Ομολογώ ότι ποσώς με ενδιαφέρει το «φαινόμενο Κασσελάκης». Με ενδιέφερε σφόδρα το «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ», αλλά αυτό το έλυσε η ζωή μαζί με τα «φαινόμενα» Χρυσή Αυγή, Ανεξάρτητοι Ελληνες και άλλα δημιουργήματα της χρεοκοπημένης Ελλάδας. Σήμερα ξέρουμε περίπου τι συνέβη εκείνη την περίοδο και πώς κατέληξε. Μόνο οι συριζαίοι ακόμα αρνούνται να καταλάβουν. Ολες οι «αυτοκριτικές» τους εστιάζουν στα λάθη που έκαναν ως αντιπολίτευση το 2019 – 2023 και όχι στο πώς ερμήνευσαν και τι έπραξαν καθ’ όλη τη δεκαετία της κρίσης 2009 – 2019.

Αν υπάρχει ένα φαινόμενο σήμερα, είναι το φαινόμενο ενός πολιτικού συστήματος με κυρίαρχο κόμμα, απουσία ανταγωνιστικών αντιπολιτεύσεων και μάλιστα σε ένα ήδη πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα. Για τη διάρκειά του ή τη σύγκρισή του με τις εξελίξεις άλλων χωρών, είναι πολύ νωρίς για να συζητάμε. Αφήνοντας όμως στην άκρη τη φαινομενολογία, τις μεταπολιτικές και τις μεταδημοκρατίες, μπορούμε να εξετάσουμε διάφορα ερωτήματα που ήδη έχουν κατατεθεί στη δημόσια σφαίρα ως φόβοι και πιθανά προβλήματα, τόσο από τη μεριά της κυβέρνησης όσο και των αντιπολιτεύσεων.

Υπάρχει η «κατάρα της δεύτερης τετραετίας»; Μια συχνά επαναλαμβανόμενη πρόβλεψη είναι ότι η κυριαρχία ενέχει τον κίνδυνο του εφησυχασμού. Η πρόβλεψη επικαλείται και ένα υποτιθέμενο σχετικό ιστορικό συμπέρασμα ότι οι «δεύτερες τετραετίες» των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων υπήρξαν άχρωμες και διεκπεραιωτικές. Πόσο ισχύει αυτό; Ας κάνουμε μια αναδρομή. Στη δεύτερη τετραετία η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή πέτυχε την είσοδο στην ΕΟΚ. Η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του 1980, στη δεύτερη τετραετία και πριν παρασυρθεί από το σκάνδαλο Κοσκωτά και την ασθένεια του ηγέτη, προσπάθησε να ελέγξει τη δημοσιονομική εκτροπή της προηγούμενης θητείας και αναπροσανατόλισε την παράταξη στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Η κυβέρνηση Σημίτη στη δεύτερη τετραετία σημείωσε εθνικές επιτυχίες όπως η οριστικοποίηση της ένταξης στην ΟΝΕ και της Κύπρου στην ΕΕ, η ολοκλήρωση των μεγάλων έργων υποδομής και η επιτυχής τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων που καλώς ή κακώς είχαμε αναλάβει. Η δεύτερη τετραετία της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή ήταν άκρως προβληματική αλλά και η προηγούμενη δεν είχε λάμψει. Κοντολογίς, στη Μεταπολίτευση κυριάρχησαν κυβερνήσεις οκταετίας στη διάρκεια της οποίας ξεδιπλώθηκε και ολοκληρώθηκε η επίτευξη σημαντικών εθνικών κατακτήσεων, ενώ παράλληλα εκδηλώνονταν οι αδυναμίες των κυβερνώντων, είτε ήταν ενδογενείς είτε οφείλονταν στην αλλαγή των κομματικών συσχετισμών. Αντιθέτως, στη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, ο κυβερνητικός χρόνος συρρικνώθηκε, μόνο η κυβέρνηση Τσίπρα κατάφερε να ολοκληρώσει τη θητεία της.

Μήπως έχει αλλάξει η επίδραση του παράγοντα «Ευρώπη»; Αλλη όμως είναι η διαφορά των τότε κυβερνήσεων με την τωρινή. Ή, σωστότερα, το πλαίσιο λειτουργίας του τότε με το τώρα. Ουσιαστικά, έχει αλλάξει η σχέση Ελλάδας – «Ευρώπης». Τότε ο «εξωτερικός καταναγκασμός» για εκσυγχρονισμό ήταν κυριολεκτικός και πιεστικός. Η Ελλάδα ανήκε στην Ευρώπη, αλλά ήταν απέξω και ήθελε να μπει μέσα. Η επιδίωξη δεν αφορούσε μόνο την οικονομία και τις δημόσιες πολιτικές. Είχε τη σημασία εθνικού στόχου και το βάθος εθνικού αφηγήματος, δεδομένου ότι η νεότερη Ελλάδα ανέκαθεν πορεύτηκε φιλοδοξώντας να φτάσει τα ανεπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη. Η συναισθηματική και κινητοποιητική δύναμη του στόχου και του αφηγήματος δημιουργούσε συναινέσεις, όριζε σαφώς το πλαίσιο των βασικών δημόσιων πολιτικών, αναπλήρωνε προγραμματικές και πολιτικές αδυναμίες των κυβερνήσεων. Τώρα η Ελλάδα είναι Ευρώπη. Υστερεί βεβαίως σε πολλά, μπορεί να μαθαίνει από την οργάνωση και την κουλτούρα των πιο προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών, να αντιγράφει ή να εισάγει δημόσιες πολιτικές, να θέλει να γίνει πιο «κανονική» χώρα, αλλά δεν είναι εκτός – άλλωστε σε λίγο όλες οι χώρες της ηπείρου θα είναι εντός. Κοντολογίς, η «Ευρώπη» συνιστά πλέον το φυσικό μας περιβάλλον και δεν λειτουργεί σαν παρακινητική και συναισθηματική αναφορά.

