Χλόη Ακριθάκη: Η ζωή με τον Αλέξη και το θρυλικό Fofi’s
Οι πρώτες αναμνήσεις από τη ζωή στην Κυψέλη
{ Έχω πολλές αναμνήσεις από τα χρόνια που ήμουν μικρούλα, με τη γιαγιά μου και τις θείες μου στην οδό Μαυροματαίων. Ζούσε και η προγιαγιά μου, ήταν πάνω από 90, αλλά έβλεπε να περάσει μια κλωστή από μια βελόνα. Μαζί της πήγαινα στην παιδική χαρά στο Πεδίον του Άρεως. Ωστόσο οι γονείς μου περνούσαν πολύ καιρό στην Ελλάδα, ειδικά ο πατέρας μου, οπότε όταν βρισκόταν στην Αθήνα, ήμουν συνεχώς μαζί του.
Εκείνος έμενε στο παλιό εξοχικό της οικογένειάς του, στο Νέο Ηράκλειο, που το θυμάμαι σαν εξοχή, με κοκόρια, κότες και πρόβατα. Διατηρούσε εκεί το ατελιέ του, αλλά στο πίσω μέρος υπήρχε λαχανόκηπος και πλυσταριό.
Δεν ήθελα να με συγκρίνουν με τον πατέρα μου. Και ενώ η δουλειά μου είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό, μερικές φορές διακρίνω σε φωτογραφίες μου τους ίδιους χρωματικούς συνδυασμούς με κάποια από τα έργα του. Είναι οι στιγμές που πραγματικά ανατριχιάζω.}
Το ταξίδι στο Βερολίνο
{Λίγο αργότερα μετακομίσαμε με τη γιαγιά στη Νέα Σμύρνη, η οποία αποτέλεσε τη βάση μου τα χρόνια του σχολείου. Η ζωή μου περιστρεφόταν γύρω από έναν μεγάλο οικογενειακό ιστό αλλά και το φιλικό περιβάλλον του πατέρα μου, ενώ τις σχολικές διακοπές τις περνούσα στο Βερολίνο.
Θυμάμαι στην Α’ Δημοτικού ένα επεισοδιακό ταξίδι με το Φολκσβάγκεν του πατέρα μου και τη γιαγιά μου, μες στο καταχείμωνο. Ο πρώτος μας σταθμός ήταν στη Θεσσαλονίκη, όπου κάποιος μάς χάρισε μια κουβέρτα. Μαζί μας είχαμε και μια σόμπα που, καθώς διασχίζαμε τη Γιουγκοσλαβία, αναγκαστήκαμε, εν μέσω μιας φοβερής χιονόπτωσης, να την ανάψουμε. Λόγω κακοκαιρίας, κάναμε μια εβδομάδα να φτάσουμε στο Βερολίνο }
Η ζωή δίπλα σε σπουδαίες προσωπικότητες της τέχνης
{Ήξερα από τον πατέρα μου ότι η μητέρα του είχε σπουδάσει στο Παρίσι. Οι γονείς της την είχαν στείλει μαζί με τις δύο αδελφές της να σπουδάσουν, η γιαγιά μου Οικονομικά, η αδερφή της μόδα, η πιο μικρή αδερφή πήγαινε σχολείο. Όταν επέστρεψαν στην Αθήνα, άνοιξαν τον οίκο υψηλής ραπτικής Στάντζου.
Δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω καλά εκείνη τη γιαγιά γιατί πέθανε νωρίς, γνώρισα όμως τον παππού μου, που ήταν ένας ωραίος άνθρωπος αλλά απόμακρος. Και ο πατέρας μου φημιζόταν για την ομορφιά του και τις κατακτήσεις του. Από τους φίλους του θυμάμαι πιο πολύ τον Ταχτσή, τον Ιόλα, τον Δενέγρη, τον Γονατά, την Καίη Τσιτσέλη και τον Νίκο Παλαιολόγο που είχαν το Balthazar, όπου περνάγαμε πάρα πολύ χρόνο.
Οι μνήμες που έχω από τα ατελιέ του πατέρα μου στο Νέο Ηράκλειο αλλά και στο Βερολίνο είναι χρώματα, ξύλα, εργαλεία, παρατημένοι καφέδες, αποτσίγαρα, μυρωδιά από ξυλόσομπα. Μεγάλα διαστήματα περνάγαμε και στα Βασιλικά Ευβοίας, όπου ολοκλήρωσε πολλά από τα έργα του. Εκεί ακολουθούσε μια από τις παλιότερες παρέες του, μέρος της οποίας ήτανε, αν θυμάμαι καλά, και ο Κούνδουρος και ο Δαμιανός. Περάσαμε πολλά καλοκαίρια εκεί μέχρι τα μέσα του ’70. Μετά αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο Πήλιο, στο σπίτι φίλων των γονιών μου, σε ένα μικρό χωριό, τη Λαμπινού, όπου περνάγαμε τόσο πολύ χρόνο χειμώνα καλοκαίρι που ήθελα να ζήσω εκεί.}
Η ζωή μου κατά τη διάρκεια της Χούντας
{Στη δικτατορία οι συζητήσεις γύρω μου ήταν πολιτικές και παρόλο που ήμουν μικρή, κάτι καταλάβαινα. Πήγαινα σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο στην Αγία Παρασκευή και μια φορά επιστρέφοντας με το σχολικό περνούσαμε έξω από το Πεντάγωνο και με υπερηφάνεια ένας συμμαθητής μου είπε «εδώ δουλεύει ο πατέρας μου». Κι εγώ του απάντησα «δεν ξέρεις ότι εδώ είναι η φωλιά της χούντας;».
