Το Μουσείο Επιστημών στο Λονδίνο αποχαιρετά την χρηματοδότρια ΒΡ
Ύστερα από δεκαετίες συνεργασίας, το Science Museum του Λονδίνου έβαλε τέλος στη χρηματοδοτική σχέση του με την BP. Μια σημαντική νίκη για τους ακτιβιστές του κλίματος – αλλά και η επιστροφή ενός δύσκολου ερωτήματος: ποιος θα πληρώνει τελικά για τον πολιτισμό και την επιστήμη;
Μια σχέση δεκαετιών έφτασε στο τέλος της. Η συμφωνία του Science Museum Group με την BP έληξε στις 31 Αυγούστου και το βρετανικό μουσείο αποφάσισε να μην την ανανεώσει.
Για τις οργανώσεις που επί χρόνια ζητούσαν από ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά μουσεία του κόσμου να διακόψει τους δεσμούς του με τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, η απόφαση αποτελεί σημαντική νίκη. Η οργάνωση Culture Unstained, η οποία έχει πρωταγωνιστήσει στην εκστρατεία εναντίον των χορηγιών από εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου στον πολιτισμό, χαρακτήρισε την εξέλιξη «σεισμική αλλαγή».
Η ιστορία όμως δεν είναι τόσο απλή.
Τι πρόσφερε η BP
Η BP χρηματοδοτούσε την Academy του Science Museum Group, η οποία προσφέρει εκπαίδευση σε εκπαιδευτικούς και επαγγελματίες στους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών.
Σύμφωνα με το μουσείο, χάρη στη συνεργασία περισσότεροι από 11.000 εκπαιδευτικοί, επιστήμονες και επαγγελματίες μουσείων συμμετείχαν σε σχετικά προγράμματα, τα οποία στη συνέχεια έφτασαν σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο νέους.
Για τους επικριτές, όμως, το αντάλλαγμα ήταν διαφορετικό.
Υποστήριζαν ότι μέσω της σύνδεσής της με ένα κορυφαίο επιστημονικό ίδρυμα η BP αποκτούσε κοινωνικό κύρος και ενίσχυε την περιβαλλοντική εικόνα της, ενώ η κύρια επιχειρηματική δραστηριότητά της παρέμενε άμεσα συνδεδεμένη με τα ορυκτά καύσιμα.
Η αντιπαράθεση έγινε ακόμη εντονότερη όταν δημοσιοποιήθηκαν στοιχεία για παλαιότερη ερευνητική συνεργασία που συνέβαλε στη δημιουργία της Academy και έθεσαν ερωτήματα για τον βαθμό συμμετοχής της εταιρείας σε αποφάσεις του προγράμματος.
Το Science Museum Group απέρριψε την άποψη ότι η BP είχε οποιονδήποτε έλεγχο στο εκπαιδευτικό περιεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι το μουσείο διατηρούσε την ανεξαρτησία του.
Τα μουσεία απομακρύνονται από το πετρέλαιο
Το Science Museum δεν είναι το πρώτο μεγάλο βρετανικό πολιτιστικό ίδρυμα που απομακρύνεται από τις χορηγίες της πετρελαϊκής βιομηχανίας.
Τα προηγούμενα χρόνια η Tate, η National Portrait Gallery, η Royal Shakespeare Company, η Royal Opera House και οι National Galleries of Scotland είχαν ήδη τερματίσει μακροχρόνιες σχέσεις με την BP.
Το ίδιο το Science Museum Group είχε διακόψει το 2024 τη συνεργασία του με τη νορβηγική ενεργειακή εταιρεία Equinor, κρίνοντας ότι δεν πληρούσε πλέον τα κριτήρια που είχε θέσει το μουσείο σχετικά με τις προσπάθειες περιορισμού των εκπομπών και την ευθυγράμμιση με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού. Η αποχώρηση της BP κλείνει επομένως ακόμη ένα κεφάλαιο στη μακρά σχέση ανάμεσα στη βρετανική πολιτιστική ζωή και τις μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων.
Αλλά ποιος θα πληρώνει;
Και εδώ αρχίζει ίσως η δυσκολότερη συζήτηση. Τα μεγάλα μουσεία χρειάζονται τεράστια ποσά για εκθέσεις, έρευνα, συντήρηση συλλογών, εκπαιδευτικά προγράμματα και προσωπικό. Η δημόσια χρηματοδότηση δεν επαρκεί πάντοτε. Οι ιδιωτικές χορηγίες καλύπτουν μέρος αυτού του κενού.
Τι γίνεται λοιπόν όταν μια εταιρεία διαθέτει τα χρήματα που χρειάζεται ένα μουσείο, αλλά η δραστηριότητά της έρχεται σε σύγκρουση με τις αξίες που το ίδιο το μουσείο θέλει να εκπροσωπεί; Και πού ακριβώς χαράσσεται η γραμμή; Στις πετρελαϊκές εταιρείες; Στις καπνοβιομηχανίες; Στις εταιρείες όπλων; Σε επιχειρήσεις που κατηγορούνται για κακές εργασιακές πρακτικές; Και κυρίως: ποιος αποφασίζει ποια χρήματα είναι «καθαρά» αρκετά για να χρηματοδοτήσουν τον πολιτισμό;
Το τέλος της συνεργασίας του Science Museum με την BP δεν απαντά σε αυτά τα ερωτήματα. Τα κάνει όμως πολύ δυσκολότερο να αγνοηθούν. Γιατί πίσω από τη συζήτηση για τα «πετροδολάρια» βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο δίλημμα:
Μπορεί ένα μουσείο να επιλέγει από πού προέρχονται τα χρήματά του, όταν ταυτόχρονα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτά;