Όταν οι κανόνες αλλάζουν χωρίς εμάς…

04/02/2026

Όταν οι κανόνες αλλάζουν χωρίς εμάς…

 

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, πολλοί διαπιστώνουμε την ύπαρξη ενός περίεργου κενού, πρωτίστως ιδεολογικού και στη συνέχεια κοινωνικού, σε συνδυασμό με διάχυτο άγχος και με την εντύπωση ότι τίποτα δεν λειτουργεί όπως παλιά.

 

Ο πολιτικός λόγος έχει γίνει πολύ πιο επιθετικός (“εγκληματική οργάνωση”, “εθνική προδοσία”) αν και παραμένει κολλημένος στο παρελθόν. Η εργασία, στο όνομα της προσαρμογής και της ευελιξίας, δημιουργεί πεδία αβεβαιότητας, με τους εργοδότες να αναζητούν εργαζόμενους που….δεν υπάρχουν σε καμιά λίστα! Κακά τα ψέματα. Ζητούνται διαρκώς νέες δεξιότητες, συνεχής προσαρμοστικότητα και διαθεσιμότητα, νεότεροι σε ηλικία εργαζόμενοι, ενώ δεν βλέπουμε να μεταβάλλεται αντίστοιχα το πλαίσιο ασφάλειας και συλλογικής εργασιακής προστασίας. (Μετά από μεγάλες πιέσεις προχωράμε στις συλλογικές συμβάσεις).  ‘Όμως ο  εργαζόμενος, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα καλείται να λειτουργεί ως ένα διαρκώς «υπό ανακατασκευή» υποκείμενο, σ’ ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες αλλάζουν ταχύτερα απ’ όσο προλαβαίνει ο ίδιος να τους κατανοήσει — και πολύ πριν του δοθεί η δυνατότητα να συμμετάσχει στη διαμόρφωσή τους. (Τρανταχτό παράδειγμα, η Τεχνητή Νοημοσύνη).

 

Η καθημερινότητα, είτε λέγεται ακρίβεια, είτε λέγεται μετακίνηση στην πόλη (ας σκεφτούμε λίγο την Αθήνα), είτε αφορά στην αναζήτηση στέγης σε λογικές τιμές, ή τέλος αφορά σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικών αξιών φορτίζεται όλο και περισσότερο. Δεν πρόκειται για ατομική υπερβολή. Βρισκόμαστε ενώπιον ιστορικών μεταβάσεων (μετατοπίσεων, ίσως;) που εξελίσσονται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα.

 

Οι τρεις μεταβάσεις

 

Η πρώτη μεγάλη μετάβαση (μετατόπιση) αφορά την πολιτική και τη διακυβέρνηση. Οι ιδεολογίες είναι ρευστές και συγκρουσιακές. Είναι η επιτομή της συνάντησης των πολιτικών άκρων, αν βεβαίως θεωρούμε ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι ιδεολογικές διαφορές των περασμένων αιώνων.(Αν ζούσε ο Βρετανός ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ θα έγραφε για την Εποχή των Άκρων του 21ου αιώνα).  Οι κανόνες που κάποτε λειτουργούσαν ως ένα σταθερό πλαίσιο είναι υπό διαρκή επαναδιαπραγμάτευση.  Κι αυτό διαβρώνει την εμπιστοσύνη και κουράζει την κοινωνία.

 

Η δεύτερη μετατόπιση είναι πιο αθόρυβη, αλλά εξίσου βαθιά. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πραγματικότητά μας. Δε ζούμε πια σε έναν κοινό χώρο πληροφόρησης. Η πραγματικότητα κατακερματίζεται σε εξατομικευμένες ροές, με διαφορετικές αφηγήσεις, διαφορετικές πηγές και διαφορετικά μέτρα αξιοπιστίας – fake news.

 

Περίπου το ίδιο μοτίβο αποτυπώνεται στη δημόσια συζήτηση. Οι εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων που εμφανίζονται είτε στις τηλεοπτικές οθόνες είτε στα κοινωνικά δίκτυα διαφωνούν για τη διαφωνία και μόνο, δεν κομίζουν κάτι καινούργιο στον πολιτικό λόγο και το πολιτικό γίγνεσθαι, οδηγώντας έτσι τον θεατή, τον ακροατή ή τον αναγνώστη στο να κλείνεται ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, έχοντας πέσει πάνω σε απροσπέλαστους τοίχους. Δεν βλέπει κανένα πεδίο κοινής συζήτησης, δεν ανιχνεύει αναζήτηση κοινά αποδεκτών λύσεων. Απλά βρίσκεται ενώπιον ξεπερασμένων κομματικών μονολόγων των πολιτικών στελεχών.

