Νίκος Βατόπουλος: «Στόχος μου να αποκαταστήσω την χαμένη τιμή της Πατησίων»
Συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου //
Ο Νίκος Βατόπουλος γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Deree College και ακολούθησε μεταπτυχιακά στο Reading University στο Ηνωμένο Βασίλειο σε Ευρωπαϊκές Σπουδές. Από το 1988 εργάζεται στην «Καθημερινή». Έχει αποκτήσει ειδίκευση για θέματα αθηναϊκού περιβάλλοντος. Από το 2007 ως το 2014 ήταν υπεύθυνος του πολιτιστικού τμήματος. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του «Το Πρόσωπο της Αθήνας» (εκδ. Ποταμός, 2001 και 2008) και «Περπατώντας στην Αθήνα» (εκδ. Μεταίχμιο, 2018). Το δεύτερο, περιλαμβάνει επιλογή από κείμενά του στην «Καθημερινή» δημοσιευμένα στην κυριακάτικη στήλη του «Πτυχές». Παράλληλα, ασχολείται με τη φωτογραφία. Εχει κάνει ατομική έκθεση φωτογραφίας («Η Αθήνα ενός αθηναιογράφου», Αίθουσα τέχνης ena, 2014), έχει συμμετάσχει με κολλάζ στην Art Athina (2015) στο περίπτερο των kaplanon galleries και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις (Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθηνέο της Αθηναϊκής Ζυθοποΐας, Cube Gallery, «Τα ωραία του Πέραν», κ.ά.). Το 2014 οργάνωσε το προσωπικό πρότζεκτ «Η Αθήνα της δεκαετίας του 1960» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (έκθεση και ομιλία). Δίνει ομιλίες με θέμα την Αθήνα και διοργανώνει περιπάτους στον αρχιτεκτονικό ιστό της πόλης. Το βιβλίο του «Από το Μουσείο στη Κυψέλη» υπήρξε η αφορμή για την συνέντευξη που ακολουθεί.
-Κ. Βατόπουλε, πάλι, ωραία μάς ταξιδέψατε πίσω στο παρελθόν μέσα από το καινούργιο σας βιβλίο, στο κέντρο της μικρής μας πόλης. Στόχος σας; Να αποκαταστήσετε τη χαμένη τιμή της Πατησίων;
Πράγματι, μια σκέψη ήταν αυτή ακριβώς! Να αποκαταστήσω τη χαμένη τιμή της Πατησίων, να μοιραστώ βιώματα, σκέψεις και εικόνες ενός ολόκληρου πολιτισμού. Γιατί η ιδιαίτερη κουλτούρα της Πατησίων, όπως αυτή διαμορφώθηκε στη διάρκεια των 60 χρυσών χρόνων της (1920-1980), είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο του αθηναϊκού αστικού πολιτισμού, για τον οποίο υπάρχει, σήμερα, αυξανόμενο ενδιαφέρον. Και επιπλέον, θέλησα να εντάξω την Πατησίων σε έναν ευρύτερο χάρτη της πρωτεύουσας, που, σταδιακά, ιχνηλατώ, φωτογραφίζω, καταγράφω.
-Σε αυτό το βιβλίο επιχειρήσατε να δώσετε εναύσματα για μια βαθύτερη κατανόηση της πόλης και αφορμές για περαιτέρω εξερευνήσεις;
Ναι, χωρίς αμφιβολία, αυτή είναι μια από τις κεντρικές επιδιώξεις μου. Η Αθήνα παραμένει εν πολλοίς ανεξερεύνητη. Μπορεί να εκπλήσσει αυτή η διαπίστωση, αλλά πολλές συνοικίες, αν όχι και το κέντρο, δεν έχουν χαρτογραφηθεί και δεν έχουν περάσει στη σφαίρα μιας κοινής αντίληψης για την πόλη. Θέλησα, λοιπόν, με αυτό το βιβλίο να δείξω ότι κάθε δρόμος αξίζει μιας ενδελεχούς έρευνας, κτίριο προς κτίριο, έτσι ώστε, να είμαστε κοντά σε μια ιστορική στρωματογραφία και κυρίως να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μετέχει μιας αστικής εμπειρίας με συγκίνηση, βάθος και προοπτική.
-Σε κάθε περίπατό σας στην Αθήνα, σε οποιαδήποτε γειτονιά ή συνοικία, ανακαλύπτετε και κάτι που ως τότε δεν γνωρίζατε, κάτι που θα σας συγκινήσει;
Δεν υπάρχει περίπτωση να μην συναντήσω κάτι που δεν γνώριζα, να μην πέσω σε κάτι που με ξαφνιάζει, να μην σταθώ γοητευμένος μπροστά σε μια λεπτομέρεια. Τις προάλλες καθώς φωτογράφιζα μια πόρτα κάτω από την πλατεία Αμερικής, παρατήρησα τη μεταλλική πλάκα με χαραγμένο το όνομα παλαιού ενοίκου, με γραμματοσειρά του Μεσοπολέμου και με διάθεση καλλιγραφική. Από ένα μισάνοιχτο παράθυρο θα ακούσεις μουσική, τηλεόραση, συζητήσεις, καβγάδες, θα έρθουν μυρωδιές από φαγητά, θα νιώσεις την αθέατη πόλη να ζει…, είναι και αυτό η εμπειρία της στιγμής. Είναι ό,τι κάνει την πόλη, κάθε πόλη, μια εφήμερη σκηνή θεάτρου. Αλλά και μια σταθερή αναφορά στον χρόνο.
