Η Πολιτική θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να είναι σημαντική στη ζωή των ανθρώπων. Είναι όμως, πάντα, μικρή μπροστά στην ίδια τη ζωή, που εμπεριέχει, φυσικά, και τον θάνατο.

Ο θάνατος ενός πολιτικού προσώπου, όταν συμβαίνει επί των επάλξεων, έχει κάτι ανοίκειο. Τα πολιτικά πρόσωπα αφιερώνουν τη ζωή τους στην Πόλιν, θέτουν όμως επίσης, οικειοθελώς και αναπόφευκτα, τον εαυτό τους στο κέντρο της Πόλεως. Η προσωπική τους ζωή δεν τους ανήκει. Και ο θάνατός τους, κατ’ εξοχήν όταν είναι αδόκητος, ξεφεύγει από το πρόσωπο κι από τους οικείους του κι αποκτά άλλη σημασία.

Οσοι βρίσκονται στο κέντρο της Πόλεως φαίνονται από όλους. Κι επειδή η Πολιτική είναι σκληρή, είναι και οι πολιτικοί σκληροί, ή τέτοια εντύπωση δίνουν. Διαθλασμένοι από τα φώτα, και μέσα στη χοάνη μιας πληροφόρησης χωρίς πάτο και χωρίς έλεος, μοιάζουν απρόσιτοι, καμία φορά και ανίκητοι. Στην πραγματικότητα, είναι κυρίως απροστάτευτοι. Απέναντι στην έχθρα, στη ζήλια, που αναπόφευκτα συγκεντρώνουν, όποιες και αν είναι οι προθέσεις, οι ιδιότητες και οι επιδόσεις τους. Αλλά κι απέναντι στο περίεργο εκείνο είδος θαυμασμού για πρόσωπα που δεν γνωρίζουμε καθόλου και νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα γι’ αυτούς.

Οπως για όλους μας, αλλά περισσότερο από όλους, έχει σημασία για κάθε πολιτικό η ώρα της «εξόδου» του. Αποχώρησης από την ενεργό δράση, απόσυρσης από το δημόσιο στο ιδιωτικό, επιστροφής στην κανονικότητα της ζωής και του τέλους της. Ενας πολιτικός, νιώθουμε βαθιά μέσα μας, πρέπει να «φύγει» όταν έχει τελειώσει το έργο ή τον κύκλο του – έτσι θα συμφιλιωθούμε, κάποια στιγμή, με την ατέλεια του συγκεκριμένου προσώπου, αλλά και συνολικά της πολιτικής πράξης. Η ανατροπή της σειράς φέρνει αναστάτωση, το κόψιμο του νήματος, όταν είναι απότομο, έχει στοιχεία ύβρεως: ο Σίσυφος γκρεμίστηκε και η Πόλις είναι ανήμπορη.

Ενας θάνατος στις επάλξεις αλλάζει το χρώμα και την αίσθηση των πραγμάτων: η τρωτότητα υπερισχύει της δύναμης που δίνει η εξουσία, ή το αξίωμα, ή η δόξα. Τα τρέχοντα φαίνονται ξαφνικά μικρά, συχνά και μάταια. Οι ανταγωνισμοί μένουν πίσω, η παρουσία – που χάθηκε, αλλά που αφήνει ίχνη – είναι το μόνο που μετρά. Και όταν τη συνοδεύει και παράδειγμα – παράδειγμα στάσης, ήθους, γενναιότητας – ο πόνος, και η συμμετοχή στον πόνο, αποκτούν επίσης κάτι το παραδειγματικό.

 

Ακόμα πιο οδυνηρός είναι ένας θάνατος που έχουμε μάθει να αποκαλούμε «φυσικό», εννοώντας ότι δεν προκλήθηκε από έξωθεν παρέμβαση. Ο βίαιος θάνατος ενός προβεβλημένου προσώπου μπορεί να τον στείλει κατευθείαν στον χώρο του μύθου, ο «φυσικός θάνατος» είναι δυσκολότερα προσπελάσιμος. Μπροστά του στεκόμαστε πιο σιωπηλοί, πιο αμήχανοι, αλλά και πιο συμμέτοχοι – γιατί ξέρουμε, ή φανταζόμαστε, και τη δική μας μοίρα.

Γράφει ο Ελύτης στα «Ελεγεία της Οξώπετρας»:

«Αοσμος κι όμως πιάνεται

Οπως ανθός από τα ρουθούνια

Ο θάνατος. Μεσολαβούνε κτίρια σιωπηλά, τετράγωνα

Με απέραντους διαδρόμους αλλά επίμονα

Η οσμή περνά πτυχές από λευκά σεντόνια ή βυσσινιά

Παραπετάσματα σ’ όλου του δωματίου το μάκρος

Κάποτε μια ξαφνική αντανάκλαση φωτός

Υστερα πάλι μόνον οι τροχοί απ’ τ’ αμαξίδια

Κι η παλιά λιθογραφία με την εικόνα

Του Ευαγγελισμού όπως φαίνεται μέσ’ απ’ τον καθρέφτη»

Στον θάνατο είμαστε όλοι ίσοι κι ο καθένας μόνος του (ως και τον Ευαγγελισμό έπιασε η οικουμενική ποίηση).

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος

ΠΗΓΗ ΤΑ ΝΕΑ