“Ανεμοδαρμένα Ύψη”. Mια στιλιζαρισμένη, πλην αμφιλεγόμενη διασκευή
Η κινηματογραφική εκδοχή της Έμεραλντ Φέννελ πάνω στο κλασικό μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ Ανεμοδαρμένα Ύψη αποτελεί μια τολμηρή αλλά αμφιλεγόμενη προσέγγιση, η οποία, παρά την εντυπωσιακή της εικόνα, δυσκολεύεται να αποδώσει το συναισθηματικό βάθος του πρωτοτύπου. Η ταινία αξιοποιεί με άνισο τρόπο τη Μάργκο Ρόμπι και τον Τζέικομπ Έλορντι, ενώ ξεχωρίζει η παρουσία του Μάρτιν Κλουνς, που προσδίδει σταθερότητα και θεατρικότητα στο σύνολο.

Η σκηνοθέτις μετατρέπει την ιστορία της Κάθι και του Χίθκλιφ σε μια υπερβολικά στιλιζαρισμένη αφήγηση, που θυμίζει φωτογράφιση μόδας. Η έμφαση στον ερωτισμό και τη σκηνοθετική πρόκληση κυριαρχεί συχνά σε βάρος της εσωτερικής έντασης και της ψυχολογικής πολυπλοκότητας των ηρώων. Σε ορισμένες σκηνές, η επιλογή αυτή αγγίζει τα όρια της ειρωνείας, απομακρύνοντας την ταινία από τη δραματική ουσία του έργου της Μπροντέ.
Αυτή όμως είναι η εκδοχή της Φέννελ για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη — ή ίσως «Ανεμοδαρμένα Ύψη», όπως υποδηλώνει και η χρήση εισαγωγικών στον τίτλο, σε μια μεταμοντέρνα χειρονομία που μοιάζει να αποστασιοποιείται από την έννοια της πιστής διασκευής.
Η Κάθι παρουσιάζεται ως μια εύθραυστη αλλά έντονα εξιδανικευμένη φιγούρα, ενώ ο Χίθκλιφ ως σκοτεινός, απομονωμένος χαρακτήρας, περισσότερο σύμβολο παρά τραγικός ήρωας. Στη συνέχεια, η εικόνα του εξευγενίζεται αισθητά, ακολουθώντας μια πιο συμβατική κινηματογραφική γραμμή.

Στα παιδικά τους χρόνια, η μικρή Κάθι Έρνσο εμφανίζεται ζωηρή και κακομαθημένη, υπό την προστασία του πατέρα της, τον οποίο ενσαρκώνει με ιδιαίτερη άνεση ο Μάρτιν Κλουνς. Η Φέννελ προχωρά σε σημαντικές αφηγηματικές περικοπές: καταργεί τον χαρακτήρα του Χίντλεϊ και μεταφέρει στοιχεία της παρακμής του στον πατέρα, ενώ παραλείπει και το δεύτερο μισό του μυθιστορήματος που αφορά τη νέα γενιά. Παράλληλα, το ζήτημα της διαφορετικότητας του Χίθκλιφ υποβαθμίζεται, χωρίς να εξετάζεται ουσιαστικά.
Η υιοθεσία του Χίθκλιφ από τον Έρνσο, τον οποίο συναντά στους δρόμους του Λίβερπουλ, διαμορφώνει τη βασική δυναμική της ιστορίας. Τα δύο παιδιά μεγαλώνουν δεμένα, όμως ως ενήλικες, με σαφείς κοινωνικούς διαχωρισμούς, αδυνατούν να αναγνωρίσουν ή να εκπληρώσουν τα αισθήματά τους. Η Κάθι, μπροστά στην οικονομική κατάρρευση της οικογένειας, επιλέγει να παντρευτεί τον εύπορο αλλά άχρωμο Έντγκαρ Λίντον, γεγονός που οδηγεί τον Χίθκλιφ στην αποχώρηση και, αργότερα, στην εκδικητική επιστροφή του.
Στο τελευταίο μέρος, η ταινία υιοθετεί έναν έντονα συναισθηματικό και επιταχυνόμενο ρυθμό, με έμφαση στο μελόδραμα και τη μουσική επένδυση, σε ένα ύφος που θυμίζει περισσότερο σύγχρονη ποπ αισθητική παρά κλασικό λογοτεχνικό δράμα.
Σε σύγκριση με τις προηγούμενες ταινίες της Φέννελ (Saltburn, Promising Young Woman) ή με τη ριζοσπαστική διασκευή της Άντρεα Άρνολντ το 2011, η νέα εκδοχή στα Ανεμοδαρμένα Υψη δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την εικόνα και τη στάση παρά για τη συναισθηματική αλήθεια του έργου. Το αποτέλεσμα είναι μια καλαίσθητη, αλλά τελικά αποστασιοποιημένη κινηματογραφική εμπειρία.