-Όμως τι στην ουσία είναι αυτή η περιπλάνηση; Είναι πρωτίστως μια διαδικασία αυτογνωσίας;
Είναι σαφώς και αυτό. Ξεκινάει, ίσως, από μια διάθεση διαστολής του εαυτού και αυτό έχει ως καύσιμο την περιέργεια για τα πράγματα, για την πόλη, για τους άλλους, που έζησαν, που ζουν, που θα ζήσουν. Σε αυτήν την προοπτική του χρόνου, ο τόπος, η πόλη δηλαδή, αναδύεται ως μία χώρα ευκαιριών και δυνατοτήτων, όπου συνυπάρχουν αντιθετικά και οξύμωρα στοιχεία, σε όλη την γκάμα του φωτός και του σκότους. Η περιπλάνηση, στην αστική εκδοχή της, είναι ένα φαινόμενο του νεωτερισμού. Θα έλεγα ότι εντείνεται τον 18ο αιώνα και κορυφώνεται στον 19ο και τον 20ό. Ο περιπλανώμενος περιπατητής αποσπάται από τον ρυθμό της καθημερινότητας, κάνει προβολές στην οθόνη του νου, στοχάζεται, συγκρίνει, αιφνιδιάζεται, επιβεβαιώνεται, διαπιστώνει, ενθουσιάζεται, απογοητεύεται, επαναξιολογεί…

-Όμως εσείς έχετε και άλλα πιο προσωπικά «βερεσέδια» με την ευρύτερη περιοχή. Παιδικά χρόνια; Σας φαντάζομαι παιδάκι με μεγάλη φαντασία να κοιτάζει τα κλασικά κτίρια της Κυψέλης και να φτιάχνετε τις δικές σας ιστορίες;
Πράγματι, μεγάλωσα στην Πατησίων, κοντά στην Πλατεία Αμερικής και τη Φωκίωνος Νέγρη, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Ήταν η εποχή της ακμής, της κοινωνικής συνοχής, του μεσοαστικού μέσου όρου, της διαρκούς μεταβολής, της λαχτάρας για το αύριο. Η Πατησίων εκείνων των χρόνων διατηρούσε τον παλαιό κόσμο και άνοιγε χώρο για τον κόσμο που με ορμή ερχόταν, κάτι που συνέβαινε και στο αθηναϊκό κέντρο και σε άλλες αστικές συνοικίες. Από μικρό παιδί παρατηρούσα τα παλιά σπίτια και είχα πολλά αγαπημένα. Τα πιο πολλά έχουν έκτοτε κατεδαφιστεί. Μερικά, όμως, υπάρχουν ακόμη και τα συναντώ στους τωρινούς περιπάτους μου. Έχω την ευκαιρία να συγκρίνω το βλέμμα του τότε με το βλέμμα του τώρα. Πάντως, τα παλιά σπίτια που έβλεπα παιδί με κήπους και αυλές, με ψηλοτάβανα δωμάτια, με σκαλίσματα και μεγάλες πόρτες, στοίχειωναν τη φαντασία μου. Με τον ίδιο τρόπο που με γοήτευαν και τα λογοτεχνικά αναγνώσματα της εποχής.
-Κάποιο από αυτά τα κατεστραμμένα πλέον αρχοντικά σάς είχε κεντρίσει πιο πολύ το ενδιαφέρον, είχατε μπει ίσως και μέσα να «ζήσετε» από κοντά μια ζωή φαινομενικά τουλάχιστον λαμπερή;
Υπήρχε ένα κλειστό, μεγάλο νεοκλασικό σπίτι κοντά στην πολυκατοικία, όπου έμενα ως παιδί. Το σπίτι αυτό ήταν σε ένα κομμάτι του κτήματος Καλλιφρονά, που σταδιακά στη διάρκεια του περασμένου αιώνα οικοπεδοποιήθηκε. Ήταν ένα κεραμοσκέπαστο σπίτι με στηθαίο στη στέγη, ανάμεσα σε παλιά και ψηλά πεύκα, όπου ζούσαν τα πουλιά της γειτονιάς. Μια μέρα, η παρέα της γειτονιάς, μπήκαμε μέσα στο παλιό σπίτι και σταθήκαμε βουβοί στα μεγάλα άδεια δωμάτια… Θυμάμαι τα τζάκια και την ξύλινη σκάλα…
-Είχατε όμως από μικρός και φωτογραφική μηχανή; Και προφανώς τις φυλάξατε εκείνες τις φωτογραφίες ως κόρη οφθαλμού;
Είχα μια φτηνή Kodak, και με αυτήν έβγαζα τις πρώτες φωτογραφίες μου. Όχι μόνο στη γειτονιά μου, αλλά και πιο μακριά, στην Κυπριάδου, στο Σύνταγμα, στην Πλάκα, ακόμα και στον Πειραιά. Το οφείλω ίσως στον πατέρα μου, που ήταν ερασιτέχνης φωτογράφος. Όπου και να πηγαίναμε, φωτογράφιζε και μας φωτογράφιζε και εμάς, και πολλές από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες εκείνης της εποχής είναι πολύτιμες σήμερα. Ανατρέχω συχνά σε όλα όσα έχουν αποθησαυριστεί.
