Περί Ποίησης | Ρίτσα Μασούρα: «Ναι, καμιά φορά, μια πανοπλία κρίνεται αναγκαία»

07/10/2026

Περί Ποίησης | Ρίτσα Μασούρα: «Ναι, καμιά φορά, μια πανοπλία κρίνεται αναγκαία»

Συνέντευξη στην  Ελένη Γκίκα //

 

«Νομίζω ότι μπορείς να γράψεις όταν έχει αγριέψει πολύ το μέσα σου, όταν είσαι έτοιμος να θρυμματίσεις την οροφή, αλλά κι όταν, άγνωστο γιατί, καθώς ποτέ δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, αισθάνεσαι την αδικία και την έλλειψη συμπόνιας. Όταν συναντάς άστεγους στους δρόμους της πόλης, όταν κατακλύζεσαι από ειδήσεις για δολοφονίες γυναικών και παιδιών, για εφηβικές «συμμορίες» στον δρόμο, και τότε λες, εγώ πού είμαι; Τι ακριβώς κάνω; Σαν να ωριμάζεις, σαν να θέλεις να γίνεις η ρομφαία, αλλά δεν μπορείς και το ξέρεις εξ αρχής το πόσο ασήμαντος είσαι. Και ίσως έτσι φτάνεις στον στίχο, σκύβεις πάνω στο χαρτί, και το μολύβι, η πένα, ο κέρσορας γίνονται δόρατα που εκτοξεύονται αδιακρίτως. Ναι, καμιά φορά, μια πανοπλία κρίνεται αναγκαία».

 

Απόφοιτος της Νομικής Αθηνών η Ρίτσα Μασούρα, δημοσιογράφος, επί σειρά ετών αρχισυντάκτρια διεθνών ειδήσεων και ελεύθερου ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Καθημερινή», με 13ετή θητεία στο Τμήμα Ειδήσεων της Δημόσιας Τηλεόρασης (ΕΡΤ), με τετραετή θητεία στο Υπουργείο Εργασίας, με διαλέξεις στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο της Αγίας Παρασκευής και στη Βιβλιοθήκη Αικατερίνης Λασκαρίδη, με συμμετοχή στα e- learning προγράμματα για τον αγροτουρισμό στο ΕΚΠΑ, freelance blogger στην HuffingtonPost.gr, PR στη ΜΚΟ ΕΛΙΖΑ, διαχειρίστρια του ειδησεογραφικού-πολιτιστικού μαγκαζίνο, artpointview, μέλος του Ελληνικού Τμήματος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων(AEJ) και… social media freak. Γεννήθηκε στον Πειραιά, αλλά θεωρεί τον εαυτό της Αρκά και είναι μητέρα δύο αγοριών.

 

 

Η Ρίτσα Μασούρα συχνά αναζητά τις δικές της αλήθειες μέσα στην πραγματικότητα της καθημερινότητας, της απώλειας και της φθοράς κι έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: «Οι άγκυρες δεν ωφελούν», «Σπονδή στο γαλάζιο» και «’Έρωτες της ψυχής και τ’ ουρανού», εκδόσεις Φίλντισι. (Οι εικονογραφήσεις των συλλογών ανήκουν κατά σειρά στον Γιάννη Ψυχοπαίδη, την Ελπίδα Βουτσά και στην Αγγελική Αντωνέα). Γιατί, όπως λέει η ίδια, πάντα έρχεται η ώρα που ό,τι υπάρχει εντός μας απελευθερώνεται, συναντά τους όμοιούς του, κάποιες φορές παίρνει τη μορφή ποιήματος και όλα αίφνης κινούνται με ασύλληπτες ταχύτητες προς τα εμπρός.

 

 

 

-Κυρία Μασούρα, μετά την πρώτη σας συλλογή αισθανθήκατε συναισθηματικά δικαιωμένη, ώστε να αποφασίσετε τα επόμενα βήματά σας ;

Μετά την πρώτη συλλογή, με τον τίτλο «Οι ‘Άγκυρες δεν Ωφελούν» δεν αισθάνθηκα για κάτι δικαιωμένη. Προς τι άλλωστε; Το τόλμησα και είπα «ας πάμε παρακάτω». Για να είμαι ειλικρινής βρήκα έναν τρόπο να λύσω τις αλυσίδες μου και να επιδιώξω να ζήσω πιο κοντά στους ανθρώπους, στις χαρές, στις λύπες τους, αλλά πάντα με γνώμονα την έμφυτη αυτοσυγκράτηση.

 

-Ένας τίτλος οφείλει να είναι ένα δυνάμει ποίημα; Στα ποιήματά σας πώς προκύπτουν οι τίτλοι;

Πολλές φορές ναι. Έχεις μια λέξη κατά νου, μια ιδέα, έναν αφηρημένο πλαίσιο και ξαφνικά, ανεπαισθήτως όπως έλεγα μικρή, κάτι γράφεις. Οπότε ο τίτλος προϋπάρχει, δεν έπεται. Αλλά συχνά γράφεις στίχους στη σειρά, αναρωτιέσαι μόνος «μα τι ακριβώς θέλω να πω;», τους κλείνεις στο συρτάρι σε κίτρινα χαρτάκια ασφαλείας, οπότε αργότερα ο τίτλος προκύπτει ύστερα από ουσιαστική αναζήτηση.

