«ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΚΑΜΠΟΥ, αλλοτινά και θρυλούμενα», της Φωτεινής Μελισσαράτου Σίνου

11/10/2026

«ΠΕΡΙ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΚΑΜΠΟΥ, αλλοτινά και θρυλούμενα», της Φωτεινής Μελισσαράτου Σίνου

Σκέψεις μιας αναγνώστριας εξ Ευβοίας ορμωμένης…

Γράφει η Νταίζη Λεονάρδου*

Αν και ο πατέρας μου ήταν γέννημα θρέμμα του Αγίου (Ιστιαίας ή Αιδηψού), εγώ υπήρξα παιδί της πόλης. Το χωριό ήταν ο τόπος όπου ζούσαν θείοι, θείες, μεγαλύτερα ξαδέρφια και η κύρια βάση των καλοκαιρινών διακοπών. Ο δε Αγιόκαμπος, μια όμορφη αμμουδερή παραλία και μια ήρεμη θάλασσα που ποτέ δεν χαιρόμουν αρκετά, γιατί η διαδικασία του μπάνιου ακολουθούσε ένα αυστηρό στρατιωτικό τυπικό, 10.30 με 13.00! Όλες οι άλλες αποσπασματικές αναμνήσεις εμπεριείχαν βραδινά σινεμά στην Αιδηψό με γαλακτομπούρεκο από το ζαχαροπλαστείο του Πετράκου, τη σεπτεμβριανή εμποροπανήγυρη στην Ιστιαία και λίγες καλοκαιρινές γιορτές και εκδηλώσεις στην πλατεία του χωριού.

Τα εγκαίνια του Λαογραφικού Μουσείου τον Ιούνιο 2013 και η τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω ως βασική ομιλήτρια έγιναν η αφορμή να αναζητήσω περισσότερη και πιο ουσιαστική πληροφορία. Κι όταν πρόσφατα διάβασα τα «Αλλοτινά και θρυλούμενα» του Αγίου και Αγιοκάμπου, μέσα  στις γραμμές και τις εικόνες βρήκα ξεχασμένες αναμνήσεις, αφηγήσεις, λέξεις, τοπία, μορφές, ήχους και μυρωδιές.

Ας ξεφυλλίσουμε λοιπόν μαζί αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο. Αρχικά ο ίδιος ο τίτλος γεννά ενδιαφέρον, απορία και νοσταλγία. Θα μπορούσε κάποιος να πιστέψει – αν αγνοούσε το χωριό μας – ότι πρόκειται για συλλογή θρύλων κάποιας ανώνυμης Αγιότητας. Τα «αλλοτινά και θρυλούμενα» όμως ως υπόσχεση στον αναγνώστη αγγίζουν την ενδόμυχη ανάγκη να ακουμπήσουμε στο παρελθόν. Κι όχι μόνο στην τεκμηριωμένη ιστορική του μορφή αλλά και στο παραμύθι, αυτό που θέλουμε να πιστεύουμε χωρίς αποδείξεις.

 

Ας ρίξουμε μια ματιά και στο οπισθόφυλλο. Τοπόσημα παλιά και σύγχρονα και φορεσιές παραδοσιακές φορεμένες από μικρά κορίτσια συνδέουν άρρηκτα παρελθόν και μέλλον. Το βιβλίο λειτουργεί ως γέφυρα που ενώνει στο σήμερα όσα έφυγαν με αυτά που έρχονται. Και απόδειξη κομίζω τη συχνά επαναλαμβανόμενη από τη συγγραφέα λέξη «άπαυτα». Χρονικό επίρρημα είναι, δηλώνει εξακολουθητικότητα, άρα τη ζωή χωρίς σταματημό, την πολιτισμική συνέχεια.

Η δομή του βιβλίου κινείται σε δύο άξονες.

