Home Life & Art Από την Αρκαδία έρχομαι, εκεί πηγαίνω, εκεί γεννήθηκα, εκεί θα πεθάνω, εκεί θα ξαναγεννηθώ.

Από την Αρκαδία έρχομαι, εκεί πηγαίνω, εκεί γεννήθηκα, εκεί θα πεθάνω, εκεί θα ξαναγεννηθώ.

by bot

Et in Arcadia Ego, έλεγαν οι ρομαντικοί ποιητές στην Ευρώπη. Μια φράση δίχως ρήμα. Προσθέτει ο καθένας το ρήμα που του ταιριάζει. Από την Αρκαδία έρχομαι, εκεί πηγαίνω, εκεί γεννήθηκα, εκεί θα πεθάνω, εκεί θα ξαναγεννηθώ.

Πράγματι, υπάρχει διάχυτος ρομαντισμός σε μία και μόνον πρόταση, αλλά ο γενέθλιος τόπος διατηρεί αναλλοίωτη τη γοητεία που ενσωματώνεται στον άνθρωπο με τη γέννησή του. Αυτήν που αίρει στους ώμους αγόγγυστα, όπου βρεθεί αργότερα στον κόσμο. Και όταν ο μισεμός γίνει αφόρητα φορτικός, επιστρέφει σ’ εκείνον τον τόπο, στη προκειμένη περίπτωση στην Αρκαδία.

Οσες φορές κι αν επιστρέφω στη γη της Αρκαδίας, όσες φορές κι αν γράφω γι’ αυτήν, για τα μικρά γεγονότα που διαμορφώνουν την ταυτότητα των ανθρώπων, τις παραδόσεις, τις διαδρομές ή συναρμολογούν το σκέλος της άθλησης, της διασκέδασης, της απόλαυσης, πάντα βρίσκω κάτι παραπάνω να πω. Δεν είναι τυπικό προσκύνημα αυτό, ούτε υπερβολή ενός ραφιναρισμένου λόγου.

«Οι θρόνοι μετατρέπονται σε πυκνά δάση· ας είναι η ευτυχία μας αρκαδικά ελεύθερη!» Γκαίτε, Φάουστ ΙΙ. Με τη φαουστική ελευθερία κατά νουν, αποδέχτηκα το περασμένο Σαββατοκύριακο την πρόταση του φίλου Κώστα Παναγούλια να παραστώ στην πρωτοβουλία του Δήμου Γορτυνίας και του «ΑΝΑτρέχω στην Αρκαδία» – «Ενα μικρό βήμα σε ένα μεγάλο κίνημα». Κααι είναι αλήθεια πως απόλαυσα το ελατικό τρίγωνο Βαλτεσινίκο – Δημητσάνα – Ζάτουνα, παρακολουθώντας τους αγώνες δρόμου που πλέον τείνουν να γίνουν θεσμός στην περιοχή. Μια απόσταση 25 χλμ., όπου οι αθλητές ξεκινούν από τη Ζάτουνα, τόπο εξορίας του Θεοδωράκη, και μέσα από ανηφοριές καταλήγουν μετά από 3 και 4 ώρες στο ορεινό Βαλτεσινίκο. Σαν ένα είδος προσκυνήματος. Την ώρα του χειροκροτήματος, του μεταλλίου, της τιμής που τους αποδίδεται απλόχερα, άλλοι κάθιδροι, άλλοι αφύσικα ανθεκτικοί, νέοι, μεσήλικες, ηλικιωμένοι. Ανδρες και γυναίκες, από διάφορα αρκαδικά και ελλαδικά σωματεία και αθλητικούς συλλόγους, με τη συμμετοχή και των αθλητών της Φλόγας. Με τους εθελοντές, τους γιατρούς, τα ασθενοφόρα. Την πλήρη οργάνωση. Η δήμαρχος, οι αντιδήμαρχοι, οι κοινοτάρχες, η γραμματειακή υποστήριξη!

Περισσότεροι οι άνδρες δρομείς, λιγότερες οι γυναίκες. Ο τελευταίος δρομέας, ένας 80χρονος ασπρομάλλης. Φτάνοντας τελευταίος πια στην πλατεία του χωριού δήλωσε μ’ εκείνο το θάρρος των ανθρώπων που’ χουν δει κι έχουν ξεπεράσει πολλά, πως μόλις κλείσει τα 100 θα κάνει την ίδια διαδρομή με τα πόδια!

Η άλλη Ελλάδα! Κι εκεί στη μικρή πλατεία του Βαλτεσινίκου με τα εκπληκτικά μονοπάτια των ποιμένων, με τις διαδρομές που συχνά κάνουν οι ποδηλάτες φτάνοντας σε απρόσιτες κορυφές, ανάμεσα στις γαργαλιστικές μυρουδιές από σουβλάκι, ιδρώτα, παιδικές φωνές, κουβέντες συγγενών και φίλων ένιωσα ότι η Ελλάδα γενικότερα -η Αρκαδία ειδικότερα- δεν είναι καθρέφτης της μιζέριας των τελευταίων χρόνων. Δεν είναι αριθμοί συντεταγμένοι, ούτε μέτρα δυσβάσταχτα και λάθη. Είναι ο τόπος που εμπνέει, που στήνει μύθους, που συνδυάζει την ταπεινοφροσύνη του χωρικού με την αλαζονεία του Ελληνα νεόπλουτου και τώρα νεόπτωχου.

Αγναντεύοντας από ψηλά το τοπίο, επιστρέφω στην Ευδαίμονα Αρκαδία. Η φιληδονία, η μουσική, ο χορός, η απόλαυση της φύσης, όλα συντονισμένα κάτω από τον κοινό παρονομαστή της αρκαδικής παράδοσης. Αυτές οι αισθήσεις στο σύνολό τους παγίωσαν στον 20ό αιώνα τη χαρά της ζωής (joie de vivre). O Ματίς πρώτος το αποτύπωσε το 1905 και αργότερα ο Πικάσο το 1946, εγκατεστημένος στις γαλλικές ακτές της Μεσογείου, ζωγράφισε μια γεωμετρική και συμβολική χαρά της ζωής όπου εμφανίζονται οι αυλοί, το γυμνό στοιχείο, η φύση, ένας κένταυρος, μια νύμφη και μερικές κατσίκες που χορεύουν – ένα καθαρά αρκαδικό τοπίο, τόσο μακριά από το Παρίσι των ναζί εκείνης της εποχής του πολέμου. Και όπως σημειώνει ο ελληνιστής Πέδρο Ολάγια, η Αρκαδία συνέχισε να αποτελεί το αντίβαρο του τρόμου του πολέμου, όπως αποτελούσε ήδη από τα ίδια τα Βουκολικά του Βιργιλίου… Μου είναι δύσκολο να απαγκιστρωθώ από τα συναισθήματα.

Ακουμπισμένη στον εξώστη του ξενώνα Κωνσταντινίδη ήταν σαν να αναζητούσα την πατρίδα των προγόνων, την αλλοτινή φύση, το κοπάδι, τον κήπο, όπου ο άνθρωπος συμβίωνε με τη θεότητα, όταν η γη δεν είχε οργωθεί και καμιά πόλη δεν είχε οχυρωθεί. Στον δρόμο μπροστά μου, οι μαραθωνοδρόμοι πάλευαν για τα ιδεώδη: Την ευγενή άμιλλα και την παράδοση, αυτό που μας αποδίδει την ταυτότητα και τη συνέχεια.

ΡΙΤΣΑ ΜΑΣΟΥΡΑ

You may also like

artpointview.gr @ 2024