Το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με μία από τις πιο επικίνδυνες καμπές της σύγχρονης ιστορίας του, καθώς μαζικές διαδηλώσεις στο εσωτερικό και αυξανόμενες εξωτερικές πιέσεις περιορίζουν δραστικά τις επιλογές της πολιτικής του ηγεσίας. Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις, που διαρκούν πλέον πάνω από δύο εβδομάδες, ξεκίνησαν ως αυθόρμητη αντίδραση στην εκτίναξη του πληθωρισμού και την κατάρρευση του εθνικού νομίσματος, αλλά γρήγορα εξελίχθηκαν σε ευρύτερη αμφισβήτηση του ίδιου του Ισλαμικού Καθεστώτος.
Αρχικά πρωταγωνιστές ήταν μικροέμποροι και κοινωνικά ευάλωτες ομάδες που ζητούσαν στοιχειώδη οικονομική επιβίωση. Στη συνέχεια, στο κίνημα προστέθηκαν πολίτες που απαιτούν πολιτικές ελευθερίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η αυξανόμενη δημόσια υποστήριξη προς τον Ρεζά Παχλαβί, γιο του έκπτωτου Σάχη, καταδεικνύει το βάθος της κρίσης νομιμοποίησης που αντιμετωπίζει το καθεστώς.
Η ιρανική ηγεσία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια πολλαπλή κρίση: χρόνια οικονομική κακοδιαχείριση, διεθνείς κυρώσεις, πολιτική στασιμότητα και σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα έχουν διαβρώσει το κοινωνικό συμβόλαιο. Οι διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν παγωμένες, ενώ το ενδεχόμενο νέας σύγκρουσης με το Ισραήλ ή τις ΗΠΑ επανέρχεται στο προσκήνιο. Χωρίς ουσιαστική μεταρρύθμιση και ανανέωση της σχέσης κράτους–πολιτών, οι προοπτικές της χώρας εμφανίζονται δυσοίωνες.
Όπως και στο παρελθόν, το καθεστώς απάντησε με σκληρή καταστολή. Διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάνουν λόγο για περισσότερους από 500 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και ανήλικοι, ενώ το εκτεταμένο μπλακάουτ στο διαδίκτυο εντείνει τους φόβους ότι ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων είναι πολύ μεγαλύτερος. Ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ χαρακτήρισε τους διαδηλωτές «βανδάλους», ενώ οι αρχές απειλούν ακόμη και με θανατικές ποινές όσους θεωρούνται «ταραχοποιοί» ή συνεργάτες ξένων δυνάμεων. Ωστόσο, κάθε καταστολή φαίνεται να βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία.
Η εσωτερική πίεση συμπίπτει με αυξημένο κίνδυνο εξωτερικής κλιμάκωσης. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει προειδοποιήσει για ενδεχόμενα πλήγματα εάν συνεχιστεί η βία κατά των διαδηλωτών, ενώ το Ισραήλ ενδέχεται να εκμεταλλευτεί την αποσταθεροποίηση για να επανεκκινήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μια επιλογή για την Τεχεράνη θα ήταν η περαιτέρω σκλήρυνση της στάσης της, με εσωτερική καταστολή και επιθετικές κινήσεις στο εξωτερικό — ακόμη και μια επιτάχυνση του πυρηνικού της προγράμματος. Όμως ένα τέτοιο σενάριο θα ενείχε υπαρξιακούς κινδύνους.
Η πιο βιώσιμη διέξοδος, σύμφωνα με αναλυτές, είναι η σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου για πραγματική οικονομική ανασυγκρότηση, καταπολέμηση της διαφθοράς, ενίσχυση πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών και μεταφορά ισχύος από ιδεολογικούς μηχανισμούς σε τεχνοκρατικούς θεσμούς. Τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα —όπως η αλλαγή διοικητή της κεντρικής τράπεζας και η παροχή μικρού επιδόματος στα νοικοκυριά— κρίνονται ανεπαρκή και καθυστερημένα.
Παράλληλα, οποιαδήποτε σταθερή εσωτερική μεταρρύθμιση προϋποθέτει μια ευρύτερη συμφωνία με την Ουάσιγκτον. Μόνο ένας συνολικός συμβιβασμός θα μπορούσε να άρει τη μόνιμη σκιά κυρώσεων και πολεμικής απειλής που βαραίνει γενιές Ιρανών. Καθώς οι «έξοδοι κινδύνου» λιγοστεύουν, το καθεστώς καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε μια επικίνδυνη σύγκρουση ή σε μια δύσκολη αλλά αναγκαία πολιτική μεταμόρφωση.
(*) Η συγγραφέας είναι αναπληρώτρια επικεφαλής του προγράμματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.