Η πολιτική με άλλα μέσα

Αν χρησιμοποιούσαμε τον συμβατικό ορισμό του πολέμου, θα μιλάγαμε για «σύγκρουση δύο οργανωμένων ενόπλων δυνάμεων όπου η μία επιδιώκει να καταστρέψει την άλλη, να κάμψει τη βούληση της αντίπαλης πλευράς για αντίσταση, κυρίως, μέσω της εξολόθρευσης των μελών του αντίπαλου στρατού». Ο ορισμός έρχεται από τον κλασικό θεωρητικό του πολέμου, τον στρατηγό Καρλ φον Κλαούζεβιτς (1780-1831). Στο επίκεντρό του ξεχωρίζει η μαζική εξόντωση – που επιβεβαιώθηκε από τις εκατόμβες των δύο παγκοσμίων πολέμων του 20ού αιώνα.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στους πολέμους του 21ου αιώνα. Αλλά πέρα από το χάος και τον όλεθρο, είναι σαφές ότι κύριος στόχος του πολέμου δεν είναι μόνο η «καταστροφή του εχθρού» ώστε να μην μπορεί να αντισταθεί. Υπάρχει η διάσταση των συγκαλυμμένων στόχων. Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, Μάρτιν Σο, στη δική του μελέτη με τίτλο «Πόλεμος και γενοκτονία: οργανωμένες δολοφονίες στη σύγχρονη κοινωνία» κάνει ένα βήμα παραπέρα και παρουσιάζει το πιο ανησυχητικό μοτίβο: η πιθανότητα σφαγής και μαζικής εξόντωσης είναι βαθιά ριζωμένη στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές σχέσεις του σύγχρονου κόσμου (στην ελληνική εμπειρία, για παράδειγμα, αυτό έγινε με τον λιμό της Κατοχής και επιβεβαιώθηκε εκ νέου με τις συγκλονιστικές -από κάθε άποψη- φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944.)
Η ιδέα που κάνει τη μελέτη του Σο να ξεχωρίζει από τις άλλες μελέτες περί πολέμου είναι ότι οι τελευταίες αντιμετωπίζουν τον πόλεμο και τη γενοκτονία ως ξεχωριστά πράγματα (δηλαδή, άλλο ο πόλεμος κι άλλο η γενοκτονία). Στο «Πόλεμος και γενοκτονία» αποκαλύπτει διεξοδικά τούς μεταξύ τους δεσμούς. Δείχνει ότι η συνειδητή επιχείρηση του πολέμου και η γενοκτονία πάνε μαζί. Το είδαμε στη Γάζα, το είδαμε στην Ουκρανία (δεν αναφέρομαι μόνο στο Χολοντομόρ των Ουκρανών της εποχής του Στάλιν το 1932–1933). Το είδαμε με τις «παράπλευρες απώλειες» σε όλους σύγχρονους πολέμους, από τη Βοσνία μέχρι την Αφρική και μέχρι τον ISIS στη Συρία, και σήμερα στην Τεχεράνη και τον Λίβανο. Στην Τεχεράνη, δεν είναι μόνο οι νεκρές μαθήτριες από τον βομβαρδισμό του σχολείου· είναι αυτό που ονομάζεται «χημική ρύπανση πολέμου» που προκαλεί μόλυνση αέρα, εδάφους, νερού και κίνδυνο μαζικών θανάτων (και διαφέρει από τα χημικά όπλα). Ολα αυτά συμβαίνουν επειδή μπορούν να εκδηλωθούν μόνο εν μέσω πολέμου και επειδή η γενοκτονία είναι μια μορφή πολέμου που στρέφεται κατά των άμαχων πληθυσμών. Η σύγχρονη εικόνα υπογραμμίζει τη λεπτή γραμμή, με την οποία ο πόλεμος περιλαμβάνει στα εργαλεία του και τη μαζική εξόντωση των αμάχων ως σκόπιμη ενέργεια καθαυτή αλλά και ως μέσο μαθητείας στην υποταγή και στον φόβο.
Επομένως, πού βρισκόμαστε; Πού αρχίζει και πού τελειώνει ο πόλεμος; Πώς σταματούν τα όπλα; Ναι μεν, οι πόλεμοι δεν μοιάζουν με πολέμους της εποχής του Κλαούζεβιτς. Αλλά εάν σταθούμε στην ουσία της βασικότερης αρχής του «Περί πολέμου» θα βλέπαμε το πιο συγκλονιστικό συμπέρασμα: ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής (δηλαδή, του πολιτικού διαλόγου) με άλλα μέσα». Η ερμηνεία αυτής της ιδέας είναι ότι η πορεία του πολέμου καθορίζεται από τους πολιτικούς στόχους του. Ομως, το πραγματικό βάθος του Κλαούζεβιτς έγκειται στη διερεύνηση της «ετερότητας» των στρατιωτικών μέσων («otherness») – και εδώ, το ακατάληπτο «ετερότητα» έχει τη σημασία της «διαφορετικής λογικής», της διαφορετικής νοηματοδότησης των στρατιωτικών εργαλείων και του πολέμου καθαυτού.
Λόγου χάρη, τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, θέλοντας να βρει κάποια λογική στη «στρατηγική Τραμπ», δήλωνε ότι «δεν βρισκόμαστε σε πόλεμο, αλλά δεν είμαστε πλέον ούτε σε ειρήνη». Η σοφία που δεν είπε τίποτα. Στην πραγματικότητα, ο Μερτς και άλλοι ηγέτες προσπαθούν να ξορκίσουν τους κινδύνους, να κατευνάσουν την παγκόσμια αβεβαιότητα που απειλεί τις κοινωνίες τους, με συμβατικούς όρους προκειμένου να καθησυχάσουν τα εθνικά τους ακροατήρια. Το ίδιο κάνουν οι πολέμαρχοι «ειρηνοποιοί» (Τραμπ, Νετανιάχου, Πούτιν, Ζελένσκι, οι μουλάδες του Ιράν). Αλλά τους διευκολύνουν οι Μακρόν, Μερτς, Στάρμερ κ.ά . Απευθύνονται σε εθνικά ακροατήρια και μέσω του πολέμου (που δεν είναι ακριβώς πόλεμος) υπόσχονται ειρήνη και ευημερία (που οι ίδιοι υπονομεύουν).
Υπόσχονται σταθερότητα με αποσταθεροποίηση, ενοχοποιώντας το αίτημα της ειρήνης. Απειλούν ότι εάν δεν παραμείνουν στις θέσεις τους -και χωρίς να αμφισβητούνται- θα καταρρεύσουν τα πάντα. Με δύο λόγια, δεν τερματίζουν τον πόλεμο και ούτε καν το σκέφτονται. Επανεξοπλίζονται. Προσπαθούν να ελέγξουν την αντίληψή μας για τον κίνδυνο του πολέμου. Ετσι, για κάθε κοινωνική λαθροχειρία, αδικία και ανισότητα, έχουν πάντα κάτι να δείχνουν. «Γιατί πεινάμε και κρυώνουμε κ. πρωθυπουργέ;» – «Ρωτήστε τον Χαμενεΐ και τον Πούτιν». Λογικό, αλλά χωρίς να είναι.