Το έγκαυμα της ποίησης
Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του Θανάση Δρίτσα, «Θεραπευτικές Ιστορίες: Τετράδιο Ασκήσεων Ποιητικού Λόγου»
Αυτό που μένει σε μένα από τις ποιητικές συλλογές, είναι μια οσμή εγκαύματος. Μα τι παρομοίωση θα πει κανείς. Πολύ ματαιόδοξη να θέλει να αντικαταστήσει τη στίλβη ενός ποδηλάτου. Ωστόσο δεν μπορώ να πω κάτι άλλο από αυτό που αισθάνομαι όταν έρχομαι σε επαφή με τις αναθυμιάσεις του υπερβατικού λόγου, τόσο των καθιερωμένων ποιητών που διαβάζω και ξαναδιαβάζω όσο και «των ποιητών άσημοι που ‘ναι», ακόμα και τις εφηβικές απόπειρες έκφρασης που όλοι σχεδόν έχουν κάποτε κάνει στην εφηβεία και έχουν στη συνέχεια εγκαταλείψει σε ένα παλιό συρτάρι μαζί με τις κρέμες για τα σπυράκια και τις μισές καρδιές από τους ατελέσφορους μεγαλειώδεις εφηβικούς έρωτες.
Γιατί έγκαυμα για μένα η ποίηση; Γιατί τα είδα τα εγκαύματα στο ΚΑΤ στη Κηφισιά ειδικευόμενος ορθοπεδικός εκείνη την εποχή που κάλπαζα προς το άγνωστο μέλλον χωρίς να το ξέρω -νόμιζα ότι ακινητούσα. Δεν ξέχασα ποτέ τον πόνο και την απόγνωση που τον συνοδεύει, αλλά και την ελπίδα ίασης κάποτε λόγω της ελπιδοφόρου ύπαρξης πλεονάσματος δέρματος στον καθένα -πολύ ή λίγο- που δεν έχει καεί ακόμη. Αλλά αυτό κυρίως που θυμάμαι από τα εγκαύματα, είναι η ενσυναίσθηση που γεννούν στους άλλους, τους γιατρούς, στους συγγενείς, τις νοσοκόμες με τα λευκά φτερωτά καπέλα. Όταν αντικρίσεις το ξένο έγκαυμα νιώθεις σχεδόν τον πόνο του στο δέρμα σου, στο δικό σου μυαλό ουσιαστικά. Έτσι και σε ένα ποιητικό δοκίμιο ή μια κριτική για την ποίηση δεν αναλύεις την ποίηση, τη διαπιστώνεις σαν επώδυνο γεγονός που μεταφέρεται αυτόματα από τον ένα που είναι ποιητής και τον άλλο που είναι συν-ποιητής, ο αναγνώστης. Σαν έγκαυμα, το οποίο δεν είναι ακριβώς ασθένεια, αλλά γεγονός αναμφισβήτητης έντασης και πυκνότητας πολύ πέρα από ιατρικές εκτιμήσεις και προβλέψεις.
Ποιο είναι όμως το αποτέλεσμα της ποιητικής πράξης; Διότι πράξη δύο δρώντων είναι αυτή. Του ποιητή που επικοινωνεί κάτι που ούτε ο ίδιος δεν ξέρει τι είναι, αλλά που είναι γι’ αυτόν πιο χαρακτηριστικό από τη μυρωδιά του ιδρώτα του στη μύτη του λαγωνικού, και του αναγνώστη που αφουγκράζεται σκιές και ψιθύρους ξένων παραμιλητών σε ασφυκτικά κλειστά υπνωτήρια. Ο ρυθμός μιας απόγνωσης που περιφρονεί τον οικτιρμό. Η στιφή γεύση μιας ουσίας που αναδύεται σαν καπνός από καιόμενα ξυλάκια χωρίς να μπορεί να ταυτοποιηθεί, μια μουσική χωρίς λυγμούς αλλά ούτε και φανφάρες που αντηχεί υπόκωφα ως νευρική διαταραχή ή σεισμός, ένα κοίταγμα στα εσωτερικά όργανα του ποιητή που όμως κατά ακατανόητο για την οπτική επιστήμη τρόπο σε κοιτάει κατάματα εσένα τον αναγνώστη.
