«Γιώργο, να μου στείλεις ένα τόπι…» Γιώργος Ματσινόπουλος Εφηβικό Ημερολόγιο Κυπαρισσία 1941 – Αθήνα 1947

04/02/2026

 

«Γιώργο, να μου στείλεις ένα τόπι…»

Γιώργος Ματσινόπουλος

Εφηβικό Ημερολόγιο Κυπαρισσία 1941 – Αθήνα 1947

Επιμέλεια -Σχόλιο

Φανή Ματσινοπούλου

Εκδόσεις 24γράμματα

 

Όταν φτάνει στα χέρια σου ένα τέτοιο βιβλίο, πρέπει να σκύψεις με προσοχή σε αυτό,  όχι για να το ξεφυλλίσεις απλά, αλλά για να αισθανθείς, πέραν των εμπειριών του γράφοντος, την αύρα μιας μοναδικής σχέσης ανάμεσα σε έναν πατέρα και μια θυγατέρα.

 

Και ναι, θα έλεγα ότι το βιβλίο «Γιώργο, να μου στείλεις ένα τόπι…» του δικηγόρου Γιώργου Ματσινόπουλου – πατέρα της συγγραφέως Φανής Ματσινοπούλου – δεν είναι μόνον ένα ακόμη τεκμήριο μνήμης της περιόδου του Πολέμου και της Κατοχής. Είναι ένα μοναδικό, ίσως και τρυφερό, εφηβικό ημερολόγιο που διασώζει την εμπειρία της Ιστορίας μέσα από τη γλώσσα της ανάγκης, της στέρησης, του έρωτα και της βαθιάς ανθρώπινης αγωνίας. Η έκδοση, με επιμέλεια και σχόλια της θυγατέρας Φανής Ματσινοπούλου, (αναφορές και στον Αντώνη Σαμαράκη που έπαιξε το δικό του ρόλο σε αυτή την αμφίδρομη πορεία) φέρνει στο φως ένα κείμενο αυθεντικό, γραμμένο χωρίς πρόθεση λογοτεχνικής κατασκευής, αλλά με την αφοπλιστική ειλικρίνεια της βιωμένης εμπειρίας.

Ο Γιώργος καταγράφει τη ζωή του στην Κυπαρισσία και αργότερα στην Αθήνα, από το 1941 έως το 1947. Η γραφή του δεν εξωραΐζει τίποτα. Πείνα, φόβος, οργή, στέρηση, απώλεια, αλλά και στιγμές ελπίδας, συνυπάρχουν σε σελίδες που λειτουργούν περισσότερο ως εξομολόγηση παρά ως αφήγηση. Η περίφημη φράση «Γιώργο, να μου στείλεις ένα τόπι…» (η παράκληση του μικρού αδελφού) συμπυκνώνει την τραγικότητα της εποχής: ένα παιδί δεν ζητά παιχνίδια ή πολυτέλειες, αλλά το στοιχειώδες για να επιβιώσει.

 

Ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός ότι το ημερολόγιο δεν περιορίζεται στην Κατοχή, αλλά εκτείνεται και στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Έτσι, ο αναγνώστης παρακολουθεί όχι μόνο τον πόλεμο ως ιστορικό γεγονός, αλλά και τη μακρά σκιά του πάνω στις ψυχές των ανθρώπων. Η πείνα δεν τελειώνει με την απελευθέρωση· ούτε ο φόβος, ούτε η ανασφάλεια. Το κείμενο αποτυπώνει με ενάργεια αυτή τη συνέχεια της τραυματικής εμπειρίας.

 

Η συμβολή της Φανής Ματσινοπούλου στην έκδοση είναι καθοριστική. Στο εισαγωγικό σημείωμα, η σχέση κόρης–πατέρα λειτουργεί ως δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Δεν πρόκειται απλώς για φιλολογική επιμέλεια, αλλά για μια πράξη μνήμης, ευθύνης και σεβασμού απέναντι σε ένα κείμενο που έπρεπε να διατηρήσει την αυθεντικότητά του. Οι αναφορές στον Αντώνη Σαμαράκη και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε το χειρόγραφο υπογραμμίζουν τη λογοτεχνική και ηθική αξία του εγχειρήματος.

