Η τεχνολογία ως «μεγάλος εξομοιωτής»: οι κίνδυνοι μιας αναγκαίας επιλογής
του ταξίαρχου Κωνσταντίνου Νιζάμη*
Στο Defence Side Event που διοργάνωσε το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας στο πλαίσιο των Παναθηναίων, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας διατύπωσε μια θέση που συμπυκνώνει τη στρατηγική φιλοσοφία της εποχής μας: «Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τον μεγάλο εξομοιωτή, την τεχνολογία. Μπορούμε, κινητροδοτώντας την τεχνολογία, να δημιουργήσουμε τέτοιους πολλαπλασιαστές ισχύος, ώστε να εξισορροπήσουμε τη δυνατότητα που υπάρχει να αντιμετωπίσουμε μια δεκαπλάσια απειλή».
Η δήλωση είναι εντυπωσιακή και, ομολογουμένως, ελκυστική: μια χώρα με περιορισμένο πληθυσμό, δεδομένο ΑΕΠ και πεπερασμένους πόρους μπορεί, μέσω της τεχνολογικής υπεροχής, να εξισορροπήσει την αριθμητική υπεροχή ενός πολύ μεγαλύτερου αντιπάλου. Πρόκειται για μια αφήγηση που αποπνέει αισιοδοξία και ορθολογισμό και κατά την οποία η τεχνολογική πρωτοπορία, ορθά παρουσιάστηκε όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως αναγκαιότητα από «μια υπερχρεωμένης χώρας που είναι πάντα ανίσχυρη εξ ορισμού» . Αυτή η διατύπωση είναι νηφάλια και απομακρύνεται από τον αφελή τεχνολογικό ντετερμινισμό.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να εξεταστεί με προσοχή, καθώς ενέχει τον κίνδυνο η τεχνολογική υπεροχή να εκληφθεί ως «silver bullet», ως μαγική λύση που από μόνη της μπορεί να εξουδετερώσει μια πολύ μεγαλύτερη απειλή προσφέροντας ασφάλεια χωρίς υπερβολικό τουλάχιστον κόστος. Η εικόνα δηλαδή της τεχνολογίας ως «εξομοιωτή» — μιας θαυμαστής μηχανής που εξισώνει τα άνισα — κουβαλά μια λανθάνουσα υπόσχεση που, αν δεν συνοδευτεί από τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες και αυστηρές προϋποθέσεις, μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Ο πρώτος κίνδυνος είναι ιστορικός και διαχρονικός. Η ιστορία του πολέμου είναι γεμάτη από στιγμές όπου μια πλευρά πίστεψε ότι ένα τεχνολογικό άλμα της εξασφάλιζε αποφασιστικό πλεονέκτημα, μόνο και μόνο για να δει τον αντίπαλο να προσαρμόζεται, να αντιγράφει ή να αναπτύσσει αντίμετρα. Η περίπτωση της Ουκρανίας και η εκατέρωθεν προσαρμογή στην τεχνολογία του αντιπάλου είναι ενδεικτικό παράδειγμα. Η τεχνολογική υπεροχή είναι σχεδόν πάντα προσωρινή. Ένα όπλο που σήμερα φαντάζει επαναστατικό — ένα σμήνος μη επανδρωμένων σκαφών, ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης για επιτήρηση — μπορεί αύριο να εξουδετερωθεί από φθηνότερα αντίμετρα ή να αναπαραχθεί από έναν αντίπαλο με μεγαλύτερη βιομηχανική βάση. Όταν ένας αντίπαλος διαθέτει «δεκαπλάσια» δυναμικότητα, διαθέτει επίσης δεκαπλάσιους πόρους για να κλείσει το τεχνολογικό χάσμα μόλις αυτό αναδειχθεί. Η εξάρτηση από έναν εφήμερο πολλαπλασιαστή ισχύος μπορεί να δημιουργήσει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση ασφάλειας.
Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά την ίδια την φύση του πολέμου. Ο πόλεμος δεν είναι εξίσωση που λύνεται με τον σωστό «πολλαπλασιαστή». Είναι ανθρώπινο, πολιτικό και ψυχολογικό φαινόμενο, στο οποίο η εκπαίδευση, το ηθικό, η ηγεσία, το δόγμα, η επιμελητεία και η βούληση μετρούν τουλάχιστον όσο τα οπλικά συστήματα. Μια τεχνολογικά προηγμένη δύναμη, αξίζει όσο τα στελέχη που την αποτελούν, η αλυσίδα διοίκησης που τα κατευθύνει και το σύστημα που τα υποστηρίζει. Αν η ρητορική του «πολλαπλασιαστή» οδηγήσει σε υπερεπένδυση στο υλικό και υποεπένδυση σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, η εξίσωση δεν θα ισορροπήσει, απλώς θα μετατοπιστεί το σημείο αστοχίας. Η τεχνολογία πολλαπλασιάζει την ισχύ που προϋπάρχει — δεν τη γεννά εκ του μηδενός. Και κάθε πολλαπλασιασμός του μηδενός παραμένει μηδέν.
