Η κατάρα του ορφανού
της Νταίζης Λεονάρδου*

Κυριακή πρωί και το ραδιόφωνο πάνω στο επιπλάκι του καλού σαλονιού πήρε ζωή. Όλη τη βδομάδα η οικογένεια ζούσε στο μικρό καθιστικό και στην κουζίνα. Το καλό δωμάτιο, το μαυσωλείο, έλεγαν τα παιδιά αργότερα που μεγάλωσαν και ήθελαν χώρο, ήταν ατσαλάκωτο για τους ξένους. Ποιους ξένους, δηλαδή; Αδέρφια και ανίψια στις οικογενειακές γιορτές που στρωνόταν το τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντηλο με τη δαντέλα κιπούρ και το σερβίτσιο με τα ροζ ανθάκια που έβγαινε από το μπουφέ και ξανάμπαινε, με τα πιάτα στοιχισμένα, την επόμενη μέρα. Κάποια στιγμή η Ελένη έκανε τη μικρή σιωπηλή της επανάσταση και «άνοιγε» το σαλόνι τις Κυριακές γύρω στις δέκα το πρωί. Στην αρχή λαθραία, μετά τολμηρά, δικαιωματικά. Δεν είχε αυτή κανένα δικαίωμα μέσα στο σπίτι της; Μόνο υποχρεώσεις;
Εκείνη την Κυριακή, χειμώνας του 1973, στο σπίτι βασίλευε σιωπή. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ή χουζούρευαν για να μην πιάσουν το διάβασμα. Ο άντρας της ο Λεωνίδας είχε βγει, του είχαν τελειώσει τα Καρέλια κι από το περίπτερο της γωνίας θα ξεστράτιζε μέχρι το λιμάνι για τον αέρα του κι ίσως για κανένα τσιπουράκι στο πόδι. Είχε κι αυτός μια Κυριακή να ξεσκάσει, όλη τη βδομάδα στου Καχραμάνογλου το εργοστάσιο χαλιών του έβγαινε η πίστη στις μηχανές. Ο υιός Καχραμάνογλου μετά τη συμφορά του 1922 έστησε στο Κερατσίνι ξανά την φάμπρικα χειροποίητων χαλιών που μεγαλουργούσε από το 1860 στα Σπάρτα της Μικράς Ασίας και έδινε δουλειά σε συμπατριώτες, ευτυχώς γιατί… αχ, αυτό το ’22, ας μην τα θυμάται τώρα…
Η Ελένη είχε γεννηθεί στην Ελλάδα από γονείς Σμυρνιούς. Από μικρό παιδί άκουγε, ήθελε δεν ήθελε, τις αναμνήσεις των μεγάλων, έβλεπε τις ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες με τα σοβαρά πρόσωπα στις στημένες πόζες. Λίγες ήταν οι φωτογραφίες, ελάχιστες, ό,τι πρόλαβαν να σώσουν μέσα στο χαλασμό. Είχαν όμως άλλα κειμήλια, από την οικογένεια των πεθερικών της. Στρατιωτικά πράγματα, κιάλια, ένα σπαθί, έγγραφα, είχαν πολεμήσει εθελοντές για να επανδρώσουν τις γραμμές άμυνας και να φυλάξουν τις γραμμές των τραίνων στο Ουσάκ από τους τσέτες του Κεμάλ. Γνώστες της περιοχής και της τουρκικής γλώσσας είχαν κι άλλη αποστολή, οδηγοί, σύνδεσμοι, μεταφραστές, όποια υπηρεσία χρειαζόταν την προσέφεραν. Ένας μάλιστα θείος του άντρα της του Λεωνίδα, έλεγαν, είχε πολεμήσει γενναία σαν λιοντάρι στο ιππικό του Πλαστήρα, του μαύρου καβαλάρη, Γιατί η οικογένειά του από το Ουσάκ καταγόταν, δούλευαν πριν τον πόλεμο στην υφαντουργία, ήταν μάστορες στα χειροποίητα χαλιά Uşak.
