόμη αντίπαλος απέναντι στη μεταδοτική νόσο.
«Οι γιατροί είχαν να αντιμετωπίσουν τον φόβο και τη ντροπή της μεταδοτικής νόσου, συναισθήματα που παρέλυαν το μυαλό των ανθρώπων. Αλλοι κρύβονταν για να μη στιγματιστούν και απομονωθούν, ενώ άλλοι ζητούσαν θεραπεία από τσαρλατάνους-κομπογιαννίτες. Και η νόσος κάλπαζε και σάρωνε στο διάβα της. Ολα αυτά δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο την αποστολή του Ιωαννίδη και των υγειονομικών συναδέλφων του», περιγράφει η συγγραφέας.
Μια γυναίκα που χάραξε τον δικό της δρόμο
Την ίδια ώρα, η Ζωή Μελά δεν περιορίστηκε ούτε στιγμή στον ρόλο της συζύγου ενός διακεκριμένου γιατρού. Από νεαρή ηλικία επέλεξε να ακολουθήσει την επιστήμη, παρά τις επιφυλάξεις που υπήρχαν στο ευρύτερο περιβάλλον.
«Οσο και αν φαίνεται περίεργο, η Ζωή Μελά υπήρξε από παιδί μία αυτόνομη προσωπικότητα, η οποία τράβηξε έναν δικό της δρόμο που καμία σκιά δεν τον έκρυψε», σημειώνει η Χριστίνα Φίλιππα. «Οχι μόνο με την απόφασή της να σπουδάσει, παρά κάποιες αντιρρήσεις του οικογενειακού περιβάλλοντός της, εκτός της μητέρας της, αλλά και αργότερα, όταν διεκδίκησε με μακρόχρονους αγώνες το δικαίωμα της ισονομίας και ισοπολιτείας των γυναικών μέσα από τους χώρους εργασίας της».

Το 1924, η Μελά υπήρξε η μοναδική γυναίκα ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της Ενωσης Ελλήνων Χημικών. Μάλιστα, σύμφωνα με την έρευνα της συγγραφέως, η Ενωση ιδρύθηκε στο σπίτι της οικογένειας Μελά και το πρώτο χειρόγραφο του καταστατικού της γράφτηκε από την ίδια. Το 1925 έγινε προϊσταμένη του Χημικού Τμήματος του Κεντρικού Υγειονομικού Συμβουλίου, ενώ δύο χρόνια αργότερα προσλήφθηκε στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και το 1930 ανέλαβε τη διεύθυνση του Χημικού Εργαστηρίου του νοσοκομείου του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Η δράση της δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στα εργαστήρια. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων.
«Θα αφήσει σημαντικό έργο, όπως αργότερα, το 1978, θα δηλώσει και η Αμαλία Φλέμινγκ, πλέκοντας σε συνέντευξή της το εγκώμιο για την προεδρία της Μελά», αναφέρει η κ. Φίλιππα.
Το 1984 η Μελά τιμήθηκε από την Ενωση Ελλήνων Χημικών για τη δράση της κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, ενώ η επιστημονική της διαδρομή στο Ινστιτούτο Παστέρ ολοκληρώθηκε το 1962, όταν συνταξιοδοτήθηκε από τη θέση της υποδιευθύντριας.
Το αποτύπωμα στο Ινστιτούτο Παστέρ
Ο Γεώργιος Ιωαννίδης εντάχθηκε το 1926 στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας και Μυκητολογίας. Ασχολήθηκε συστηματικά με την ανθρώπινη μυκητολογία, ενώ το επιστημονικό του έργο περιλάμβανε την παρασκευή εμβολίων και ορών, εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις και περισσότερες από 50 δημοσιευμένες ερευνητικές εργασίες. Το σημαντικότερο μέρος της προσπάθειάς του συνδέθηκε, ωστόσο, με την αντιμετώπιση της φυματίωσης.

«Ο Ιωαννίδης αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι στο έργο διάδοσης του αντιφυματικού εμβολίου σε εποχές που υπήρχε δυσπιστία για την αποτελεσματικότητά του, όχι μόνο στην Ελλάδα», σημειώνει η κ. Φίλιππα.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τη συγγραφέα, υπήρξε η πρώτη χώρα μετά τη Γαλλία που παρασκεύασε, το 1925, στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ το εμβόλιο BCG για βρέφη και νήπια. Ο Ιωαννίδης, επικεφαλής μιας μικρής ομάδας μικροβιολόγων, εργάστηκε τα επόμενα χρόνια για την ενημέρωση της ιατρικής κοινότητας και τη διάδοση του εμβολιασμού. Το 1949 τού ανατέθηκε η διεύθυνση του Εργαστηρίου BCG, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και την επάρκεια του παραγόμενου εμβολίου.

«Ενα χρόνο αργότερα ο Ιωαννίδης θα γίνει ο πρώτος Ελληνας που αναλαμβάνει θέση υποδιευθυντή στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ. Κοντά του μαθήτευσαν νεότεροι γιατροί, μεταξύ των οποίων και ο Γρηγόρης Λαμπράκης, που το 1950 πραγματοποίησε ερευνητικές εργασίες υπό την επίβλεψή του», σημειώνει η κ. Φίλιππα.
Σεμνοί και αφοσιωμένοι στο έργο τους
Ο Ιωαννίδης και η Μελά τιμήθηκαν από τη γαλλική κυβέρνηση με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Ωστόσο, παρά τη σημαντική επιστημονική τους διαδρομή, τα ονόματά τους παραμένουν σήμερα ελάχιστα γνωστά στο ευρύ κοινό, εξηγεί η ερευνήτρια.
«Η αναγνωρισιμότητά τους, λόγω της ταπεινότητας του χαρακτήρα τους, είναι ελάχιστη συγκρινόμενη με την προσφορά τους προς το έθνος», υπογραμμίζει η κ. Φίλιππα. «Επειτα από έρευνα έξι χρόνων η εικόνα που σχημάτισα ήταν δύο σεμνών, μετριοφρόνων και ακέραιων ανθρώπων, αφοσιωμένων στο έργο τους με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση. Αξίες που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρες στην εποχή μας», καταλήγει.
ΒΙΚΥ ΚΑΤΕΧΑΚΗ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