Ο τρίτος κίνδυνος είναι ίσως και ο πιο επικίνδυνος: η παρουσίαση της τεχνολογίας ως πολλαπλασιαστή δυνάμεων υπόρρητα θεωρεί ότι η ποιότητα μπορεί απεριόριστα να υποκαταστήσει την ποσότητα. Όμως η μάζα έχει τη δική της ποιότητα. Ένας αντίπαλος με αριθμητικό πλεονέκτημα και πολλαπλάσιους πόρους, μπορεί να απορροφήσει απώλειες, να κορέσει τα φίλια αμυντικά συστήματα και να εκμεταλλευτεί προς όφελός του την αναπόφευκτη στον πόλεμο φθορά. Στους πραγματικούς πολέμους της εποχής μας, η φθηνή και μαζική παραγωγή αναλώσιμων συστημάτων αποδεικνύεται συχνά πιο καθοριστική από τα ακριβά «εκλεκτά» οπλικά συστήματα. Μια στρατηγική που στηρίζεται αποκλειστικά στην ποιοτική υπεροχή κινδυνεύει να αποτύχει, όχι επειδή δεν είναι καλή, αλλά επειδή δεν μπορεί να υποστηριχθεί υλικά επί του πεδίου.
Η τέταρτη απειλή είναι η εξάρτηση. Η αιχμή της τεχνολογίας σπάνια είναι εξ ολοκλήρου εγχώρια, συνήθως προέρχεται από ξένους κατασκευαστές, στηρίζεται σε αλυσίδες εφοδιασμού εκτός εθνικού ελέγχου και προϋποθέτει λογισμικό, ανταλλακτικά και τεχνογνωσία που μπορούν να ανακληθούν για πολιτικούς λόγους. Ένας «πολλαπλασιαστής ισχύος» που εξαρτάται από τρίτους δεν σου ανήκει πλήρως — και σε ώρα κρίσης, ό,τι δεν ελέγχεις απόλυτα μπορεί να αποβεί τρωτό σημείο. Η γνήσια αμυντική καινοτομία απαιτεί εγχώρια βιομηχανική και ερευνητική υποδομή, τουλάχιστον σε κάποιους κρίσιμους τομείς, καθώς σαφώς σε ένα διασυνδεδεμένο κόσμο, η απόλυτη αυτάρκεια δεν είναι ούτε εφικτή αλλά ούτε και επιθυμητή, αποστολή που το ΕΛΚΑΚ επιδιώκει να αναλάβει, αλλά που όμως οικοδομείται σε δεκαετίες.
Και βέβαια, υπάρχει, ακόμη, μια απειλή που πηγάζει όχι από τον αντίπαλο αλλά από τα ίδια μας τα συστήματα. Όσο πιο σύνθετη και αλληλεξαρτώμενη είναι μια τεχνολογία, τόσο περισσότερα είναι τα σημεία στα οποία μπορεί να αστοχήσει — και η αστοχία αυτή σπάνια επιλέγει βολική στιγμή. Ένα προηγμένο οπλικό σύστημα που εξαρτάται από αδιάλειπτη δορυφορική σύνδεση, από ενημερωμένο λογισμικό και από αλάνθαστη ηλεκτρονική υποστήριξη, είναι εξίσου ισχυρό όσο και ο πιο αδύναμος κρίκος του. Στο πεδίο της μάχης, οι επικοινωνίες παρεμβάλλονται, τα συστήματα πλοήγησης παραπλανώνται, οι αισθητήρες τυφλώνονται και ο λεγόμενος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, μετατρέπει τον πολλαπλασιαστή ισχύος σε παθητικό βάρος. Όσο περισσότερο μια δύναμη στηρίζει τη μαχητική της ικανότητα σε ψηφιακά δίκτυα, τόσο πιο καταστροφική γίνεται η στιγμή που αυτά τα δίκτυα αποτυγχάνουν. Η ψευδαίσθηση της τεχνολογικής αλάθητης ασφάλειας οδηγεί συχνά στην παραμέληση των «αναλογικών» εφεδρειών — της ικανότητας να πολεμάς όταν τα δίκτυα καταρρέουν, να πλοηγείσαι χωρίς δορυφόρο, να αποφασίζεις χωρίς αλγόριθμο.
