Ο άνθρωπος που ζωγράφιζε το φως και την απλή ζωή: Ο Βαν Γκογκ και οι επιστολές στον Τεό
Υπάρχει μια βαθιά αντίφαση στη ζωή και στο έργο του Βίνσεντ βαν Γκογκ. Ένας άνθρωπος που βασανίστηκε από τη μοναξιά, τη φτώχεια, την απόρριψη και τις προσωπικές του δοκιμασίες, άφησε πίσω του μια ζωγραφική γεμάτη φως, χρώμα και μια σχεδόν ανεξάντλητη αγάπη για τη ζωή.
Αυτή η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο συγκινητική όταν διαβάζει κανείς τις επιστολές του προς τον μικρότερο αδελφό του, Τεό. Δεν πρόκειται μόνο για την αλληλογραφία δύο αδελφών που συνδέονταν με βαθιά αγάπη. Είναι ένα σπάνιο ντοκουμέντο της εσωτερικής ζωής ενός καλλιτέχνη: οι αγωνίες του, οι απογοητεύσεις, οι οικονομικές δυσκολίες, οι σκέψεις του για την τέχνη, αλλά και η ακατάπαυστη ανάγκη του να ανακαλύπτει την ομορφιά στα πιο απλά πράγματα.
Μέσα από αυτές τις επιστολές αναδύεται ένας Βαν Γκογκ διαφορετικός από τον θρυλικό, βασανισμένο ζωγράφο της συλλογικής φαντασίας. Ένας άνθρωπος που, ενώ δυσκολευόταν να συμφιλιωθεί με την ίδια του τη ζωή, δεν έπαυε να την παρατηρεί με πάθος, να αναγνωρίζει την αξιοπρέπεια των ταπεινών και να αναζητά το φως ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές.
Κάποιες από τις επιστολές του προς τον Τεό
-Χάγη, 6–7 Ιουλίου 1882 — Το άδειο σπίτι
Ο Βανγκ μιλάει στον Τεό για τη μοναξιά που ένιωθε πριν αποκτήσει μια μορφή οικογενειακής ζωής με τη Σιέν και το παιδί της. Αναρωτιέται αν η ζωή χωρίς κάποιον να αγαπάς είναι πραγματικά ζωή. Και παραδέχεται ότι η αφοσίωση στην τέχνη δίνει νόημα στην ύπαρξή του, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές.
– Χάγη, 21 Ιουλίου 1882 — Ο άνθρωπος που θεωρείται ασήμαντος
Ο Βίνσεντ αναρωτιέται πώς τον βλέπουν οι άλλοι: σαν έναν παράξενο, δυσάρεστο άνθρωπο, χωρίς θέση στην κοινωνία. Θέλει, όμως, μέσα από τη ζωγραφική του να αποκαλύψει τι υπάρχει στην καρδιά ενός ανθρώπου που οι άλλοι θεωρούν ασήμαντο.
-Χάγη, 31 Ιουλίου 1882 — Τι οφείλει να κάνει ένας ζωγράφος
Μια μικρή διακήρυξη για την τέχνη. Ο Βίνσεντ υποστηρίζει ότι ο ζωγράφος οφείλει να παρατηρεί βαθιά τη φύση και να μεταφέρει στο έργο του τα προσωπικά του αισθήματα, ώστε να μπορούν να τα κατανοήσουν οι άλλοι. Αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τη δημιουργία έργων αποκλειστικά με στόχο την πώλησή τους.
-Χάγη, 11 Φεβρουαρίου 1883 — Η αγάπη δεν πεθαίνει με την πρώτη απογοήτευση.
Μια επιστολή με μια πολύ όμορφη εικόνα: η αγάπη, όπως και η φύση, περνά από περιόδους μαρασμού και αναγέννησης. Ο Βίνσεντ παρομοιάζει τις αλλαγές της αγάπης με την άμπωτη και την πλημμυρίδα. Τα νερά υποχωρούν και επιστρέφουν, αλλά η θάλασσα παραμένει. Και θεωρεί την αγάπη όχι μόνο συναίσθημα, αλλά κυρίως πράξη.
Τρεις πίνακές του (Οι Πατατοφάγοι, Το Υπνοδωμάτιο στην Αρλ και Η Έναστρη Νύχτα) μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε αυτή την αναζήτηση, έχοντας ως πολύτιμο συνομιλητή τις ίδιες του τις επιστολές.
Οι Πατατοφάγοι, 1885