 

-Μια ποιητική συλλογή οφείλει να είναι ένας κύκλος; Να διαθέτει κοινή συνισταμένη, ή όχι απαραίτητα;

Θα είχε ενδιαφέρον μια συλλογή να είναι ένας κύκλος, αλλά δεν είναι θέσφατο αυτό. Στην πρώτη συλλογή μου, πάλευα να στήσω αυτόν τον κύκλο, ενώ στη δεύτερη είχα αποδεσμευτεί από τα πολλά τα πρέπει. Σαν να είχα κάνει το …καθήκον μου. ‘Ήμουν μερικώς ελεύθερη και μακριά από κοινές συνισταμένες. Εκ των υστέρων, η συλλογή μου φάνηκε ασπόνδυλη. Μπορεί να ήταν ιδέα μου, ως συνήθως, καθώς η ανασφάλεια είναι το alter ego μου. Στην τρίτη συλλογή, άφησα τον εαυτό μου να γράψει ό,τι αισθανόταν, ό,τι είχε «παραμελήσει» στα χρόνια που πέρασαν. Γι’ αυτό άλλωστε, ανάμεσα στις ενότητες υπάρχει μια που αφορά τον Κέρουακ, την Πλαθ, τον Λόρκα, τον Νερούδα – κάτι σαν εσωτερικό προσκύνημα σ’ όλον αυτό τον, λογοτεχνικά, ασύλληπτο κόσμο τους που τόσο πολύ προσπάθησα να κατανοήσω.

 

-Υπάρχει εμμονή στην ποίηση, όσον αφορά την θεματολογία, όπως και στην πεζογραφία; Και αν υπάρχει, η δική σας;

Συχνά είναι οι χαμένες ευθείες μου, η απώλεια των σημείων αναφοράς μου, αλλά και θέματα από την τρέχουσα ειδησεογραφία που ενδεχομένως μπορούν να αγγίζουν περισσότερους του ενός αναγνώστες. Αυτό όμως που τελικά κάνω, σπανίως ξεπερνά το κλασσικό «εξωτερικεύω τις σκέψεις μου».

 

-Υπήρξε ποιητής που σας έκανε να πείτε «αυτό θα γίνω;» Ποιητές που υπήρξαν σημείο αναφοράς σας;

«Αυτό θα γίνω» δεν διανοήθηκα να το ξεστομίσω. Αισθάνομαι όμως ότι με επηρέασε βαθιά ο Ντίνος Χριστιανόπουλος –«εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ..» και βεβαίως ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Υπήρξε μια φάση της ζωής μου που νόμιζα ότι είχα κάθε δικαίωμα να είμαι κομμάτι μιας κάποιας επανάστασης και με αυτή τη λογική προσκολλήθηκα στον Αναγνωστάκη, παρ’ ότι δεν μπορώ να πλησιάσω τη σκέψη του. Αλλά έχω το θράσος να καταφεύγω σ’ αυτόν, όχι μόνον στα επαναστατικά του, αλλά και στα άλλα, τα τρυφερά με όλες τις απουσίες καταγεγραμμένες.

«Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν

Για το σπίτι που κτίστηκε

Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν

Για τα πλοία που άραξαν

Για τη μάχη που κερδήθηκε

Για τον άσωτο που επέστρεψε

Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια».

 

 

 

 

-Ποίημα που ποτέ δεν ξεχνάτε; (άλλου ποίημα)

Θα αναφερθώ στον καβαφικό στίχο που νομίζω ότι μας ακολουθεί και θα μας ακολουθεί ως το τέλος της ζωής μας ….

 

«Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις»

 

 

-Ποιοι στίχοι σας, υπήρξαν για σας έκπληξη; (γεννήθηκαν απρόσμενα, ήταν σα να τους έγραψε άλλος, σας ξάφνιασαν κάπως;)

Νομίζω στίχοι αρκετά ερωτικοί – δεν είναι το στυλ μου, θέλω να πω. Οπότε ναι, εξεπλάγην με την ευκολία που αποτυπώθηκαν στο χαρτί.

 

-Θυμάστε το πρώτο σας ποίημα;

Ναι, το θυμάμαι και αφορούσε γεωμετρικά σχήματα. Ήμουν ένα πολύ πειθαρχημένο άτομο από την οικογένεια και μέσω της δουλειάς μου. Η δημοσιογραφία δεν είναι φαντασία, είναι η απόλυτη πειθαρχία στην έρευνα, στην πληροφορία και στον λόγο. Είναι όμως ΚΑΙ η τέχνη της αφήγησης! Οπότε, κάπως δικαιολόγησα τον εαυτό μου όταν έγραψα για την ασσυμετρία των πραγμάτων, όπως ακριβώς τη βιώνουμε ως μονάδες και ως μέλη μιας ασύμμετρης κοινωνίας.