-Επιστρέφοντας στο παρόν… Σήμερα η Πατησίων ενώνει –νομίζω– δύο Αθήνες, των μεσοαστών της Μαυροματαίων, της πλατείας Αιγύπτου, αλλά και των φτωχών της Πλατείας Αμερικής, δύο κόσμους στην ουσία. Και πώς θα αποκατασταθεί μια μεσαία κατάσταση, αφού οι εκάστοτε κυβερνήσεις αδιαφορούν, κωφεύουν;
Είναι σαφώς τεράστιο το πρόβλημα: κοινωνικό, οικονομικό και πρωτίστως πολιτικό. Μια ολόκληρη περιοχή της Αθήνας, κάτω από την Πατησίων προς την Αχαρνών και τη Λιοσίων από την Πλατεία Βάθης ως τα Κάτω Πατήσια αφέθηκε να κατρακυλίσει παρότι ήταν ένα από τα βασικά κομμάτια της αστικής ζωής. Εκατοντάδες, χιλιάδες περιουσίες υποβαθμίστηκαν ακόμα περισσότερο. Η πάνω πλευρά της Πατησίων από την Αλεξάνδρας έως τη Φωκίωνος Νέγρη είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση και υπάρχουν σημάδια ανάκαμψης αν και πολλά ακόμα πρέπει να γίνουν. Με τη σημερινή αδράνεια που παρατείνεται δεν είμαι πολύ αισιόδοξος για το κομμάτι κάτω από την Πατησίων, αλλά και επί της Πατησίων, ιδίως από την Πλατεία Αμερικής ως τον Άγιο Λουκά.
-Εσείς πάλι το βλέπετε να γυρίσετε πίσω –να μείνετε ξανά– στα μέρη που μεγαλώσατε, που αγαπήσατε;
Δεν νομίζω, αν και στη Φωκίωνος Νέγρη και στα πέριξ θα μπορούσα να ζήσω, υπάρχει μεγάλη βελτίωση. Αγαπώ βαθιά τα μέρη που μεγάλωσα, αλλά ήταν μια άλλη πόλη με άλλους κατοίκους, με άνω του μέσου όρου μορφωτικό επίπεδο, με πολλούς κινηματογράφους, ζαχαροπλαστεία, βιβλιοπωλεία. Παρατηρούσα και πάλι τις προάλλες τη γωνία του περίφημου ζαχαροπλαστείου «Κανδηλώρος» στην πλατεία Αμερικής. Ένα ερείπιο βρομιάς και απαξίωσης. Οι πόλεις αλλάζουν, δεν αρνούμαι ότι τα πάντα μεταβάλλονται και έτσι πρέπει. Αλλά είναι κάτι άλλο να παρακολουθούμε με απάθεια την καταστροφή του αστικού πολιτισμού της Αθήνας. Είναι εύκολο να καταστρέφεις, είναι δύσκολο να χτίζεις.
-Κλείνοντας: Δουλεύετε στην εφημερίδα, αγαπάτε τις γκαλερί, κάνετε αυτούς τους φανταστικούς περιπάτους στην πόλη. Τα επόμενα σχέδιά σας;
Κάνω πολλά που όμως με κάποιο τρόπο συνομιλούν. Προχωράω αυτή την ωραία συνεργασία που έχω με τις εκδόσεις Μεταίχμιο, ώστε να εκδώσουμε και άλλους τίτλους με τις γειτονιές και το κέντρο της Αθήνας. Το κοινό έχει διευρυνθεί και έχω την εντύπωση πως η Αθήνα θα ενδιαφέρει ολοένα και περισσότερα. Από την άλλη με απασχολεί η οργάνωση του αρχείου μου, της βιβλιοθήκης μου, των φωτογραφιών μου, της συλλογής καρτ ποστάλ και γραμματοσήμων, όλου του αναλογικού κόσμου που με πάθος συλλέγω από τότε που ήμουν μικρό παιδί.
-Σας ευχαριστώ πολύ