Το μαγικό “ΚΟΚΚΙΝΟ” σύμπαν της συγγραφέως Δέσποινας Σογιούλ και η βαριά κληρονομιά της

27/01/2026

Το μαγικό “ΚΟΚΚΙΝΟ” σύμπαν της συγγραφέως Δέσποινας Σογιούλ και η βαριά κληρονομιά της

Για όσους ασχολούνται με την παιδαγωγική και τη μουσική παιδεία, η Δέσποινα Μπογδάνη–Σογιούλ δεν χρειάζεται συστάσεις. Μουσικός, συγγραφέας, αλλά πάνω από όλα γυναίκα που πιστεύει βαθιά ότι η τέχνη είναι το “οξυγόνο” που χρειαζόμαστε όλοι για να αντέξουμε.

Εγγονή του μεγάλου Μιχάλη Σογιούλ, η Δέσποινα Σογιούλ θα μπορούσε να επαναπαυθεί στην παρακαταθήκη του παππού της. Εκείνη όμως επέλεξε να την κάνει εργαλείο, να την “εκδημοκρατίσει” και να τη φέρει στα μέτρα των παιδιών, δείχνοντάς τους ότι οι μεγάλοι δημιουργοί ήταν, πάνω από όλα, άνθρωποι με πάθη και αδυναμίες.

Είχα τη χαρά να κουβεντιάσω μαζί της κάποιες πτυχές της επαγγελματικής, αλλά και προσωπικής ζωής της και ιδού το δικό της ολόγραμμα.

Συνέντευξη στη Ρίτσα Μασούρα 

Το όνομα “Σογιούλ” είναι ένας κόσμος ολάκερος για την ελληνική μουσική. Πότε ένιωσες ότι αυτό το όνομα έπαψε να είναι μια τρυφερή οικογενειακή ανάμνηση κι έγινε, τρόπον τινα, “ευθύνη” που πρέπει να πορευτείς μαζί της;  

 Ο Μιχάλης Σουγιούλ ήταν παρών -αν και στην πραγματικότητα ήταν απών- με
χιλιάδες τρόπους μέσα στο σπίτι μας. Από τους συνεργάτες του και που σιγά
σιγά μετά τον θάνατό του είχαν γίνει φίλοι των παιδιών του, από τα αντικείμενά
του που μας περιστοίχιζαν και που είχαμε εντάξει στην πραγματικότητά μας-
εγώ παίζω ακόμα με τη δική του φλογέρα στους μαθητές μου- από τα
τραγούδια του που ποτέ δεν έλλειπαν από τα γλέντια… Όλα δημιουργούσαν
την ανάμνηση αλλά αυτομάτως και την ευθύνη. Παρόλα αυτά θα σου πω μια
σκηνή που έζησα: Μια φορά συμμετείχα σε μια συναυλία του Γιώργου
Νταλάρα με τους μαθητές μου στη Χορωδία του Κολλεγίου Αθηνών την οποία
διηύθυνα. Είχε φτάσει πλέον η βραδιά της συναυλίας. Δίπλα μου, στις
κουΐντες πριν βγω με τους μαθητές μου, στεκόταν ο Κώστα Γανωσέλης. Ήταν
ο ενορχηστρωτής των τραγουδιών του Γιώργου Νταλάρα επί χρόνια αλλά και
στη συγκεκριμένη συναυλία. Σπουδαίος μουσικός! Γύρισε με κοίταξε και μου
είπε: -Ξέρεις πόσο μεγάλο ταλέντο ήταν ο παππούς σου; Βλέπω μέχρι σήμερα τις
παρτιτούρες και τις ενορχηστρώσεις του κι ακόμα προσπαθώ να καταλάβω πώς τα
δημιουργούσε όλα αυτά ενώ ήταν αυτοδίδακτος. Προσπαθώ να τον μιμηθώ όπως και
άλλοι μουσικοί αλλά είναι αδύνατον να μιμηθεί κάποιος τους μουσικούς του δρόμους
και το μουσικό του ταλέντο.
Αυτή ήταν η στιγμή που με έβαλε στη θέση ευθύνης αν και στην πραγματικότητα
νομίζω ότι όλα όσα μου είπε ο Κώστας Γανωσέλης τα είχα νιώσει, τα είχα σκεφτεί
αλλά έπρεπε κάποιος τρίτος να τα «σφραγίσει».

-Έχεις διανύσει μια πορεία τριάντα ετών στις σχολικές αίθουσες. Μέσα από αυτή την πορεία έχεις καταγράψει τι σε δυσκόλεψε περισσότερο στο να μάθεις τα παιδιά να αγαπούν την τέχνη; 

 Η τέχνη λείπει από τη ζωή μας, από τη ζωή μικρών και μεγάλων. Μιλώντας
όμως ειδικότερα για την τέχνη της μουσικής ήρθαν στιγμές που έπρεπε να
αναμετρηθώ με την έλλειψη αισθητικής που συναντούσαν οι μαθητές μου
στην καθημερινότητά του. Επίσης έπρεπε να βρω μια γλώσσα επικοινωνίας
και έκφρασης μαζί τους που θα ήταν πέρα από τα στεγανά της εκπαίδευσης
και θα ήταν μια γλώσσα που τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ καλά, αγαπούν
και χρησιμοποιούν. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη μου να τους μιλάω για
μύθους της τέχνης, για ιστορίες της μουσικής μέσα από τις δικές μου ιστορίες
και τα παραμύθια. Από ανάγκη λοιπόν έγινα…συγγραφέας!