Ήταν και μια παλιά φωτογραφική μηχανή πάνω στον μπουφέ, από εκεί είχε έρθει και αυτή, ο Λεωνίδας δεν ήξερε πώς δούλευε ούτε είχε όρεξη να μάθει. Ο γιος της την σκάλιζε καμιά φορά, ίσως αργότερα να την χρησιμοποιούσε, ωραίο είναι οι άνθρωποι να μην ξοδεύουν όλη τους τη ζωή στα πρακτικά και απαραίτητα, οι μέρες παίρνουν νόημα και με τη μουσική και με τον χορό και με την απλή κουβέντα. Αλλά η προσφυγιά χαράζει πληγές στην ψυχή, πού να βρεις κουράγιο για την ομορφιά όταν έχεις ζήσει την κόλαση;
Είχαν αρχίσει τα μισάωρα των μουσικών εταιριών. «Τα τραγούδια της ΛΥΡΑ», «Τα τραγούδια της ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ», «Τα τραγούδια της ΜΙΝΟΣ»… Κάθε μισάωρο και δέκα τραγούδια, τα άκουγε πιστή στο «ραντεβού» κάθε Κυριακή◦ όταν είχε καλό καιρό και το παράθυρο ήταν ανοιχτό η μουσική έπαιζε χαμηλά, μη δίνουμε δικαιώματα στη γειτονιά… Αλλά σήμερα είχε κρύο, χειμώνας, και τα ντεσιμπέλ έπαιζαν ελεύθερα, τόσο όσο μην ταράξουν τα παιδιά, ήθελε λίγη ακόμα ώρα για τον εαυτό της. Μετά έτσι και αλλιώς θα χωνόταν στην κουζίνα για το μεσημεριανό. Σήμερα θα έτρωγαν κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο.
«Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω για της αγάπης τον γλυκόπικρο καημό…». Από το ραδιόφωνο είχε ακουστεί η φωνή του παρουσιαστή. «Και τώρα ο Μανόλης Μητσιάς σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου, σε ένα καινούργιο τραγούδι». Ο χρόνος πάγωσε κι εκείνη έμεινε ακίνητη στην άκρη του καναπέ. «Δεν έχω μάθει μαργαρίτες να μαδάω, δεν περιμένω κανενός τον γυρισμό». Το τραγούδι τελείωσε και ακολούθησε άλλο και μετά άλλο, διαφημιστική εκπομπή ήταν. Έπρεπε να ξανακούσει το τραγούδι. Πώς να γινόταν να το ξανακούσει; Πικ απ δεν είχαν στο σπίτι, περιττό έξοδο. Ήξερε ότι υπάρχουν ραδιοφωνικοί σταθμοί παράνομοι, πειρατικούς τους έλεγαν, αλλά η Ελένη δεν γνώριζε από συχνότητες και τέτοια, εξ άλλου δεν ανακατεύεσαι με αυτά, Χούντα έχουμε, μπελάδες ψάχνουμε;
Όλη τη μέρα προσπαθούσε να θυμηθεί τα λόγια, γιατί τη μουσική μια φορά την άκουσε και της καρφώθηκε στο μυαλό. Κι αυτή η φωνή, αυτό το παιδί, ο Μανώλης Μητσιάς, σαν να της μιλούσε στην ψυχή, σαν να το τραγουδούσε μόνο γι’ αυτήν. Και για τον Γιώργο. Έκανε όρκο να ακούει κάθε Κυριακή την εκπομπή της ΛΥΡΑ, να μάθει απέξω τους στίχους, να τραγουδάει και αυτή από μέσα της, δεν είχε κανένα λόγο να μιλήσει σε κανέναν, οι παλιοί που ήξεραν είχαν πεθάνει από καιρό. Τώρα κανείς δεν θα καταλάβαινε. Ίσως κάποια στιγμή μετά από χρόνια να μοιραζόταν το μυστικό της, ίσως ποτέ.
«Γιαγιά, ήρθα. Καλά είμαι, μην αρχίζεις πάλι, τρώω, δεν κάνω δίαιτα, ναι ξέρω, δεν σου αρέσει το τρίτο σκουλαρίκι στο αυτί μου ούτε το τατουάζ στον καρπό, τι να κάνουμε, έτσι είναι τώρα η μόδα». Η Λένα μπήκε φουριόζα, κάθισε στον καναπέ με τον φραπέ στο χέρι και ρούφηξε δυνατά με το καλαμάκι. Η Ελένη έπινε τον κλασικό ελληνικό της, στο σπίτι ακόμα τον έλεγαν τούρκικο. Είχε πάρει την εγγονή της τηλέφωνο το πρωί, ήθελε να την δει και να την αγγαρέψει ακόμα μια φορά να της βάλει στο πικ απ τον δίσκο. Ή να ακούσει το τραγούδι από το κινητό της μικρής, γιατί η ίδια ίσα που έπαιρνε δυο-τρία νούμερα, ιδέα δεν είχε από την καινούργια τεχνολογία.