Η ίδια η Φανή Ματσινοπούλου λέει συχνά για το μοναχικό αλλά συναρπαστικό ταξίδι μέσα από το ημερολόγιο. Για την προσπάθεια της να ανασυνθέσει προτάσεις, ολόκληρες παραγράφους που από το χρόνο δεν ήταν πια ευανάγνωστες, να ελέγξει ξανά και ξανά τις πηγές που υπήρχαν στο ημερολόγιο, αλλά ακόμη κι αν δεν υπήρχαν εκείνη όφειλε να τις αναζητήσει και δεν δίστασε, δεν δείλιασε. “Πείραξα, μπαμπά μου, τη στίξη και το συντακτικό μόνο στα σημεία εκείνα που έκρινα απολύτως απαραίτητο….”.  Μας έδωσε έτσι ένα δυνατό πόνημα -ντοκουμέντο που προτείνω να διαβαστεί, καθώς ανάμεσα σε όλα αναδεικνύεται αφενός το διαμορφούμενο ήθος ενός εφήβου σε εποχές πολεμικές, η ευρυμάθεια ενός νέου που αναζητά με πάθος να προχωρήσει στη ζωή του, όμορφα τοπικιστικά στοιχεία, διαφορετικά κάθε φορά, αλλά και διάλεκτοι ή γλωσσικά ιδιώματα.

 

Το «Γιώργο, να μου στείλεις ένα τόπι…» δεν είναι βιβλίο εύκολο. Δεν διαβάζεται γρήγορα, ούτε άνετα. Είναι όμως ένα αναγκαίο βιβλίο. Ένα ντοκουμέντο που υπενθυμίζει ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνον από μεγάλες αφηγήσεις, αλλά από τις μικρές, καθημερινές φωνές που πάλεψαν να επιβιώσουν. Και αυτές οι φωνές, όταν ακούγονται, μας αφορούν πολύ περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε.

 

Ο πατέρας Ματσινόπουλος δεν πρόλαβε – μήπως τελικά δίστασε; – να εκδώσει ο ίδιος το ημερολόγιο εκείνης της εποχής. Καμιά φορά ο χρόνος λειτουργεί αντίστροφα για κάποιους ανθρώπους και αντί να μας ωθεί στο να κλείσουμε το χ κεφάλαιο, μας βρίσκει να γυρίζουμε γύρω από αυτό, ίσως θεωρώντας το ατελές. Δεν είναι κάτι που προσωπικά θα μπορούσα να απαντήσω, καθώς δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον δικηγόρο και πατέρα της Φανής, Γιώργο Ματσινόπουλο.

 

Όμως συγκινούμαι όταν διαβάζω τυχαία μια πρόταση του που ολοκληρώνει το ημερολόγιο της Δευτέρας, 23 Μάρτη 1942, όπου γράφει εν μέσω πολέμου, Ιταλών, τρένων και μιας διαδρομής χωρίς εισιτήριο… «Η ωραιότερη, ίσως, εκδρομή μου ως τώρα τελείωσε. Το βράδυ κοιμήθηκα έναν ύπνο ευτυχισμένο»

Σκεφθείτε λίγο τον έφηβο που παρά τις αντιξοότητες ή τις δυσκολίες ενός πολέμου βρήκε έναν τρόπο να κοιμηθεί ευτυχισμένος! ‘Οσο δε κι αν ηχεί υπερβολή ακόμη και στα δικά μου ώτα, αυτή η πρόταση είναι σαν παρακαταθήκη για το μέλλον του καθενός μέσα από ένα ογκώδες βιβλίο πλούσιο σε ύλη, βιώματα εμπειρίες και έμμεσες προτροπές.

 

ΥΓ “Γιώργο μου, αν έχεις τίποτα παλιόχαρτα μισογραμμένα… ή κανένα τετράδιο, μας στέλνεις. Δεν έχουμε καθόλου ούτε για σημειώμα.

Σε φιλώ Μάνα”

Κυπαρισσία, 14/1/1945 

 

Ρ.Μ.

 

Previous Story

Ιατρική και Ανθρώπινο Πρόσωπο | Η τέχνη στη θεραπεία – Μέρος Α Μια συζήτηση με τον ζωγράφο Γιάννη Καμίνη