Home Τριτη Ματια Το καλύτερο του καλού

Το καλύτερο του καλού

by bot

Το καλύτερο του καλού

Γράφει ο Πέτρος Σαρταζάνης 

Αισιοδοξώντας για κάτι καλύτερο σε κάθε επίπεδο του δημόσιου βίου αναρωτιέμαι τι είδους (πρέπει να) είναι αυτό το ΄΄καλύτερο’’ και σε ποιο βαθμό φέρει κάτι από το ‘’καλό’’ που εξέλιξε.

Τα γεγονότα ως πραγματικότητα και ο καθημερινός λόγος (απ’ την είδηση της επικαιρότητας μέχρι την έκδοση ενός βιβλίου και ως τον τρόπο που καταθέτουμε τις ιδέες μας συζητώντας) δίνει την τονικότητα του ρυθμού της ημερήσιας διάταξης. Κι έτσι κάπως κοινότυπα  καταλήγουμε στο ότι, το γίγνεσθαι αυτού που αποκαλούμε ‘’κράτος’’ δυσλειτουργεί επικίνδυνα.

Ο καταιγισμός κακών ειδήσεων πυροβολεί αίσθημα και θυμικό. Μια ευχή σαν προσευχή ότι κάτι καλό πρέπει να συμβεί επιτέλους, καθώς ο θόρυβος της ασχήμιας είναι εκκωφαντικός.

Κάθε τρόπος του καλού, της καλοσύνης (δε θα πω αγάπης προς το διπλανό είχα πάντα μια αίσθηση ότι τη γυροφέρνει μια υποκρισία αυτήν την φράση ) δε θα έπρεπε να συνθλίβεται στον ορίζοντα της ματαιότητας.
Κι αυτό χωρίς να είναι φτηνά αγορασμένη αισιοδοξία μπορεί να κατανοηθεί ποιητικά – το συνέλαβε ο Καρυωτάκης στα 1928 στο ομώνυμό του ποίημα (σ.σ Αισιοδοξία):

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει στὸ μαῦρο ἀδιέξοδο, στὴν ἄβυσσο τοῦ νοῦ. Ἂς ὑποθέσουμε πὼς ἤρθανε τὰ δάση μ᾿ αὐτοκρατορικὴν ἐξάρτηση πρωινοῦ θριάμβου, μὲ πουλιά, μὲ τὸ φῶς τ᾿ οὐρανοῦ,καὶ μὲ τὸν ἥλιο ὅπου θὰ τὰ διαπεράσῃ’.

Μπορούμε πολύ εύκολα να διαβάσουμε με σημερινά μάτια όλα όσα μέσα στην ασφυξία της υποκριτικής και μικρόνοης κοινωνίας του Μεσοπολέμου ο ίδιος καταμαρτύρησε και να μοιάζουν ολόφρεσκα .

Ίσως εάν ασκηθούμε δημιουργικά στη φαντασία- να κάτι ίσως αληθινά πρωτότυπο- η τροχιά της μαυρίλας να αλλάξει. Από μόνη της ;  Ναι, από μόνη της όπως από μόνο του ένα παιδί μεγαλώνει .Από μόνα τους αλλάζουν όλα αλλά και τίποτα δεν αλλάζει μονάχο του καθώς ο χρόνος επιτελεί τον παντοτινό του ρόλο. Καμία μπόρα εξάλλου δεν κρατάει για πάντα.

Εκτός κι εαν κάποιος δεν θέλει αυτό το παιδί να μεγαλώσει διότι ως κοινωνικό νήπιο συμφέρει πολύ περισσότερο παρατημένο, εξαθλιωμένο γεμάτο νοσηρά εμφύλια εξαμβλώματα.

Όλο αυτό το πάθος και το κουράγιο που διαθέτουμε στην υπηρεσία των διαπιστώσεων ήττας και αποσύνθεσης του κράτους και της πολιτείας  – των θεσμών δηλαδή- δηλεί την ανάγκη μιας τιμωρητικής προς το δαίμονα εαυτό εξέγερσης.

 

’Μα πού είναι το κράτος; ‘’ αναφωνούνε έντρομοι, και δικαίως, στα δελτία ειδήσεων οι πολίτες . Εδώ το κράτος, εκεί το κράτος. Το κράτος πληρώνει τα κόμματα, το κράτος είναι τα κόμματα και τα κόμματα δουλεύουν για το κράτος. Ο πολίτης αναζητεί το κράτος αλλά η γραμμή επικοινωνίας έχει πέσει από καιρό.

Κανένας λόγος για οράματα και ουτοπίες- εκείνο το 15% για την Παιδεία, θρυλικό αίτημα της Αριστεράς τη δεκαετία του 60’ ακούγεται σαν ανέκδοτο σήμερα-  έστω και εκείνη η καφενειακή ονειροπόληση μιας άλλης κοινωνίας, της απελευθερωμένου έρωτα της κριτικής των παραδοσιακών θεσμών όπως ο γάμος και η οικογένεια.

Πού πήγανε όλες αυτές οι διεκδικήσεις που δε στερούνταν μαχητικότητας και σε ορισμένες των περιπτώσεων ήταν και ιδιαιτέρως προχωρημένες;
Χωρίς να ηρωοποιούμε κάποια συγκεκριμένη εποχή προσπαθούμε να σκεφτούμε τι συμβαίνει και οτιδήποτε διεκδικείται ως συλλογικό αίτημα σήμερα διψά να κατοχυρωθεί ως δικαίωμα αναγνωρισμένο από το κράτος. Έτσι κι αλλιώς καμία εποχή δεν υπήρξε χρυσή απλώς λάμπει  στο βάθος των αναμνήσεων μας όταν κι εμείς ήμασταν αθωότεροι (και άρα δημιουργικότεροι) και δεν το ξέραμε. Απ’ ότι φαίνεται,  το κράτος που ψάχνουμε βρίζοντάς το θα μας σώσει.

Βέβαια, διαφωνώντας επιθετικά πολλές φορές με τους άλλους στην πραγματικότητα μαλώνουμε τον εαυτό μας που ανέχεται την οδύνη και την καταστροφή ως κανονικότητα, την ώρα που το ίδιο το περιβάλλον της καταστροφής είναι ο τόπος στον οποίο νιώθουμε περισσότερο ασφαλείς. Πως άλλωστε επιστρέφουμε εκεί πάντα με την ίδια λαχτάρα να επανατοποθετηθούμε ; Να ξαναπιάσουμε το νήμα του διαλόγου, να υποθέσουμε, να θρηνήσουμε, να θυμώσουμε,  να χαθούμε σε μερικά ‘’να αλλά εαν’’ να χλευάσουμε αν χρειαστεί αλλά και να εξηγηθούμε. Το ‘’ανύπαρκτο’’ κράτος είναι εκεί, πρέπει να είναι πάντα εκεί διότι εάν δεν είναι ‘’τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; ’’ .Όλα αυτά απαιτούν ένα πείσμα να συνεχίσουμε να υπάρχουμε μέσα σε αυτό που μας πνίγει.

Προσοχή στον εθισμό που καιροφυλακτεί – σαν κάτι να θέλει απεγνωσμένα ο κάθε ένας χωριστά να βλέπει το ίδιο είδωλο στο δικό του προσωπικό καθρέφτισμα. Προσοχή στον εθισμό της απομόνωσης και προσοχή στον τρόμο του να μένει κανείς μόνος με τον εαυτό του έστω και με την εικονική συντροφιά χιλιάδων ηλεκτρονικών σχολιαστών

ΠΗΓΗ 

You may also like

artpointview.gr @ 2024