Δεν είναι το συναίσθημα που μοιραία γεννούν οι λέξεις, ιδίως οι στίλβουσες, που αναδίδει οσμή εγκαύματος, ούτε και τα νοητικά αντίστοιχα των λέξεων αυτών. Είναι και αυτά, αλλά και κάτι περισσότερο που περικλείεται, κάτι υπερβατικό, κάτι σπουδαίο που δεν λέγεται αλλά επικοινωνείται, σαν ένα βαθύ βλέμμα από το πλαϊνό τραπέζι, από κάποιον που δεν ξέρεις και ίσως δεν θα ξαναδείς ποτέ, που όμως θα μείνει σαν κάψιμο δερματοστιξίας στη μνήμη σου.
Τα ποιήματα-ασκήσεις του Θανάση Δρίτσα στο βιβλίο του (Θεραπευτικές Ιστορίες-τετράδιο ασκήσεων ποιητικού λόγου) είναι απότοκα παλαιών και νέων εγκαυμάτων πραγματικών που πάει να πει είναι εξομολογητικά της υπαρξιακής αγωνίας από την νεανική του ζωή στο Λονδίνο έως την Αθήνα του σήμερα. Από Χριστούγεννα με στίχους Ντύλαν Τόμας που «γλίστρησαν στον δρόμο» με μια υπόκωφη οσμή ερωτικής ματαίωσης σε Αθηναϊκά Χριστούγεννα με αλλογενή αλλά ίδια απόγνωση «στιγμές φωτός, αναλαμπές/ σαν πυγολαμπίδες με φόντο/ το βαθύ- σκοτεινό μαύρο της ματαιότητας».
Από το μακρινό έτος 1984 ήδη συστήνει: «όταν βουτάς στον νυχτερινό ουρανό/ πατώντας στον ελαστικό βατήρα της ψυχής σου/ θυμήσου να ελέγξεις τη συσκευή οξυγόνου», ίσως σαν μια αναφορά στην ίδια την ποιητική πράξη ως βουτιά στον νυχτερινό ουρανό χωρίς συσκευή οξυγόνου και γι’ αυτό επικίνδυνη και για τον ίδιο. Η περίοδος του Λονδίνου φλερτάρει και με τον Έλιοτ, πως θα μπορούσε να τον αποφύγει ένας νέος ποιητής και έτσι «η ομπρέλα με το αγγλικό ψιλόβροχο/ τραυματίζεται/ ο Χειμώνας φτηνός παγοπώλης/ καρφώνει/ η αγάπη τα λίγα της πρόσφορα/ δωρίζει».
Στην Ελλάδα η θητεία του στον Έβρο πριν φύγει για το Λονδίνο. «Αλεξανδρούπολη 85 / νεκρή πολιτεία/ οι ώρες σου νυχτώνουν δίχως νόημα τις μέρες του καλοκαιριού» και στην «νυχτερινή πορεία χωρίς φώτα/ νυχτερινή θυσία χωρίς αίμα». Τα γνωρίζω αυτά, ίδια θητεία κάναμε Διδυμότειχο, ΕΣΟ 84 Ε, παράλληλη διαδρομή. Μετά οι απώλειες, ο θάνατος της μητέρας, η πλήξη των πολλών συνεδρίων και οι προβληματισμοί πάνω στη θρησκεία, την επιστήμη, τη ζωή.
Τι αφήνει πίσω της αυτή η ποίηση; Μια αυθεντική υπαρξιακή αγωνία, μια υπέρβαση από το προσωπικό στο κοινό τραύμα, μια βύθιση στη διερώτηση για κάποιο νόημα. Φαίνεται ότι πέραν του θανάτου και της ποίησης τίποτε άλλο δεν απαντά στα περί του νοήματος της ζωής και ο Θανάσης Δρίτσας το ξέρει αυτό.
«Στο σκοτάδι είμαι εγώ/ αποστρέφομαι/ το φως/ πενθώ τα χρόνια που έφυγαν/ πενθώ τα χρόνια που έρχονται».
(*) Δρ. Γιώργος Μπούτλας, ιατρός Ορθοπεδικός, Διδάκτωρ Βιοηθικής του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης (ΙΦΕ) του ΕΚΠΑ, Διδάσκων Μεταπτυχιακού Προγράμματος Εφαρμοσμένη Ηθική, ΕΚΠΑ.
Το άρθρο του Δρ. Γιώργου Μπούτλα δημοσιεύθηκε στην Athens Voice.gr
