Home Life & Art Ένα μοιρολόι και μια ρομαντική μπαλάντα: «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά» και...

Ένα μοιρολόι και μια ρομαντική μπαλάντα: «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά» και «Το Εξωτικό» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε

Ένα μοιρολόι και μια ρομαντική μπαλάντα: «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά» και «Το Εξωτικό» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μήν’ άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι ούδ’ άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,

τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κι οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα:
«Χάρε μου, διάβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κι οι νιοι 
να λιθαρίσουν,
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.
— 
Ανεί διαβώ ν-από χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ’ αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν.

ΓIOXAN BOΛΦ­ΓKANΓK ΦON ΓKAITE

Το Εξωτικό

Ποιος τα μεσάνυχτα καβαλικεύει;
Είν’ ο πατέρας με το παιδί·
το ’χει στα στήθια του και το χαϊδεύει
και κάπου σκύβει και το φιλεί.

— Παιδί μου, τι έκρυψες το πρόσωπό σου;
— Δε βλέπεις τ’ άγριο το ξωτικό,
πατέρα; πέρασε απ’ το πλευρό σου·
— Τα νέφια απλώνονται εις το νερό.

— Παιδί μου, έλα στη συντροφιά μου,
μ’ αρέσ’ η όψις σου η δροσερή,
περίσσια λούλουδα έχ’ η οχθιά μου,
κι έχ’ η μητέρα μου στολή χρυσή.

— Ακούς, πατέρα μου, ακούς τι λέει;
Με θέλει σύντροφο το ξωτικό·
— Παιδί μου, ησύχασε, τ’ αέρι κλαίει
σ’ άγριο χαμόδενδρο, θάμνο ξερό.

— Παιδί μου, έλα τι σε τρομάζει;
θα ’χεις τις κόρες μου για συντροφιά,
που όταν τη λίμνη μας νύχτα σκεπάζει,
χορεύουν εύθυμες στην αμμουδιά.

— Πατέρα, κοίταξε· δε βλέπεις πέρα,
σαν να χορεύουνε οι κορασιές;
— Παιδί μου, βλέπω απ’ τον αέρα,
κουνιούνται πένθιμα γριές ιτιές.

— Μ’ αρέσει η όψη σου, χρυσό μου αστέρι,
μα συ δεν έρχεσαι· σε παίρνω εγώ…
— Πατέρα, άπλωσε το άγριο χέρι,
πατέρα, μ’ έπνιξε το ξωτικό.

Τρέμει ο πατέρας του και τ’ άλογό του
κεντά και χάνεται σαν αστραπή·
φθάνει στη θύρα του… ωιμέ το γιο του
κρύο στον κόρφο του, νεκρό κρατεί.

[ μτφρ. Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (Ζαν Μορεάς)]

 

Ενα από τα πιο γνω­στά μοι­ρο­λό­για της δη­μο­τι­κής μας ποί­η­σης, η πα­ρα­λο­γή Για­τί εί­ναι μαύ­ρα τα βου­νά, την οποία μπο­ρεί κα­νείς να τη βρει σε δια­φο­ρε­τι­κές πα­ραλ­λα­γές, φέρ­νει στο νου τη γνω­στή ρο­μα­ντι­κή μπα­λά­ντα του Γιό­χαν Βόλφ­γκανγκ Γκαί­τε Το εξω­τι­κό (Der Erlkönig, Ο βα­σι­λιάς των ξω­τι­κών). Το ποί­η­μα αυ­τό με­λο­ποι­ή­θη­κε το 1815 από τον νε­α­ρό Φραντς Σού­μπερτ, που απέ­δω­σε μο­να­δι­κά την έντα­ση και το δρα­μα­τι­κό στοι­χείο στους δύο συ­ντε­λε­στές, στη φω­νή και το πιά­νο. Αξί­ζει να ακού­σει κα­νείς το τρα­γού­δι (Lied) όπως ερ­μη­νεύ­ε­ται από τον σπου­δαίο Γερ­μα­νό βα­ρύ­το­νο Dietrich Fischer-Dieskau, με τον Gerald Moore στο πιά­νο, το 1958

 

αλ­λά και τη με­λο­ποί­η­ση του Carl Loewe, με τον ίδιο βα­ρύ­το­νο:

 