Στο πρώτο μέρος τον κύριο λόγο έχουν οι επιστήμες. Παρουσιάζεται η γεωφυσική και δημογραφική εξέλιξη της Β.Δ. Εύβοιας με επίκεντρο τα τρία χωριά: Άγιος, Αγιόκαμπος (οιονεί, το επίνειο) και Βαρβάρα (νέος οικισμός, καθαρά προσφυγικός). Χάρτες, γλωσσολογικές αναφορές, μυθολογικές παραδόσεις, ιστορικές πληροφορίες παρουσιάζουν τις μεγάλες γεωλογικές ανακατατάξεις και το ανάγλυφο της περιοχής, αλλά και τα ελληνικά φύλα που πρωτοκατοίκησαν αυτά τα εδάφη. Οι πόλεις της Ιστιαίας και της Αιδηψού είχαν τότε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Εδώ έρχεται επίκουρος στην κατανόηση των γραφομένων – κυρίως στο επίπεδο της γλωσσολογίας – μια προσωπική μου στιγμή. Πρωτοετής φοιτήτρια Αρχαιολογίας βρέθηκα στην Μεσσηνία, σε ανασκαφή θολωτού μυκηναϊκού τάφου στην περιοχή της Βοϊδο-κοιλιάς. Ο καθηγητής μου, ο αείμνηστος Γεώργιος Κορρές, όταν έμαθε ότι κατάγομαι από την Εύ–βοια είπε χαμογελώντας χωρίς να επεξηγήσει, «άρα βρίσκεσαι στο οικογενειακό σου περιβάλλον». Πολύ αργότερα συσχέτισα τη λέξη Βούς ως κοινό παρονομαστή των δύο τόπων.

Πολύ ενδιαφέρουσα βρήκα επίσης μια υπόθεση εργασίας σχετικά με την αρχική τοποθεσία του χωριού Άγιος. Η συγγραφέας, αρχαιολόγος η ίδια, εικάζει παραθέτοντας αναλυτική βιβλιογραφία ότι η αρχαία Ελλοπία, μια από τις πόλεις δήμους της Ιστιαϊκής επικράτειας, πιθανόν να ταυτίζεται με τον παραθαλάσσιο οικισμό Αγιόκαμπο. Γιατί όμως δεν έχει ακόμα εντοπιστεί αυτή η πόλη; Ίσως η έντονη τεκτονική δραστηριότητα κατάπιε στην κυριολεξία ένα θρυλούμενο – σε αφηγήσεις των «παλιών» – μικρό βασίλειο.

Διάσπαρτα αρχαιολογικά ευρήματα, σεισμοί, το πέρασμα αλλόφυλων και αλλόθρησκων κατακτητών, η πειρατεία, η μετανάστευση, η καταστροφή των αρχείων, προκαλούν ασάφεια στην ταύτιση των σημερινών οικισμών με τους τόπους του μακρινού παρελθόντος. Πιο ασφαλή συμπεράσματα έχουμε από τουρκικά και ελληνικά αρχεία, μετά από το 1830, όταν η Εύβοια αποτέλεσε μέρος του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Σε αρκετές σελίδες βρίσκουμε συμβολαιογραφικά έγγραφα και φορολογικά κατάστιχα που παρέχουν σαφέστερη εικόνα του Αγίου και της Βαρβάρας, που τότε αποτελούσαν κομμάτια μεγαλύτερων τσιφλικιών.

Στις επόμενες όμως χαριτωμένες σελίδες με τοπωνύμια το μυαλό γλυκαίνει, σαν να περνάς καλοκαίρι στο καλντερίμι και να ακούς γιαγιάδες να συνομιλούν στις αυλές. Αλήθεια, αυτή η ντοπιολαλιά με το χαρακτηριστικό φάγωμα του φωνήεντος πόσο μου θυμίζει Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη… Έχω πιάσει συχνά τον εαυτό μου να ταυτίζει τη Σκιάθο με τη Βόρεια Εύβοια, όχι μόνο στο φυσικό τοπίο αλλά και στην ανθρώπινη διάσταση. Ας θυμηθούμε τον Γεώργιο Δροσίνη που έζησε τα παιδικά του χρόνια στις σχετικά κοντινές Γούβες, στο τουρκικό διώροφο πυργόσπιτο του Ιμπραήμ Αγά όταν το 1831 αγοράστηκε από τον παππού του ποιητή. Σε πολλά έργα, πεζά και έμμετρα, αναγνωρίζουμε το χωριό και την ανθρώπινη και φυσική πραγματικότητα του 19ου αιώνα. Σήμερα εκείνο το σπίτι έχει γίνει Μουσείο και αποτελεί πόλο έλξης. Άραγε, αν κάποιος άνθρωπος του πνεύματος είχε ζήσει και δημιουργήσει στο δικό μας χωριό; αν ένας άλλος Παπαδιαμάντης είχε αποτυπώσει με την πένα του τα μέρη μας;

Κάπου εδώ η συγγραφέας γεφυρώνει την επιστήμη με τη λαογραφία. Φυσικά και η λαογραφία από την εποχή του Νικόλαου Πολίτη επιστήμη είναι. Αφού μελετά και καταγράφει τον λαϊκό πολιτισμό με σύστημα, σαφώς και είναι επιστήμη. Όμως τέτοιου είδους καταγραφές δεν απευθύνονται αποκλειστικά στη λογική, αλλά μας αγγίζουν βαθιά και στο συναίσθημα, γιατί πατούν πέρα από τη συλλογική μνήμη και στο ατομικό βιωματικό φορτίο.