– Στα βιβλία σου, ο Μίκης Θεοδωράκης (“Ο παππούς μου ο γίγαντας”, εκδόσεις Πατάκη) ή η Μαρία Κάλλας (“Μαρία Κάλλας, ζώντας μόνο για την τέχνη”, εκδόσεις Πατάκη)  δεν είναι “αγάλματα της Ιστορίας”. Τους παρουσιάζεις ως ευαίσθητους ανθρώπους με στοιχεία πολύ μακριά από εκείνα των θρύλων που δημιουργεί ο άνθρωπος. Πιστεύεις ότι έτσι γίνεται το αφήγημα πιο εύπεπτο πιο κατανοητό για ένα παιδί;

 Ο Μίκης Θεοδωράκης, η Μαρία Κάλλας, ο Μάνος Χατζιδάκις είναι αναμφίβολα
γίγαντες της τέχνης. Γίγαντες που οι ζωές και το έργο τους πατούν ανάμεσα
στο φανταστικό και το πραγματικό παρότι δεν χάνουν την ανθρώπινη
ταυτότητα που τα καθορίζει και τα δύο. Θαρρώ ότι στις ιστορίες μου λοιπόν
κράτησα το απόσταγμα από τη ζωή και το έργο τους και ένιωσα ότι με αυτές
μπορούσα να δώσω μια μικρή σπρωξιά σε γονείς και παιδιά να ψάξουν για
τους σπουδαίους αυτούς δημιουργούς πολύ περισσότερο και με κάθε μέσο.

Αναρωτιέμαι αν κάποιες προσωπικές σου μνήμες καθόρισαν τον τρόπο που γράφεις. Αν ναι, πώς ισορροπείς ανάμεσα σ΄ αυτό που έζησες εσύ και σε αυτό που πρέπει να πάρει ένα παιδί ως μάθημα ή ως τμήμα της Ιστορίας;

 Οι μνήμες και τα βιώματα δημιουργούν συνήθως τις ιστορίες για παιδιά. Ας
πούμε ο Μίκης Θεοδωράκης όταν εγώ τον συνάντησα ανοίγοντας της πόρτα
του σπιτιού μου, όντας ένα μικρό παιδί οκτώ ετών, όπως ήταν ντυμένος στα μαύρα και θεόρατος καθώς ήταν πραγματικά έγινε στα μάτια μου ο γίγαντας
που περιγράφω στο βιβλίο μου. Η Μαρία Κάλλας ήταν η αιτία που για πρώτη
φορά είδα τον μπαμπά μου να κλαίει καθώς η τηλεόραση το 1977 μετέδιδε τον
θάνατό της και πραγματικά με εντυπωσίασε ενώ δημιούργησε την αφετηρία
της ιστορίας που έγραψα για εκείνη. Άρα ναι…τα βιώματα γίνονται αφορμές
και αφετηρίες!

-Μητέρα, καθηγήτρια, συγγραφέας… οι ρόλοι είναι πολλοί. Υπήρξαν στιγμές που ένιωσες ότι έπρεπε να “χαμηλώσεις την ένταση” σε μια πλευρά του εαυτού σου για να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις στις υπόλοιπες;

 Παλεύουμε με τα αυτονόητα ακόμα, πάντα με την ίδια ένταση και σ’ ένα
πολλαπλό επίπεδο κυρίως σε ότι αφορά τον πολιτισμού και τις τέχνες.
Προφανώς είμαστε βήματα πιο μπροστά σε σχέση με το παρελθόν αλλά
έχουμε να διανύσουμε πολλά χιλιόμετρα ακόμα. Θα σου πω ένα παράδειγμα
που πιστεύω ότι αυτομάτως θα λειτουργήσει και ως απάντηση. Όταν στην
Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αφαιρούνται ώρες συνεχώς
από τα μαθήματα τέχνης και προστίθενται ώρες Πληροφορικής δε χρειάζεται
να απορούμε και να γκρινιάζουμε για την επέλαση του ψηφιακού κόσμου στη
ζωή των παιδιών μας. Μοιάζει σαν κακόγουστο αστείο.