Το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι, οι πα­ρα­δό­σεις και οι μύ­θοι εμπνέ­ουν τον Γκαί­τε και μά­λι­στα το θέ­μα του ποι­ή­μα­τος Το εξω­τι­κό, που γρά­φτη­κε το 1782, στη­ρί­ζε­ται στον γερ­μα­νι­κό μύ­θο για το κα­κό ξω­τι­κό που ζει στον Μέ­λα­να Δρυ­μό και πα­ρα­σύ­ρει παι­διά στον θά­να­το. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός εί­ναι ο ρυθ­μός των στί­χων που «απει­κο­νί­ζει» την αγω­νία, δη­μιουρ­γεί τον ήχο των οπλών του αλό­γου που τρέ­χει, ρυθ­μός ο οποί­ος απο­δί­δε­ται μο­να­δι­κά στο έρ­γο του Φραντς Σού­μπερτ.
Εί­ναι γνω­στό ότι ο Γκαί­τε[1] ήρ­θε σε επα­φή με ορι­σμέ­να δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια λό­γω της γνω­ρι­μί­ας του, στη λου­τρό­πο­λη Βι­σμπά­ντεν, με τον συλ­λέ­κτη δη­μο­τι­κών τρα­γου­διών βα­ρό­νο Βέρ­νερ φον Χαξτ­χά­ου­ζεν, και μά­λι­στα ότι από αυ­τά ξε­χώ­ρι­σε το μοι­ρο­λόι Για­τί εί­ναι μαύ­ρα τα βου­νά. Λί­γο με­τά το 1815, στη Φραν­κφούρ­τη, ο Γκαί­τε, σε ένα από τα γνω­στά φι­λο­λο­γι­κά σα­λό­νια που διορ­γά­νω­νε, ενώ­πιον λο­γί­ων και ζω­γρά­φων, μί­λη­σε για το ελ­λη­νι­κό δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι και το χα­ρα­κτή­ρι­σε λαϊ­κό, δρα­μα­τι­κό, επι­κό αλ­λά και λυ­ρι­κό, όπως άλ­λω­στε εί­χε το­νί­σει προη­γου­μέ­νως και σε επι­στο­λή του προς τον γιο του Αύ­γου­στο. Νω­ρί­τε­ρα, σε ομι­λία του στο πα­νε­πι­στή­μιο της Χαϊ­δελ­βέρ­γης, εξέ­φρα­σε την άπο­ψη ότι οι πα­ρα­στά­σεις του ελ­λη­νι­κού δη­μο­τι­κού τρα­γου­διού εί­ναι πρω­τό­τυ­πες και για να υπο­στη­ρί­ξει την άπο­ψή του, χρη­σι­μο­ποί­η­σε ως πα­ρά­δειγ­μα την ει­κό­να των «δύο βου­νών που μα­λώ­νουν», κυ­ρί­ως όμως επέ­μει­νε στην πα­ρου­σί­α­ση των σκη­νών του τρα­γου­διού Για­τί εί­ναι μαύ­ρα τα βου­νά και στέ­κουν βουρ­κω­μέ­να.
Ο συλ­λέ­κτης Βέρ­νερ φον Χαξτ­χά­ου­ζεν, ο οποί­ος διέ­θε­τε μια πλού­σια συλ­λο­γή δη­μο­τι­κών τρα­γου­διών, όσο ζού­σε αυ­το­ε­ξό­ρι­στος λό­γω των Να­πο­λε­ό­ντειων πο­λέ­μων, στο Λον­δί­νο, και ασκού­σε το ια­τρι­κό επάγ­γελ­μα, συ­νά­ντη­σε ασθε­νείς Έλ­λη­νες ναυ­τι­κούς που τρα­γου­δού­σαν δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, τα οποία τον εντυ­πω­σί­α­σαν και γι’ αυ­τό τα κα­τέ­γρα­ψε. Συ­νέ­χι­σε να τα κα­τα­γρά­φει και αρ­γό­τε­ρα, όταν βρέ­θη­κε το 1814 στη Βιέν­νη, όπου γνώ­ρι­σε τον Θε­ό­δω­ρο Μα­νού­σο, που τον βο­ή­θη­σε να συ­γκε­ντρώ­σει πολ­λά δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, τα οποία εί­χε ακού­σει από τη για­γιά του.