Κι εδώ έρχεται η συγγραφέας να θυμίσει το παλιό γνωστό μύθο της ονοματοδοσίας του χωριού μας. Ο άγνωστος άγιος που προέβλεψε την έφοδο του εχθρού και έσωσε τους κατοίκους από τη σφαγή είναι μια γοητευτική εκδοχή. Συνδέει την πραγματικότητα της Τουρκοκρατίας και τα δεινά των ανθρώπων με την θεϊκή παρέμβαση. Ακουμπά στην ανθρώπινη ελπίδα για βοήθεια όταν όλα φαίνονται χαμένα.

Παράλληλα όμως αναφέρει και την πιο ρεαλιστική ερμηνεία. Στα μέσα του 19ου αιώνα ενώθηκαν οι τρεις υπάρχοντες οικισμοί, ο Απανάγιος, το Πανωχώρι και το Κατηχώρι. Τότε αναζητήθηκε όνομα για το καινούργιο χωριό και αφενός η λειτουργικότητα, αφετέρου η θρησκευτικότητα το βάφτισαν Άγιο. Λες από τον Άγιο Δημήτριο; Ή από τον Άγιο Γεώργιο; Τους δύο καβαλάρηδες αγίους που μαρτύρησαν για την πίστη του Χριστού; Εγώ πάντως στην ερώτηση «ποιος Άγιος», «Άγιος σκέτος» απαντώ…

Άρα, πού βρίσκεται η αλήθεια; Ας διαλέγουμε όποια εκδοχή μας ταιριάζει!

Η συγγραφέας καταγράφει και περιγράφει με λεπτομέρειες τα ιερά κτίσματα, λειτουργούντα ή ερείπια, με φωτογραφικό υλικό της ιδίας. Αναφέρει επίσης θρησκευτικές εθιμοτυπικές εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα το πανηγύρι στο Παλιομανάστρι στις 23 Αυγούστου που το θυμάμαι κι εγώ από τα παιδικά μου χρόνια. Τότε ακόμα η πορεία με τα πόδια γινόταν νύχτα ή ξημερώματα, κι εγώ αρνιόμουν πεισματικά να διακόψω τον καλοκαιρινό μου ύπνο και να πάρω μέρος σε κάτι που τότε θεωρούσα επιεικώς βασανιστικό γιατί δυστυχώς δεν καταλάβαινα.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο το μάτι σκαλώνει στο πετρόχτιστο σχολείο του 1903, δωρεά του εθνικού ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού. Άραγε ξέρουμε το σκεπτικό αυτής της απόφασης; Πώς αποφασίστηκε η χρηματοδότηση ενός σχολείου στη Βόρεια Εύβοια; Είχε άραγε ο Συγγρός οικονομικό ενδιαφέρον στην ευρύτερη περιοχή; Ή κάποιος φίλος ή συνεργάτης του εξ Αγίου ορμώμενος έκανε την πρόταση; Ίσως κάπου, σε κάποια αρχεία, να υπάρχει αυτή η πληροφορία, ίσως και όχι…

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ζωντανεύει ο παλιός Άγιος, μέσα όντως από «αλλοτινά και θρυλούμενα». Στις σελίδες του βλέπω με τα μάτια της φαντασίας ανθρώπους που πια δεν ζουν, σπίτια που πια δεν υπάρχουν…

Ξεκινώ τη βόλτα μου από το γιοφύρι της Κβέλας. Έχω ζωντανό ακόμα στ’ αυτιά μου τον μύθο της Ντούμινας, της πανέμορφης που ο πρωτομάστορας κάρφωσε τον ίσκιο της για να υψωθεί το γεφύρι σε μια πρωτότυπη παραλλαγή του «Γιοφυριού της Άρτας». Φτάνω στο Σταθμό έχοντας αντικρύσει πριν τα καντηλάκια του κοιμητηρίου. Ανεβαίνω τον κεντρικό δρόμο και συναντώ καφενεία, λιοτρίβια, εκκλησίες, μπακάλικα και ταβέρνες, κουρεία, τηλεφωνεία, τσαγκαράδικα και ραφτάδικα…

