Το δίλημμα του Καναδά στην επίθεση κατά του Ιράν
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Ο Καναδάς βρίσκεται σήμερα σε μια δύσκολη και αντιφατική θέση απέναντι στην επίθεση του Ντόναλντ Τραμπ κατά του Ιράν· μια θέση που συνδυάζει στρατηγική επιφυλακτικότητα και μια εμφανή αντίδραση στην αυθαιρεσία του προέδρου Τράμπ.
Τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα: η Οτάβα στηρίζει τον αμερικανικό στόχο να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου από το Ιράν, αλλά αποφεύγει κάθε στρατιωτική εμπλοκή και δείχνει καθαρά ότι δεν αισθάνεται άνετα με την κλιμάκωση που έχει προκαλέσει ο Τραμπ.
Αυτή η διττή στάση δεν είναι επικοινωνιακό λάθος· είναι η ουσία του καναδικού διλήμματος.
Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι ο Καναδάς στηρίζει κατά μία έννοια την αμερικάνικη επίθεση επειδή το Ιράν αποτελεί «κύρια πηγή αστάθειας και τρομοκρατίας στη Μέση Ανατολή» και δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο. Την ίδια στιγμή, όμως, υπογραμμίζει ότι ο Καναδάς δεν συμμετείχε στον σχεδιασμό, δεν έλαβε μέρος στη στρατιωτική προετοιμασία και δεν προτίθεται να εμπλακεί επιχειρησιακά.
Πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία: υποστήριξη χωρίς συμμετοχή, αλληλεγγύη χωρίς συνενοχή. Η πολιτική διαχείριση αυτής της θέσης υπήρξε αδέξια.
Μέσα σε λίγες ημέρες, η κυβέρνηση διατύπωσε τη θέση της, την αναδιατύπωσε και στη συνέχεια φάνηκε να την αποδυναμώνει, προκαλώντας σύγχυση τόσο στους συμμάχους όσο και στους πολίτες. Αυτή η ταλάντευση δεν οφείλεται απλώς σε κακή επικοινωνία· αποκαλύπτει μια κυβέρνηση που προσπαθεί να συμφιλιώσει δύο αντιφατικές ταυτότητες: τον πιστό σύμμαχο που στέκεται στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών σε στιγμές κρίσης και τη μεσαία δύναμη που έχει οικοδομήσει τη διεθνή της εικόνα πάνω στη διπλωματία, τη μετριοπάθεια και τον πολυμερή διάλογο.
Οι κίνδυνοι αυτής της πολιτικής είναι πραγματικοί. Ειδικοί ασφαλείας προειδοποιούν ότι η στάση του Καναδά μπορεί να τον καταστήσει δευτερεύοντα στόχο ιρανικών αντιποίνων, κυρίως μέσω κυβερνοεπιθέσεων, τρομοκρατικών χτυπημάτων ή ενεργειών που στοχεύουν τις ιρανικές κοινότητες της διασποράς.
Ο Καναδάς είναι ευάλωτος ακριβώς επειδή ευθυγραμμίζεται με την Ουάσιγκτον χωρίς να διαθέτει το στρατηγικό βάρος για να επηρεάσει τη σύγκρουση ή να προστατευθεί από τις συνέπειές της. Είναι εκτεθειμένος χωρίς να παίζει κάποιο καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σύγκρουση των γιγάντων. Το στοιχείο που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση είναι ο παράγοντας Τραμπ.
Ο Καναδάς καλείται να διαχειριστεί μια σύγκρουση που καθοδηγείται από έναν Αμερικανό πρόεδρο του οποίου τα ένστικτα συχνά αποσταθεροποιούν την ίδια τη διεθνή τάξη στην οποία στηρίζεται η καναδική εξωτερική πολιτική. Η Οτάβα δεν επέλεξε ούτε τον χρόνο ούτε τη φύση των επιθέσεων, αλλά τώρα καλείται να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Η γλώσσα του Κάρνεϊ — υποστήριξη χωρίς εμπλοκή — είναι η γλώσσα μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να διατηρήσει την αξιοπιστία της απέναντι στον σημαντικότερο σύμμαχό της, ενώ ταυτόχρονα αποστασιοποιείται από τις υπερβολές της αμερικανικής στρατηγικής.
Το ηθικό και ρεαλιστικό κόστος αυτής της στάσης είναι δύσκολο να μετρηθεί, αλλά είναι υπαρκτό. Με την έγκριση μιας προληπτικής στρατιωτικής επιχείρησης που σκότωσε την ιρανική ηγεσία και κλιμάκωσε τις περιφερειακές εντάσεις, ο Καναδάς κινδυνεύει να υπονομεύσει τη φήμη του ως διαμεσολαβητή και υπερασπιστή της ειρηνικής διπλωματίας. Κινδυνεύει να εμφανιστεί ως χώρα που αντιδρά αντί να καθοδηγεί, που ευθυγραμμίζεται από ανάγκη και όχι από αρχές. Και κινδυνεύει να αποξενώσει πολίτες που περιμένουν από την κυβέρνησή τους να προωθεί την αποκλιμάκωση και όχι να στηρίζει σιωπηρά μια διευρυνόμενη σύγκρουση. Συνολικά, τα γεγονότα σκιαγραφούν μια χώρα παγιδευμένη ανάμεσα στια αρχές της και τα γεγονότα εν εξελίξει.
Ο Καναδάς στηρίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες επειδή το επιβάλλει η γεωπολιτική πραγματικότητα· αποστασιοποιείται επειδή το υπαγορεύει η συνείδησή του· και αισθάνεται ηθικό βάρος για την κατάσταση επειδή αντιλαμβάνεται το εύρος των συνεπειών.
Δεν πρόκειται για υποκρισία· είναι η πραγματικότητα μιας μεσαίας δύναμης που προσπαθεί να κινηθεί σε έναν κόσμο όπου ο στενότερος σύμμαχός της αποτελεί ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη πηγή στρατηγικής ανησυχίας.