Η στρατιωτική σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν μεταφέρει το επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομικής ανησυχίας από τους δασμούς και τις πολιτικές αναταράξεις στην ενέργεια. Παρά τον εμπορικό πόλεμο του Ντόναλντ Τραμπ, τις επιθέσεις σε θεσμούς όπως η Fed και τις γεωπολιτικές εντάσεις, η παγκόσμια ανάπτυξη είχε αποδειχθεί αξιοσημείωτα ανθεκτική: Ο πληθωρισμός υποχωρούσε και οι αγορές μετοχών, ιδίως στην Ευρώπη, κατέγραφαν νέα υψηλά. Πλέον, όμως, όλα εξαρτώνται από το πετρέλαιο — και κυρίως από το αν θα διαταραχθούν οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Τα Στενά, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% του πετρελαίου και σημαντικό ποσοστό υγροποιημένου φυσικού αερίου, αποτελούν τον κρισιμότερο ενεργειακό «λαιμό μπουκαλιού» παγκοσμίως. Αν υπάρξει παρατεταμένο και πλήρες κλείσιμό τους, οι αναλυτές προειδοποιούν για εκτίναξη της τιμής του Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Ήδη το πετρέλαιο κινείται σε υψηλό 7μήνου, κοντά στα 73 δολάρια, έχοντας αυξηθεί σχεδόν 12% τον τελευταίο μήνα λόγω των φόβων σύγκρουσης.
Υπάρχουν δύο βασικά σενάρια. Το ακραίο προβλέπει γενικευμένη και παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, με «μνημειώδες σοκ» στις τιμές ενέργειας. Το ηπιότερο — και πιθανότερο — αφορά στοχευμένη διακοπή των ιρανικών εξαγωγών χωρίς πλήρες μπλοκάρισμα των Στενών, οδηγώντας το πετρέλαιο στα 80 δολάρια ή λίγο υψηλότερα. Η απόφαση του OPEC+ να αυξήσει ελαφρώς την παραγωγή τον Απρίλιο επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές, αν και η αύξηση είναι περιορισμένη.
Για τις ΗΠΑ, η ενεργειακή αυτάρκεια (μόλις 17% εισαγόμενη ενέργεια το 2024) δεν συνεπάγεται ανοσία. Οι διεθνείς τιμές καθορίζουν το κόστος καυσίμων και, κατά συνέπεια, τον πληθωρισμό. Πετρέλαιο στα 100 δολάρια θα μπορούσε να ωθήσει τον αμερικανικό πληθωρισμό πάνω από το 4%, από 2,4% σήμερα, καθιστώντας λιγότερο πιθανές τις μειώσεις επιτοκίων από τη Fed. Κάθε διατηρήσιμη αύξηση 10 δολαρίων στο βαρέλι αφαιρεί 0,1–0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη μέσα σε ένα έτος. Σε ακραίο σενάριο 120 δολαρίων, το πλήγμα θα ήταν σημαντικό για ΗΠΑ και παγκόσμια οικονομία.
Παράλληλα, υψηλότερες τιμές πετρελαίου τείνουν να ενισχύουν το δολάριο — κατά 0,5–1% για κάθε αύξηση 10% της τιμής του αργού — επιβαρύνοντας περαιτέρω τις αναδυόμενες αγορές. Η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, που απορροφούν πάνω από το 80% των ροών μέσω Ορμούζ, θα ήταν οι πρώτες που θα ένιωθαν την πίεση. Η άνοδος του Brent στα 100 δολάρια θα μπορούσε να προσθέσει 0,6–0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό.
Η Ευρώπη, ιδιαίτερα ευάλωτη στο LNG, θα δεχόταν ισχυρό σοκ στο ενεργειακό κόστος. Η ΕΚΤ, με πληθωρισμό στο 1,7%, ίσως διατηρήσει στάση αναμονής, αλλά για την Τράπεζα της Αγγλίας, όπου η νομισματική επιτροπή είναι διχασμένη, ένα νέο ενεργειακό σοκ θα περιέπλεκε τις αποφάσεις για μείωση επιτοκίων.
Τέλος, η σύγκρουση προστίθεται σε ένα ήδη εύθραυστο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Οι τραπεζικές και τεχνολογικές μετοχές στις ΗΠΑ πιέζονται, ενώ η συσσώρευση γεωπολιτικών σοκ — από τη Βενεζουέλα έως τη Γροιλανδία και τους δασμούς — υπονομεύει την εμπιστοσύνη. Παρά την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας μέχρι σήμερα, ένας παρατεταμένος πόλεμος στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να ανατρέψει το αφήγημα σταθεροποίησης, μετατρέποντας την ενεργειακή αβεβαιότητα σε γενικευμένη μακροοικονομική δοκιμασία.