Χρειαζόμαστε όμως ακόμα μια τέτοια ώθηση από έξω; Ασφαλώς. Κάθε χώρα σε κάθε εποχή, διαμορφώνει μια εικόνα του εαυτού της σε σχέση με τον διεθνή περίγυρο και τον Κόσμο. Ούτε η παγκοσμιοποίηση, ούτε η ψηφιακή επανάσταση ακυρώνουν αυτό το γεγονός, αντιθέτως οι εθνικές ταυτότητες διατηρούνται αν δεν ενδυναμώνουν και πάντως συνυπάρχουν με τις υπερεθνικές. Μόνο που αυτές οι «εικόνες του εαυτού» φτιάχνονται με αργόσυρτες πολιτικές, γεωπολιτικές και πνευματικές διεργασίες, δεν γεννιόνται με κρατικά διατάγματα ή πολιτικές επινοήσεις. Εξάλλου, μπορεί να ευνουχίζουν την εθνική δυναμική καλλιεργώντας την εσωστρέφεια και τη μιζέρια (Ψωροκώσταινα, αμυντικός εθνικισμός), ή αντιθέτως, μπορεί να πολλαπλασιάζουν τη μεταρρυθμιστική θέληση και τη δυναμική προσαρμογή στις νέες διεθνείς συνθήκες. Η νέα εικόνα της Ελλάδας που είναι πλέον Ευρώπη και Δύση, δεν θα προκύψει από το παθητικό αναμάσημα μιας διαφορετικότητας που παραδοσιακά αναφερόταν στην «Ανατολή». Θα σμιλευτεί με την ιδεολογικοποίηση του ενεργού ρόλου που μπορεί να έχει η Ελλάδα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Θα μπορέσει ίσως να επεκταθεί πέραν της Ευρώπης / Δύσης με την αξιοποίηση πρωτίστως της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς αλλά και του βυζαντινού Μεσαίωνα σε έναν διαρκώς εντεινόμενο διάλογο πολιτισμών. Θα ενισχυθεί με τη συμβολή πιο υλικών μέσων όπως είναι ο ελληνισμός της διασποράς και η ναυτιλία. Υπό αυτή την έννοια, μια νέα δυναμική εικόνα της Ελλάδας στον σημερινό Κόσμο θα προκύψει, αν προκύψει, με τη συνέργεια της πολιτικής, της κοινωνίας των πολιτών, της διανόησης.

Υπερσυγκέντρωση εξουσίας; Σε τέτοιες μεταβατικές φάσεις η ικανότητα της Ελλάδας να μεταρρυθμίζεται ώστε να προσαρμοστεί δραστήρια στις νέες συνθήκες, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της Ηγεσίας και της κεντρικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει σήμερα κατά μείζονα λόγο, καθώς έχουμε ένα κυρίαρχο κόμμα με έναν ηγέτη ευρύτερης αποδοχής σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα. Στη δημόσια σφαίρα το ερώτημα που συζητιέται είναι αν η υπερεξουσία του Κ. Μητσοτάκη και της κυβέρνησης θα επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις ή θα αυξήσει απλώς την αλαζονεία και το ανεξέλεγκτο. Ισως όμως πρέπει να ανησυχήσουμε περισσότερο για κάτι άλλο που εν μέρει το ζούμε ήδη. Τη διάχυση της κυβερνητικής δράσης σε διάσπαρτα μέτρα και νομοθετήματα χωρίς η κοινωνία να μπορεί να διακρίνει τη συνοχή, το ευρύτερο προγραμματικό σχέδιο της κυβερνητικής δράσης. Εδώ η παρατήρηση δένει με τα προηγούμενα. Οταν η «Ευρώπη» δεν λειτουργεί πλέον ως εθνικός στόχος, άρα ενοποιητικά και ταυτοτικά, τότε είναι αυτή η ίδια η προγραμματική μεταρρυθμιστική πρόταση που δίνει ταυτότητα στην κυβέρνηση αλλά και σε όποιο κόμμα θέλει να λογίζεται εξουσίας. Η υπερεξουσία και η απουσία ανταγωνιστικής αντιπολίτευσης δεν εξασφαλίζει αναγκαστικά τη συνοχή, ούτε δίνει κορμό στην κυβερνητική δράση. Και αντιστρόφως όταν η κοινωνία δεν βλέπει καθαρά τον ορίζοντα, διαχέονται οι αντιδράσεις των πληττόμενων ομάδων και μικροομάδων, και εξωτερικεύονται ως κοινωνική δυσανεξία αφού δεν βρίσκουν κομματική αντιπροσώπευση. Σε ένα τέτοιο σκηνικό, δύσκολα δημιουργούνται δυναμικές μεταρρύθμισης, συναινέσεις για αλλαγές. Αυτή είναι η πραγματική παγίδα για την κυβέρνηση.

Από τη φαινομενολογία στην Πολιτική, λοιπόν, όπου όλα και όλοι θα κριθούν.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΤΟ ΒΗΜΑ