Πέντε άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι. Ένα πιάτο πατάτες, λίγος καφές, μια λάμπα. Τα πρόσωπα τραχιά, τα χέρια παραμορφωμένα από τον μόχθο. Τίποτε ωραίο με τη συμβατική έννοια. Κι όμως, υπάρχει μια βαθιά ανθρώπινη ομορφιά.
Στην επιστολή της 30ής Απριλίου 1885 προς τον Τεό, ο Βαν Γκογκ εξηγεί ότι ήθελε να δείξει πως οι άνθρωποι αυτοί είχαν σκάψει τη γη με τα ίδια χέρια που τώρα έβαζαν στο πιάτο τους. Το φαγητό τους ήταν τίμια κερδισμένο. Δεν ήθελε να εξωραΐσει τους χωρικούς, αλλά να αποδώσει την αλήθεια της ζωής τους.
Αρλ, 1889 — Η δουλειά τον κρατά όρθιο

Έχοντας περάσει μια δύσκολη περίοδο, ο Βίνσεντ εξηγεί στον Τεό ότι η ζωγραφική δεν είναι απλώς μια απασχόληση που του αποσπά την προσοχή. Τον βοηθά να διατηρεί μια τάξη στην καθημερινότητά του. Συνεχίζει να δημιουργεί, να διαβάζει και να συζητά για τέχνη, ακόμη και όταν αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες.
Επιστολή 745
Το Υπνοδωμάτιο στην Αρλ, 1888
Ένα κρεβάτι, δύο καρέκλες, ένας μικρός καθρέφτης, μερικοί πίνακες στους τοίχους. Ένα δωμάτιο απλό, σχεδόν παιδικό. Και εδώ συμβαίνει κάτι εκπληκτικό. Ο άνθρωπος που τόσο συχνά ταλανίζεται από εσωτερική ανησυχία επιλέγει να ζωγραφίσει τη γαλήνη.
Στις 16 Οκτωβρίου 1888 γράφει στον Τεό ότι τα χρώματα πρέπει να δημιουργούν την αίσθηση της ανάπαυσης. Επιθυμεί η θέαση του πίνακα να ξεκουράζει το μυαλό, ή μάλλον τη φαντασία.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν ξέρουμε αν ο ίδιος αισθανόταν αυτή τη γαλήνη. Ξέρουμε, όμως, ότι επιδίωξε συνειδητά να τη δημιουργήσει με τη ζωγραφική του. Ίσως ζωγράφιζε όχι μόνο όσα έβλεπε, αλλά και όσα είχε ανάγκη.
Η έναστρη Νύχτα, 1889, Η αναζήτηση του άπειρου

Σεν-Ρεμί. Ο Βαν Γκογκ βρίσκεται στο θεραπευτήριο και ζωγραφίζει έναν ουρανό που μοιάζει να κινείται αδιάκοπα. Το χωριό κοιμάται. Τα σπίτια είναι ήσυχα. Αλλά πάνω τους ο ουρανός στροβιλίζεται, τα άστρα πάλλονται, το κυπαρίσσι υψώνεται σαν φλόγα. Ο πίνακας συνδυάζει την παρατήρηση με τη μνήμη και τη φαντασία. Δεν είναι μια πιστή καταγραφή όσων έβλεπε από το παράθυρό του. Είναι μια νέα πραγματικότητα που δημιουργεί ο ίδιος.
Επιστολή 782
«Επιτέλους έχω ένα τοπίο με ελιές, καθώς και μια νέα μελέτη ενός έναστρου ουρανού“, γράφει στον Τεό.
“Αν και δεν έχω δει τους τελευταίους καμβάδες ούτε του Γκογκέν ούτε του Μπερνάρ, είμαι αρκετά σίγουρος ότι αυτές οι δύο μελέτες για τις οποίες μιλώ είναι συγκρίσιμες στο συναίσθημα. Όταν θα έχεις δει αυτές τις δύο μελέτες για λίγο, καθώς και εκείνη με τον κισσό, θα μπορέσω ίσως να σου δώσω, καλύτερα απ’ ό,τι με λόγια, μια ιδέα για τα πράγματα που ο Γκογκέν, ο Μπερνάρ κι εγώ κουβεντιάζαμε μερικές φορές και μας απασχολούσαν. Δεν είναι μια επιστροφή στο ρομαντικό ή σε θρησκευτικές ιδέες, όχι. Ωστόσο, ακολουθώντας τον δρόμο του Ντελακρουά, περισσότερο απ’ όσο φαίνεται, μέσα από το χρώμα και ένα πιο αποφασιστικό σχέδιο παρά από την ακρίβεια της οφθαλμαπάτης, θα μπορούσε κανείς να εκφράσει μια φύση της υπαίθρου που είναι πιο αγνή από τα προάστια, τα μπαρ του Παρισιού.“
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ενώ η προσωπική του ζωή περιορίζεται δραματικά, ο ζωγραφικός του κόσμος μοιάζει να απλώνεται μέχρι το άπειρο.