 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εμπιστοσύνη χάνεται. Το δείχνουν πολύ συχνά πια οι δημοσκοπήσεις. Δεν εμπιστευόμαστε τη Δικαιοσύνη, δεν εμπιστευόμαστε τους πολιτικούς, δεν εμπιστευόμαστε τον εργοδότη….

Δεν είναι οι  άνθρωποι που έπαψαν να σκέφτονται κριτικά. Είναι ότι καλούνται καθημερινά να κρίνουν τα πάντα ταυτοχρόνως και σε ταχύτητες πρωτόγνωρες για τα δεδομένα τους.  Κι αν καταλήγει ο άνθρωπος σε σύγχυση – ειδικά στην Ελλάδα το ζούμε έντονα – είναι γιατί υπερφορτώνεται με πληροφορίες, αφηγήσεις και αντικρουόμενες βεβαιότητες.  Και ακριβώς σε αυτό το σημείο, ο σύγχρονος άνθρωπος χάνει τη δύναμη της ιεράρχησης, με αποτέλεσμα τα πάντα να έχουν στιγμιαία σημασία και μόνο.

 

Η Χάνα ‘Αρεντ προειδοποιούσε ότι η πολιτική πεθαίνει όταν χάνεται ο κοινός κόσμος — όταν οι άνθρωποι δεν μοιράζονται πλέον ένα κοινό πεδίο νοήματος. Σήμερα, σε μια εποχή κατακερματισμένης πραγματικότητας και ασύμβατων αφηγήσεων, αυτός ο κοινός κόσμος δοκιμάζεται όσο ποτέ.

 

Η τρίτη μετατόπιση είναι τεχνολογική και ίσως η πιο ριζική. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη εργαλείο παραγωγικότητας. Αναδιαμορφώνει την έννοια της εργασίας, της δημιουργίας και —σε βάθος χρόνου— της κοινωνικής αξίας. Υπόσχεται εντυπωσιακές δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα εντείνει την ανασφάλεια για το ποιος και τι θα έχει θέση στον κόσμο που έρχεται, παρ’ ότι οι γκουρού της τεχνολογίας διατείνονται ότι κάπως έτσι θα δημιουργηθούν νέες κατηγορίες εργασίας, άρα και νέες θέσεις εργασίας.

 

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτές οι τρεις μετατοπίσεις δεν εξελίσσονται ανεξάρτητα. Ενισχύουν η μία την άλλη. Η τεχνολογία επιταχύνει την πόλωση. Ο κατακερματισμός της πραγματικότητας δυσκολεύει τη συλλογική κατανόηση. Και η πολιτική αδυνατεί ή…δεν ξέρει πώς να προλάβει τις εξελίξεις που συχνά η ίδια πυροδοτεί.

 

Γι’ αυτό και το άγχος της εποχής δεν είναι απλώς ένα προσωπικό συναίσθημα ή μια ατομική αδυναμία διαχείρισης της πίεσης. Είναι κοινωνικό σύμπτωμα. ‘Ένδειξη ότι οι ρυθμοί της εξέλιξης, ιλιγγιώδεις πια, έχουν ξεπεράσει την ικανότητά μας να τους αφομοιώσουμε συλλογικά. Πλέον έχουμε θέματα ερμηνείας. Αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε – άρα αδυνατούμε να αφομοιώσουμε.

 

Όταν οι βεβαιότητες καταρρέουν πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνουν να οικοδομηθούν νέες, το άγχος επιτείνεται και είτε μας οδηγεί στο να θωρακίζουμε τον εαυτό μας σε παλιές ασφαλείς μεθόδους, είτε μας οδηγεί (ως ένα είδος επιβίωσης) στο να ανέβουμε στο τρένο που περνάει μπροστά μας με ασύλληπτες ταχύτητες επαναπροσδιορίζοντας τη ζωή μας.

Γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να τίθεται θέμα θωράκισης σε ξεπερασμένα πλαίσια. Αντίθετα, η κατά το δυνατόν σωστή αντίληψη της νέας υπό διαμόρφωση πραγματικότητας μπορεί να γίνει η αφετηρία για μια περισσότερο καθαρή σκέψη και περισσότερο υπεύθυνη στάση. Αλλά με ποιο σκοπό;  Το πώς μπορούμε να κτίσουμε νέους κανόνες εμπιστοσύνης ανάμεσα στο άτομο, την κοινωνία, την πολιτική και την καλπάζουσα τεχνολογία.

 

Αλλά πώς θα ορίσουμε αυτό το νέο κοινό πλαίσιο; Πώς θα προσαρμοστούμε στους νέους τύπους εργασίας και στους νέους κανόνες; Πώς θα εντάξουμε τις πολιτικές αλλαγές στη δική μας ζωή, στη δική μας απτή πραγματικότητα — μια πραγματικότητα που δεν θέλει να παραμείνει θωρακισμένη στο παρελθόν, αλλά ούτε και να παραδοθεί άκριτα στο άγνωστο;

 

Το πολιτικό διακύβευμα

 

Το πρώτο πολιτικό διακύβευμα της εποχής δεν είναι η ταχύτητα της αλλαγής, αλλά το ποιος αποφασίζει γι’ αυτήν. Όταν οι κανόνες μεταβάλλονται χωρίς δημόσια συζήτηση, όταν η εργασία αναδιαμορφώνεται χωρίς συλλογική διαπραγμάτευση και όταν η τεχνολογία προηγείται της δημοκρατικής λογοδοσίας, τότε το κενό δεν είναι μόνο θεσμικό — είναι βαθιά πολιτικό. Το κοινό πλαίσιο δεν χάνεται επειδή οι κοινωνίες διαφωνούν, αλλά επειδή αποκλείονται από τη διαδικασία διαμόρφωσής του.

 

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι σε περιόδους μεγάλων μεταβάσεων —από τη βιομηχανική επανάσταση έως την καθιέρωση του κοινωνικού κράτους— οι κανόνες δεν προέκυψαν φυσικά ή αυτόματα. Προέκυψαν μέσα από συγκρούσεις, διεκδικήσεις και νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής. Δικαιώματα, ρυθμίσεις της εργασίας, κοινωνικές ασφαλίσεις και θεσμοί προστασίας δεν ήταν τεχνολογικά «παράγωγα», αλλά πολιτικές κατακτήσεις.

 

Ο Βρετανός φιλόσοφος Τζον Λοκ έγραψε ότι καμία εξουσία δεν μπορεί να θεωρείται νόμιμη αν δεν βασίζεται στη συναίνεση εκείνων που δεσμεύει. Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες της εργασίας, της πολιτικής και της τεχνολογίας αλλάζουν χωρίς αυτή τη συναίνεση, το πρόβλημα δεν είναι η αλλαγή καθαυτή — είναι η απουσία συμμετοχής στη διαμόρφωσή της.

 

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η προσαρμογή στους νέους τύπους εργασίας δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στις αγορές ή στην ατομική ευελιξία. Αφορά το δικαίωμα στον χρόνο, στη σταθερότητα, στη διαρκή εκπαίδευση και στη συλλογική εκπροσώπηση. Αφορά το αν η τεχνολογική πρόοδος θα μεταφραστεί σε κοινωνικό όφελος ή σε νέα μορφή ανισότητας.

 

Ίσως, τελικά, η πιο ουσιαστική πολιτική στάση της εποχής δεν είναι η νοσταλγία για το παρελθόν, ούτε όμως και η άκριτη αποδοχή του μέλλοντος. Είναι η διεκδίκηση του δικαιώματός μας να συνδιαμορφώνουμε τους όρους της αλλαγής.  Κι αν υπάρχει ένα δίλημμα δεν είναι αν θα αποδεχτούμε την αλλαγή αλλά αν θα μας βρει ως ενεργούς πολίτες ή ως απλούς θεατές. Κι αυτό το δίλημμα είναι βαθιά πολιτικό, όχι τεχνολογικό.

Ρ.Μ.

Previous Story

Podcast ΕΛΙΑΜΕΠ: Το ΝΑΤΟ σε δοκιμασία / Άρθρο 5, Γροιλανδία και η επόμενη μέρα της Συμμαχίας

Next Story

Μια από τις πιο πολύνεκρες μεταναστευτικές τραγωδίες των τελευταίων ετών εξελίχθηκε τη νύκτα στα νερά του Αιγαίου ανοικτά της Χίου.