«Θα υποφέρω στη ζωή κάθε στιγμή, γιατί δεν έκανα ό,τι θα ‘πρεπε να κάνω, γιατί σαν άνθρωπος δεν είχα την πυγμή»… Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε για πρώτη φορά, ή τουλάχιστον η εγγονή της την άκουσε πρώτη φορά «μέχρι το τέλος θα με κατατρέχει η κατάρα του ορφανού»…Έμεινε με κλειστά τα μάτια και ζήτησε να το ξανακούσει. Και μετά έπεσε σιωπή στο σαλόνι με τα βαριά έπιπλα που η Λένα θυμόταν από τότε που γεννήθηκε. Εκείνη τη μέρα έκανε ζέστη και το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Η κουρτίνα έκρυβε το απέναντι σπίτι κι ο δρόμος περιέργως ήταν ήσυχος. Η Λένα πλησίασε περισσότερο και ρώτησε δισταχτικά: «Γιαγιά, τόσα χρόνια δεν σε έχω ρωτήσει τι στο καλό έχεις πάθει μ’ αυτό το τραγούδι; Να ήσουν ερωτευμένη με τον Μητσιά το αποκλείω, δεν είναι ο τύπος σου! Αλλά σήμερα θα σκάσω από την περιέργεια αν δεν μου πεις τι εννοούσες με την κατάρα του ορφανού. Και μην μου πεις ότι δεν το είπες, σε άκουσα πολύ καλά».
«Ήμουν μικρή κοπέλα», άρχισε η Ελένη σαν να περίμενε τη στιγμή που κάποιος θα την ρωτούσε για να πετάξει επιτέλους από μέσα της ένα βαρίδι. Η φωνή της ήταν σιγανή, χωρίς ένταση, χωρίς συναίσθημα, επίπεδη. «Με ήθελε σε γάμο ένας Γιώργος, τον ήθελα κι εγώ. Ήταν ωραίος και δουλευταράς, έκανε όμως δουλειές στο πόδι, όπου έβρισκε μεροκάματο. Οι δικοί μου είχαν από το κράτος άδεια για πάγκο στη λαϊκή αγορά εδώ στον Πειραιά, η ζωή τους έπαιρνε σιγά σιγά τα πάνω μετά τη μπόρα της προσφυγιάς και ήθελαν για τα παιδιά τους το καλύτερο. Ο Γιώργος ήταν ορφανός από γονείς και πάμφτωχος. Δεν θα με χαλάλιζε, έλεγε ο πατέρας μου.
Αυτός ήρθε στο σπίτι και με ζήτησε, είχε βρει μπάρκο στα καράβια και ήθελε να δώσουμε λόγο και να παντρευτούμε όταν θα γύριζε σε δυο χρόνια με λεφτά. Ο πατέρας στην αρχή του το ξέκοψε, μετά για να τον ξεφορτωθεί του τα έλεγε ήξεις αφήξεις. Εγώ είχα πιστέψει ότι θα τον έπαιρνα τον Γιώργο και πετούσα στα σύννεφα. Λίγο καιρό μετά που μπάρκαρε, μου έφεραν προξενιό τον παππού σου. Τι να σου λέω τώρα, ότι στην αρχή αρνήθηκα και μετά υποχώρησα; Φταίω, δεν φταίω, ούτε ξέρω αν είχα περιμένει τον Γιώργο τι θα είχε γίνει. Μάλλον τα ίδια, ποιος πήγαινε κόντρα τότε… Πάντως, την αμαρτία μου τη λέω, δεν επέμεινα. Παντρεύτηκα και ούτε γράμμα δεν τόλμησα να στείλω. Αυτός όμως το έμαθε και μου έγραψε. Τα λόγια του ακόμα με καίνε. «Να έχεις την κατάρα του ορφανού», κατέληγε. Και δεν ξανάκουσα ποτέ γι’ αυτόν ούτε μίλησα ποτέ σε κανέναν. Σήμερα όμως…»… Και σταμάτησε. Ένα ελαφρό τρέμουλο στα χέρια πάνω στην ποδιά, τα μάτια χαμηλωμένα. Η Λένα την φίλησε στο μάγουλο και την άφησε μόνη. Συγκινητική ιστορία, ποιος να το φανταζόταν, άραγε ο παππούς γνώριζε;
Στο δρόμο ένα αυτοκίνητο πήρε την κατηφόρα για τη λεωφόρο και πάλι ησυχία στο ζεστό απομεσήμερο. Ο ήχος της λατέρνας ακούστηκε να πλησιάζει. «Πώς κι έτσι», αναρωτήθηκε η Ελένη. «Δεν είναι η μέρα του σήμερα». Αλλά πλησίασε στο παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα. Ο λατερνατζής σταμάτησε, την κοίταξε και γύρισε τη μανιβέλα. Από το όμορφα ζωγραφισμένο ξύλινο μουσικό κουτί ακούστηκε η γνωστή μελωδία. Η Ελένη τον ευχαρίστησε με νεύμα του κεφαλιού και το χέρι στην καρδιά. Ο λατερνατζής την χαιρέτησε με σεβασμό βγάζοντας το καπέλο και προχώρησε. Οι κουρτίνες τραβήχτηκαν, το παράθυρο έκλεισε και οι αναμνήσεις βυθίστηκαν άλλη μια φορά στα βάθη της πραγματικότητας.
27.9.2026
Η Νταίζη Λεονάρδου είναι φιλόλογος Μa.Ed.