-Από έλλειμμα γράφουμε ή από περίσσευμα;

Γράφουμε συχνά από περίσσευμα. Δεν ισχύει για όλους. Θα ήθελα να πω στον εαυτό μου ότι ίσως γράφω από περίσσευμα. Μήπως όμως δεν είμαι ειλικρινής;

-Και «η ποίηση το καταφύγιο που φθονούμε;» Η σημαντική ποίηση πότε γράφεται; Σε αντιποιητικούς καιρούς ή σε εποχές ευμάρειας;

Νομίζω ότι μπορείς να γράψεις όταν έχει αγριέψει πολύ το μέσα σου, όταν είσαι έτοιμος να θρυμματίσεις την οροφή, αλλά κι όταν, άγνωστο γιατί, καθώς ποτέ δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, αισθάνεσαι την αδικία και την έλλειψη συμπόνιας. Όταν συναντάς άστεγους στους δρόμους της πόλης, όταν κατακλύζεσαι από ειδήσεις για δολοφονίες γυναικών και παιδιών, για εφηβικές «συμμορίες» στον δρόμο, και τότε λες, εγώ πού είμαι; Τι ακριβώς κάνω; Σαν να ωριμάζεις, σαν να θέλεις να γίνεις η ρομφαία, αλλά δεν μπορείς και το ξέρεις εξ αρχής το πόσο ασήμαντος είσαι. Και ίσως έτσι φτάνεις στον στίχο, σκύβεις πάνω στο χαρτί, και το μολύβι, η πένα, ο κέρσορας γίνονται δόρατα που εκτοξεύονται αδιακρίτως. Ναι, καμιά φορά, μια πανοπλία κρίνεται αναγκαία.

-Ο Νάνος Βαλαωρίτης υποστήριζε ότι η ποίηση είναι χρησμική, εσείς τι πιστεύετε;

Ναι, μπορεί η ποίηση να είναι χρησμική και νομίζω ότι αυτός ο όρος έφτασε σε μας μέσω του Ηράκλειτου που άλλα έλεγε και σε άλλα μας οδηγούσε. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, παλεύω να διοχετεύσω τη λογική ροή της σκέψης μου στον στίχο και την ίδια στιγμή θέλω να δημιουργήσω προσμονή χρησμού. Μάλλον δεν το έχω! Πού ξέρετε; Αργότερα μπορεί.

–Πώς θα περιγράφατε την τελευταία σας ποιητική συλλογή «Έρωτες της ψυχής και τ’ ουρανού» ;

Θα την περιέγραφα σαν ένα ταξίδι ανάμεσα στους έρωτες, στη μνήμη, στην απώλεια και στη αναζήτηση κάποιου νοήματος που ακόμη μου διαφεύγει. Αναφορά σε κείνα που χάνονται, αλλά εξακολουθούν να επεκτείνουν τις ρίζες τους μέσα μας. Μια απόπειρα, σε τελευταία ανάλυση, να συνομιλήσω με όσα μας διαμορφώνουν και μας συνοδεύουν στη ζωή – εμάς τους μεγαλύτερους – ακόμη κι όταν νομίζουμε ότι όλα τα έχουμε αφήσει πίσω μας τακτοποιημένα σε κουτάκια

 

-Θα επιλέξετε για μας ένα ποίημά σας;

Τ’ αγκάθια μέσα μου και εκτός

 

Έβγαλε αγκάθια το σώμα μου

Απλώνονται μέσα μου

Υψηλός πυρετός

Τα άντεχα σχεδόν αβίαστα

με την ελπίδα

να κοπάσει

το συμβόλαιο της εχθρότητας

για τον έξω κόσμο

Τ’ αγκάθια όμως

επιμένουν να διεισδύουν ανελέητα

σαν παγιωμένες οφειλές

στο διάτρητο από χρέη σώμα.

Είχα ξεχάσει πως αν δεν τα ξεριζώσεις νωρίς

αιωρούνται εντός σαν σκελετοί ανθοφορούντες

Βρίσκουν αφύλακτες διαβάσεις

περάσματα ανοικτά

βορά σε ράμφη σκληρών προκλήσεων.

Κι ύστερα σε μια κορύφωση επινοητικότητας

στοχεύουν στα ανυποψίαστα αγγεία

ως το ναό της εύθραυστης καρδιάς μου

Να μη δοθεί ο χρόνος να παλέψει

αλλά να συντριβεί

κι από τις στάχτες της

να αναδυθεί ο νέος, άγνωστος σε μένα

έξωθεν εχθρός.

Σαν ένας αέναος κύκλος αντιπαλότητας

με εργαλείο τ’ αγκάθια

που δεν μαθήτευσαν ποτέ στην ποίηση.

Fractalart.gr 

  • Είδος: Σπονδυλωτό ποιητικό αφήγημα.

  • Θεματολογία: Η αναζήτηση του νοήματος της ζωής μέσα από παλιούς και νέους έρωτες και προσωπικές μετατοπίσεις.

Previous Story

Santantonio, μια έκθεση για τον φωτογραφικό ρεαλισμό στο Λόφος Art Project

Next Story

Fernweh: Η νοσταλγία για έναν τόπο όπου δεν έχουμε πάει ποτέ

Don't Miss