Βλέπω με τα μάτια του γοητευμένου αναγνώστη εμβληματικές φιγούρες του παλιού Αγίου, τεχνίτες, ντελάληδες, παγωτατζήδες, τον «μυθικό» στην υπέροχη πραγματικότητά του γιατρό Δημητρίου. Συναντώ τους πλανόδιους ραφτάδες, τους μάστορες της πέτρας, τους γανωματήδες και προς το σούρουπο χαζεύω τις κοπέλες στο νυφοπάζαρο. Πριν ανέφερα τις περιγραφές του Παπαδιαμάντη, τώρα θυμάμαι τις ηθογραφικές σελίδες του Βιζυηνού μέσα στις οποίες βολτάριζαν πραματευτάδες, γύφτοι και ξεματιάστρες…

Μπαίνω μέσα στα σπίτια και γεύομαι γλυκά και μεζέδες από τα χέρια των γυναικών. Από τα ίδια χέρια γεννήθηκαν και τα έργα των αργαλειών, χαλιά, κουβέρτες, μπατανίες, φορεσιές…

Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του βιβλίου διαβάζω τις συνήθειες των ανθρώπων και βομβαρδίζομαι με παλιές αυθεντικές λέξεις για τα σκεύη, τα ρούχα, ακόμα και για τους μήνες του χρόνου ανάλογα με τις αγροτικές εργασίες. Και ξαφνικά το μάτι αγκιστρώνεται σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία και ζωντανεύει ασπρόμαυρος και πολύ νέος – πολύ πιο νέος από ό,τι τον θυμάμαι – ο πατέρας μου. Περίεργα μαντηλωμένος με το άσπρο πουκάμισο, «μπράτιμος» στο γάμο του αδερφού του, του θείου μου, δεσπόζουσας μορφής της ζωής μου στον Άγιο.

Το βιβλίο της Φωτεινής Μελισσαράτου Σίνου είναι καρπός ενδελεχούς έρευνας και μεγάλης αγάπης για τον τόπο και τους ανθρώπους. Είναι μια κιβωτός για την περιοχή μας, πλούτος πληροφοριών και πλημμύρα συναισθημάτων. Λειτουργεί σαν αόρατο σκοινί που κρατά δεμένα τα βιώματά μας και μας παρακινεί να τα συγκρίνουμε, ίσως ασυναίσθητα, με παρόμοια ή και διαφορετικά άλλων τόπων και άλλων ανθρώπων. Κάπως έτσι πιστεύω πως χτίζεται ο μεγάλος πανανθρώπινος καμβάς του οποίου όλοι είμαστε κεντίδια.

Η γλώσσα; Πολύπλευρη, συνδυάζει την επιστημονική ακρίβεια της ερευνήτριας με την ποιητική ματιά της λογοτέχνιδας. Πολυσύνθετες λέξεις και παραστατικές εικόνες μαζί με έναν λόγο ρέοντα χτίζουν ένα περιβάλλον ανάγνωσης ταξιδιάρικο. Η Φωτεινή σε παρακινεί να βολτάρεις προς προς τον υδροβιότοπο της Αρμυρής και να θαυμάσεις την ομορφιά των καμαρωτών κύκνων, να μπεις στο Μουσείο για να χαϊδέψεις τα οικογενειακά υφαντά και να βρεις παλιές γιαγιάδες να σου διηγηθούν «αλλοτινά και θρυλούμενα».

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου οι μόνιμοι κάτοικοι θα αναγνωρίσουν τον καθημερινό βίο τους, όσοι σαν εμένα έχουν ρίζες σ’ αυτόν τον τόπο θα τον ακούσουν δυνατά να τους μιλά και όλοι οι υπόλοιποι θα δουν να ζωντανεύει στα μάτια τους το «χωριό», μια μικρή πατρίδα που δεν είναι όλοι τυχεροί να έχουν.

Καλοτάξιδο να είναι και καλοδιάβαστο.

*Η Νταίζη Λεονάρδου είναι φιλόλογος Μa.Ed.

Previous Story

ΒΙΒΛΙΟ: DON DeLILO, Κυνηγόσκυλο / Χρύσα Σπυροπούλου

Next Story

PODCAST BOOKISTAS Προσαρμογή στο σχολείο

Don't Miss