– Μετά από τόσες αλλαγές και δυσκολίες, τι είναι αυτό που σε κρατάει ακόμα δημιουργική και σου δίνει δύναμη να συνεχίζεις;

 Προσπαθώ να μείνω ζωντανή, να αντισταθώ σε αυτό που με περιβάλλει και
πολλές φορές νιώθω ότι με προσβάλλει, σε αυτό που δεν μου ταιριάζει ή με
θλίβει και το βάζω σε ένα παγκόσμιο επίπεδο και όχι μόνο. Το μόνο
«εργαλείο» που μπορεί να με βοηθήσει να το πετύχω είναι η δημιουργικότητα
που δίνει μόνο και δεν παίρνει ποτέ τίποτα. Η δημιουργικότητα που με φέρνει
σε επαφή με ομάδες ομοειδείς για να δημιουργήσω και εγώ την δική μου
κοινότητα. Είναι λοιπόν τρόπος ζωής και επιβίωσης…

-Στο βιβλίο σου “Κόκκινο” (εκδόσεις Πατάκη) που φαίνεται ότι πηγαίνει εξαιρετικά καλά, μιλάς για συναισθήματα πολύ βαθιά, αν και εκ πρώτης όψεως είναι τόσο συνηθισμένα στις τρυφερές ηλικίες. Πιστεύεις ότι  εμείς οι μεγάλοι υποτιμάμε τα παιδιά; Καταλαβαίνουν περισσότερα από όσα νομίζουμε;

 Τα παιδιά σήμερα έχουν παραστάσεις και ερεθίσματα, πολύ περισσότερα από
τις προηγούμενες γενιές, που τα κάνει να αντιλαμβάνονται, να κατανοούν, να
επικοινωνούν και να εκφράζονται με τόλμη και υψηλές αντιληπτικές
δυνατότητες. Τα χρώματα ήταν πάντα ένα μέσο για όλα αυτά που ίσως δεν
δώσαμε ιδιαίτερη σημασία ή δεν τα αξιολογήσαμε με πολλούς τρόπους και
δυναμικές. Άρα το Κόκκινο έρχεται να δώσει μια γνωστή επί της ουσίας
διάσταση στο χρώμα ως μέσο ψυχικής, συναισθηματικής απόδοσης. Οι
μεγάλοι πράγματι δεν παίρνουν στα σοβαρά τα παιδιά ενώ στην
πραγματικότητα θα μπορούσαν να μάθουν τόσα πολλά από αυτά…σκέψου ας
πούμε πόσα κρύβουμε από αυτά ή τον τρόπο με τον οποίο τους
απευθυνόμαστε.

-Αν κοιτάξεις πίσω από τον “Παππού μου τον γίγαντα” μέχρι το “Κόκκινο”, έχω αμυδρά την αίσθηση ότι  μπορεί να ξετυλίγεται ένα κομμάτι της ζωής σου. Τελικά, τι αφήνεις εσύ σε κάθε βιβλίο και τι είναι αυτό που παίρνεις πίσω από τους μικρούς σου αναγνώστες;

 Το κάθε βιβλίο όπως είπα και πριν έχει την άκρη του κουβαριού που θα
ξετυλίξει την ιστορία που θέλω να γράψω. Οπότε η μοιρασιά και το μοίρασμα
είναι ένας κοινός τόπος που συναντιόμαστε γονείς, παιδιά και εγώ μαζί. Αυτή
η διαδικασία της συνάντησης και του μοιράσματος που δίνει τη δυνατότητα και στο βιβλίο σου να αλλάξει πολλά χεράκια είναι ότι λαχταράς την ώρα που
γράφεις, δυνατό και διαχρονικό.

-Κλείνοντας, θα μπορούσες να περιγράψεις μια συνάντησή σου με μικρά παιδιά σε παρουσίαση του βιβλίου σου «Κόκκινο»; Το ρωτώ γιατί το βιβλίο κατακλύζεται από ένα χρώμα, ένα φιλί και μια κατακόκκινη καρδιά. Τι επιλέγουν τα παιδιά;

 Το Κόκκινο περιγράφει ότι ζούμε και ότι ξέρουμε. Ποιος είναι αυτός που δεν
έχει λερώσει τη μυτίτσα του με καρπούζι το καλοκαίρι, ποιος είναι αυτός που
δεν ξέρει ότι καρδιά είναι κόκκινη ή δεν ξέρει ότι βλέποντας το κόκκινο φανάρι
θα σταματήσει και δε θα περάσει απέναντι. Ποιος είναι αυτός που δεν έχει
σπάσει πρώτος το ρόδι την Πρωτοχρονιά ή δεν έχει γεμίσει το προσωπάκι του
από πολλά κόκκινα φιλιά της μαμάς του. Κάπως έτσι ξεκινάμε λοιπόν με
κοινές μνήμες και χτίζουμε τις δικές μας τις καινούργιες κάθε φορά και
κλείνουμε την παρουσίαση του βιβλίου με πινέλα, μπογιές, χαρτιά του μέτρου
ανακατεμένα και γονείς που παρέα με τα παιδιά τους θυμούνται πώς είναι να
ξαναγίνεσαι παιδί.

Ευχαριστώ και φυσικά καλές διαδρομές στα δικά σου «παιδιά», τα βιβλία σου.

 

Previous Story

Ο εγκέφαλός μας μπορεί να εκπαιδευτεί, όπως εκπαιδεύουμε τους μύες με τη γυμναστική.

Next Story

No EXCUSE #2, έκθεση της Ειρήνης Μπαζούκου

Don't Miss