Η συλ­λο­γή με τα ελ­λη­νι­κά δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια του Χαξτ­χά­ου­ζεν εκ­δό­θη­κε το 1935, ενώ, πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, εί­χε προη­γη­θεί η έκ­δο­ση του πρώ­του τό­μου της δί­το­μης συλ­λο­γής του Κλωντ Φω­ριέλ Ελ­λη­νι­κά δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια, το 1824-1825. Με πη­γή το έρ­γο του Φω­ριέλ, ο Γερ­μα­νός ρο­μα­ντι­κός ποι­η­τής Wilhelm Müller (1794-1824), γνω­στός για τις ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές του Die schöne Müllerin και Die Winterreise, οι οποί­ες με­λο­ποι­ή­θη­καν από τον Φραντς Σού­μπερτ, με­τέ­φρα­σε ελ­λη­νι­κά δη­μο­τι­κά τρα­γού­δα και τα εξέ­δω­σε το 1825, στη Λει­ψία, σε δύο τό­μους, με τον τί­τλο Τρα­γού­δια ρω­μαϊ­κά.
Το θέ­μα και των δύο έρ­γων, του δη­μο­τι­κού τρα­γου­διού και του ποι­ή­μα­τος Το εξω­τι­κό, εί­ναι ο θά­να­τος. Η ρο­μα­ντι­κή μπα­λά­ντα, το εί­δος στο οποίο ανή­κει το ποί­η­μα του Γκαί­τε, έλα­βε τη μορ­φή της από τη λαϊ­κή μπα­λά­ντα, η οποία σ’ εμάς εί­ναι γνω­στή ως πα­ρα­λο­γή. Πρό­κει­ται για τρα­γού­δι που αφη­γεί­ται με δρα­μα­τι­κό τρό­πο ένα και μό­νο επει­σό­διο.
Ο ανα­γνώ­στης πα­ρα­τη­ρεί σε αυ­τά ση­μα­ντι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της δη­μο­τι­κής ποί­η­σης, όπως εί­ναι η χρή­ση άσκο­πων ερω­τη­μά­των, κα­θώς πε­ριέ­χουν και την απά­ντη­ση ή τη βε­βαιό­τη­τα της κα­τά­στα­σης, ακό­μα και με τη χρή­ση της επα­νά­λη­ψης του αρ­νη­τι­κού «ου­δέ», των κομ­βι­κών επα­να­λή­ψε­ων (άνε­μος, βρο­χή, πο­λε­μά, δέρ­νει, γνω­ρί­ζουν/γνω­ρί­ζο­νται, πα­τέ­ρα, παι­δί μου, ακούς) που ση­μα­το­δο­τούν τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση, των υπερ­βο­λών και των υπερ­φυ­σι­κών δυ­να­το­τή­των με την υιο­θέ­τη­ση πα­ρά­λο­γων και εξω­λο­γι­κών στοι­χεί­ων, των τολ­μη­ρών προ­σω­πο­ποι­ή­σε­ων, κα­θώς τα έμ­ψυ­χα και τα άψυ­χα έχουν φω­νή και λό­γο, πα­θαί­νουν και συμ­με­ρί­ζο­νται, συ­μπά­σχουν και δρουν. Η φύ­ση συμ­με­τέ­χει ενερ­γά στη δρά­ση του ολο­κλη­ρω­μέ­νου επει­σο­δί­ου, αντα­να­κλώ­ντας τις συν­θή­κες μέ­σα στις οποί­ες κι­νού­νται και αι­σθά­νο­νται τα πρό­σω­πα: χα­ρά, φό­βο, αγω­νία, λύ­πη. Ο διά­λο­γος και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, στο δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι και στο ποί­η­μα του Γκαί­τε, αλ­λά και οι προ­σω­πο­ποι­ή­σεις, όπως «τα βου­νά που στέ­κουν βουρ­κω­μέ­να» και «τ’ αέ­ρι κλαί­ει», δη­λώ­νουν τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έντα­ση και τη συ­νει­δη­το­ποί­η­ση μιας ακραί­ας στιγ­μής, του επερ­χό­με­νου και ανα­πό­φευ­κτου θα­νά­του, του «θριάμ­βου της φθο­ράς», από τον οποίο δεν εξαι­ρού­νται ού­τε οι νέ­οι ού­τε τα παι­διά, κα­θώς όλοι και όλα υπό­κει­νται στον νό­μο της απο­σύν­θε­σης και του ορι­στι­κού τέ­λους.