Στενά συνδεδεμένη με αυτήν την απειλή είναι και η διαχρονική παγίδα της προετοιμασίας για τον προηγούμενο πόλεμο. Οι στρατοί έχουν την τάση να επενδύουν στα συστήματα που θα είχαν κερδίσει τη σύγκρουση που μόλις έληξε, όχι εκείνη που πρόκειται να έρθει. To κυνήγι της τεχνολογικής υπεροχής, παρότι απαραίτητο, κινδυνεύει να κωδικοποιήσει τα διδάγματα του χθες σε ακριβό υλικό που θα αποδειχθεί ακατάλληλο για το αύριο. Το «έξυπνο» σύστημα που σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει μια συγκεκριμένη, γνωστή απειλή μπορεί να μην λειτουργήσει ικανοποιητικά απέναντι σε έναν αντίπαλο που άλλαξε τακτική, πεδίο ή και την ίδια τη φύση της σύγκρουσης. Η πραγματική στρατηγική σύνεση δεν έγκειται στην απόκτηση της τελειότερης απάντησης σε ένα γνωστό πρόβλημα, αλλά στην καλλιέργεια ευελιξίας και προσαρμοστικότητας απέναντι σε ένα πρόβλημα που δεν έχει ακόμη οριστεί. Ένας πολλαπλασιαστής ισχύος βελτιστοποιημένος για τον χθεσινό πόλεμο μπορεί, στον αυριανό, να αποδειχθεί διαιρέτης.
Πέρα από αυτά, υπάρχει μια ευρύτερη πολιτική παγίδα. Η αφήγηση της τεχνολογίας ως εξισωτή είναι πολιτικά ελκυστική επειδή υπόσχεται ασφάλεια χωρίς το επώδυνο κόστος —οικονομικό, κοινωνικό, διπλωματικό— που συνήθως συνεπάγεται. Επιτρέπει στους ηγέτες να παρακάμπτουν τη δύσκολη συζήτηση για τη συμμαχική στρατηγική, την αποτροπή μέσω διπλωματίας, την κοινωνική συνοχή και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Αν η τεχνολογία αντιμετωπιστεί ως «silver bullet», υπάρχει ο κίνδυνος να ατροφήσουν οι υπόλοιπες, εξίσου απαραίτητες διαστάσεις της εθνικής ισχύος. Η ιστορική μαρτυρία είναι εδώ διδακτική. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός Cathal Nolan, «τα έθνη που νίκησαν υπέμειναν αλλεπάλληλες ήττες, αλλά συνέχισαν να πολεμούν, ενεργοποιώντας λανθάνοντες στρατιωτικούς πόρους και δημιουργώντας μεγάλους συνασπισμούς για να διεξαγάγουν μακροχρόνιους πολέμους που γκρέμισαν τις αυταπάτες μιας σύντομης πολεμικής αντιπαράθεσης της επιθετικής δύναμης. Δεν κέρδισαν πάντα, αλλά κέρδισαν πολύ πιο συχνά από ό,τι οι επιτιθέμενοι με αυταπάτες, ότι μια αποφασιστική πρώτη μάχη ή εκστρατεία και η δική τους επιχειρησιακή ή εθνική ιδιοφυΐα θα έβρισκαν μια σύντομη λύση σε δεκαετίες ανεπίλυτων γεωστρατηγικών ζητημάτων και φιλοδοξιών».
Η ορθή ανάγνωση, επομένως, δεν είναι η απόρριψη της τεχνολογικής στρατηγικής του υπουργού — η οποία, στις βασικές της παραδοχές περί δημοσιονομικής σύνεσης και έξυπνων επιλογών, είναι λογική και αναγκαία. Είναι η αναγνώριση ότι η τεχνολογία αποτελεί έναν πολλαπλασιαστή μεταξύ πολλών, όχι τον μοναδικό. Η αξία της μεταφοράς του «εξομοιωτή» έγκειται ακριβώς στο ότι περιγράφει μια δυναμική σχέση, όχι ένα στατικό αποτέλεσμα: εξομοιώνεις διαρκώς, ξανά και ξανά, γιατί ο αντίπαλος εξελίσσεται. Η στιγμή που μια χώρα πιστέψει ότι έχει βρει τη μόνιμη, οριστική λύση στο πρόβλημα της ασφάλειάς της, είναι ακριβώς η στιγμή που γίνεται πιο ευάλωτη. Η τεχνολογία μπορεί να είναι μεγάλος εξομοιωτής — αρκεί να μην ξεχνά κανείς ότι κανένας εξομοιωτής δεν λειτουργεί μόνος του, και ότι ο μεγαλύτερος πολλαπλασιαστής ισχύος παραμένει η ικανότητα μιας κοινωνίας να σκέφτεται κριτικά για τις ίδιες της τις βεβαιότητες.
Ο Ταξίαρχος (ε.α.) *Κωνσταντίνος Νιζάμης αποφοίτησε από τη Σχολή Ικάρων το 1991. Το 2024 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με θέμα «Στρατηγικός Αιφνιδιασμός». Κατέχει επίσης μεταπτυχιακό τίτλο από το ίδιο ίδρυμα, με διπλωματική εργασία με θέμα «Στρατηγική Παράλυση από τον Αέρα».Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στην «Αεροπορική Επιθεώρηση», το επαγγελματικό περιοδικό της Πολεμικής Αεροπορίας, στο περιοδικό της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου, καθώς και στο περιοδικό “Comparative Strategy”.