Προτού καλά καλά φτάσω στο σπίτι, πήραν τηλέφωνο από το σχολείο λέγοντάς τους «μαζέψτε το παιδάκι, προτού σας μαζέψουν όλους σας». Γυμνάσιο πήγα στο Pierce, που τότε ακόμη ήταν θηλέων, αλλά δεν θα το έλεγα συντηρητικό, ίσα ίσα. Είχαμε και πάρα πολλά καλλιτεχνικά, στα οποία πρωτοστατούσα.
Έχω κρατήσει όλες μου τις φίλες από το σχολείο και με μερικές μιλάμε καθημερινά όπου κι αν βρισκόμαστε. Μεγαλώνοντας δίπλα στον πατέρα μου, ακολουθούσα το μότο ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει κοινωνική τάξη, εντάσσεται παντού.
Όσο ήμουν μικρούλα τον θαύμαζα –άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος που δεν μπορούσες παρά να τον θαυμάζεις–, αλλά αργότερα υπήρξαν και περίοδοι αμφισβήτησης. Ερχόντουσαν στιγμές που έλεγα «γιατί οι γονείς μου είναι αλλιώς, γιατί είμαστε διαφορετική οικογένεια;» κι αυτό κάπως με έκανε να αμφισβητώ και την τέχνη του πατέρα μου και όσα έκανε. Δεν κράτησε πολύ αυτή η φάση}
Ηταν ένας τρυφερός πατέρας ο Ακριθάκης
{Ήταν τρυφερός και πολύ γλυκός πατέρας ο Ακριθάκης. Στην εφηβεία συζητούσα μαζί του τα πάντα, και τα πρώτα μου φλερτ. Ο ίδιος ήταν πολύ ρομαντικός, είχε παντρευτεί τρεις φορές. Ο πρώτος γάμος του ήταν στο Παρίσι στα 20 του.
Ο δεύτερος ήταν με τον πρώτο του έρωτα και παιδική του φίλη, αλλά ούτε αυτός ο γάμος κράτησε.
Με τη μητέρα μου ήταν ο τρίτος γάμος, αλλά ουσιαστικά ο πρώτος, καθώς οι άλλοι κράτησαν ελάχιστα – ο ένας μάλιστα είχε ακυρωθεί. Δεν ήταν όμως όλα εύκολα. Ήταν ένας χαρισματικός και πολύ ευαίσθητος άνθρωπος με αγωνίες.
Από κάποια ηλικία αισθάνθηκα ένα βάρος, πως, αν υπήρχε κάποιος που μπορούσε να τον βοηθήσει, θα ήμουν εγώ – έτσι τουλάχιστον μου το είχαν μεταφέρει. Όταν όμως πρόκειται για καταχρήσεις, καταλαβαίνεις σιγά σιγά πως δεν μπορείς να σώσεις έναν άνθρωπο, όσο κι αν τον αγαπάς. Είχα μεγαλώσει όταν η υγεία του είχε πια κλονιστεί, ήταν μια εμπειρία δύσκολη και βαριά, από αυτές που δεν θα ήθελα να ζήσει κανείς.}
Η μαμά Φώφη και εστιατόριο της στο Βερολίνο (Fofi’s)
{Η μαμά μου, η Φώφη, ήταν από την Αίγυπτο. Είχε δουλέψει στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στο γραφείο του Δοξιάδη στο Καράτσι όσο χτιζόταν το Ισλαμαμπάντ, μετά στο γραφείο του Γουλανδρή στο Λονδίνο και όταν γνώρισε τον Ακριθάκη δούλευε ως ιδιαιτέρα γραμματέας του Τομ Πάπας. Τότε της είπαν ότι δεν έπρεπε να συνδέεται με έναν επαναστατικό καλλιτέχνη – εκείνη βέβαια το αγνόησε. Λίγο αργότερα παντρεύτηκαν και τον ακολούθησε, όπως προανέφερα, στο τότε Δυτικό Βερολίνο.
Το Βερολίνο ήταν ένα «νησάκι» στην Ανατολική Ευρώπη εκείνη την εποχή· η γερμανική κυβέρνηση προσπαθούσε να προσελκύσει ανθρώπους, είτε δίνοντας υποτροφίες σε ξένους καλλιτέχνες είτε απαλλάσσοντας τους Δυτικογερμανούς από την υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας. Οι γονείς μου εγκαταστάθηκαν εκεί και η μητέρα μου αργότερα άνοιξε το Εστιατόριον, με συνεταίρους τους Βασίλη Κουράφαλο και Κώστα Κατσάμπαλη, που έγινε περισσότερο γνωστό ως Fofi’s.}