Στο δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι η απά­ντη­ση στα ερω­τή­μα­τα δί­νε­ται μέ­σω των ει­κό­νων στις οποί­ες απο­τυ­πώ­νε­ται η ανα­πό­φευ­κτη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Κι εδώ με τον στί­χο «τα τρυ­φε­ρά παι­δό­που­λα στη σέ­λα αρα­δια­σμέ­να» υπο­νο­εί­ται ότι τα παι­διά εί­ναι πά­νω σε άλο­γο -αυ­τό που τρέ­χει σαν τον χρό­νο-, όπως και στο ποί­η­μα του Γκαί­τε, στο οποίο, μά­λι­στα, ο Χά­ρο­ντας απο­κα­λεί «παι­δί μου» το αγό­ρι. Η προ­σφώ­νη­ση αυ­τή προ­κα­λεί σύγ­χυ­ση, αφού μπο­ρεί να ταυ­τι­στεί ο ίδιος ο πα­τέ­ρας με τον Χά­ρο­ντα, εκεί­νος που δί­νει ζωή με αυ­τόν που την αφαι­ρεί, με την αντί­φα­ση που ενυ­πάρ­χει στη φύ­ση: δη­μιουρ­γία και φθο­ρά. Το νε­ρό, η κρύα βρύ­ση στη μία πε­ρί­πτω­ση, η οποία ταυ­τί­ζε­ται με τη ζωή, η λί­μνη στην άλ­λη, που όμως βρί­σκε­ται στον άχρο­νο τό­πο, υπο­δη­λώ­νουν τις δύο όμοιες αλ­λά και δια­φο­ρε­τι­κές ταυ­το­χρό­νως πλευ­ρές της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, η οποία πα­ρα­πέ­μπει στην ανα­γνώ­ρι­ση πως ό,τι γεν­νιέ­ται πε­θαί­νει.
Που­θε­νά, στα δύο ποι­ή­μα­τα, δεν συ­να­ντώ­νται δη­λώ­σεις, μό­νο με­τα­φο­ρές προ­σω­πο­ποι­ή­σεις και συν­δη­λώ­σεις, με την ει­κο­νο­ποι­ία να δη­μιουρ­γεί αρ­μο­νι­κή σχέ­ση, σχέ­ση απο­δο­χής του ανα­πό­φευ­κτου, με­τα­ξύ του ει­κο­νι­ζό­με­νου και του ανα­γνώ­στη, μο­λο­νό­τι και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις η πα­ρά­κλη­ση να απο­φευ­χθεί το μοι­ραίο γί­νε­ται με τον πιο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο. Στο δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι ζη­τεί­ται να πε­ρά­σει ο Χά­ρος από την κρύα βρύ­ση για να πιουν οι γέ­ρο­ντες νε­ρό και οι νέ­οι να λι­θα­ρί­σουν, να παί­ξουν δη­λα­δή με τις πέ­τρες, και τα παι­διά να μα­ζέ­ψουν λου­λού­δια. Στο ποί­η­μα του Γκαί­τε, το παι­δί, που εί­ναι άρ­ρω­στο και φο­βά­ται, απευ­θύ­νε­ται με αγω­νία στον πα­τέ­ρα και ζη­τεί τη βο­ή­θειά του για να σω­θεί από το βέ­βαιο τέ­λος που αι­σθά­νε­ται ότι πλη­σιά­ζει. Τα ση­μά­δια, ωστό­σο, κρα­τούν τον γο­νιό μα­κριά από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εφό­σον δεν μπο­ρεί να απο­δε­χτεί τη δυ­σά­ρε­στη αλή­θεια, με απο­τέ­λε­σμα να κα­θη­συ­χά­ζει το παι­δί του με λό­για τρυ­φε­ρά. Πα­ράλ­λη­λα, η απόρ­ρι­ψη του μοι­ραί­ου υπο­δη­λώ­νε­ται με τους τε­λευ­ταί­ους στί­χους, στο τρα­γού­δι Για­τί εί­ναι μαύ­ρα τα βου­νά, και ιδιαι­τέ­ρως με τον ακρο­τε­λεύ­τιο, στον οποίο φαί­νε­ται ότι οι ζω­ντα­νοί δεν συμ­βι­βά­ζο­νται με την απώ­λεια των αγα­πη­μέ­νων τους, με αυ­τήν την πα­ρά­λο­γη αλ­λά αδή­ρι­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Οι τολ­μη­ρές ει­κό­νες και το εξω­πραγ­μα­τι­κό ή πα­ρά­λο­γο στοι­χείο απο­τυ­πώ­νουν μο­να­δι­κά και στο δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι αλ­λά και στο ποί­η­μα του Γκαί­τε την αντί­φα­ση της ζω­ής, την αγω­νία της ύπαρ­ξης αλ­λά και το εφή­με­ρο της ομορ­φιάς, τη μα­ταιό­τη­τα εντέ­λει των πραγ­μά­των.

 

  1. ΠΗΓΗ