Γκαλερί Art Project Space / Μαργαρίτα Βασιλάκου – Γιάννης Στεφανάκις “Μεταίχμιο γης και ουρανού”

04/02/2026

Γκαλερί Art Project Space / Μαργαρίτα Βασιλάκου – Γιάννης Στεφανάκις “Μεταίχμιο γης και ουρανού”

Η γκαλερί Art Project Space παρουσιάζει την διατομική έκθεση ζωγραφικής της Μαργαρίτας Βασιλάκου και του Γιάννη Στεφανάκι, με τίτλο «Μεταίχμιο γης και ουρανού». Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 19.00 και η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή για το κοινό έως την 6η Μαρτίου 2026.

Επιμέλεια: Βάλια Κατσίμπα

Την έκθεση επιμελείται η Αρχαιολόγος-Μουσειολόγος Βάλια Κατσίμπα η οποία γράφει μεταξύ άλλων για την έκθεση:

«Η Μαργαρίτα Βασιλάκου και ο Γιάννης Στεφανάκις, όπως μοιράζονται μέσα από τον πολύχρονο συζυγικό βίο τους την ίδια τη ζωή, έτσι πραγματεύονται εδώ δύο αντιφατικές πλευρές της (δυστοπία – ουτοπία) αφήνοντας ο καθένας μια προσωπική εικαστική μαρτυρία με μια ποιητική αφορμή…»

και συνεχίζει, γράφοντας:

«Μέσα από αυτό το πολύχρωμο και συνάμα σκοτεινό παλίμψηστο, η Βασιλάκου και ο Στεφανάκις δεν επιχειρούν σε καμία περίπτωση την εικονογράφηση, αλλά λειτουργούν με ανάλογους εσωτερικούς μηχανισμούς που κινούν την ποίηση του Κρεμνιώτη αλλά και του Εμπειρίκου, καθιστώντας το εικαστικό έργο τους ένα αυθύπαρκτο γεγονός. Η αμφισημία των λέξεων και των εικόνων, που χαρακτηρίζει στο σύνολό της την έκθεση, επιτρέπει στον καθένα να ταυτιστεί με αυτό που ο ίδιος έχει ανάγκη να δει, να ακούσει ή να βιώσει. Άλλωστε αυτό δεν είναι και το πραγματικό νόημα της τέχνης, όχι να χαϊδέψει τις πληγές μας αλλά να μας φέρει αντιμέτωπους με αυτές και την ιστορία τους, προσφέροντας πρώτα παρηγοριά κι έπειτα τρόπους ειλικρινούς συμφιλίωσης.»

Η Μαργαρίτα Βασιλάκου αναφέρει για την έκθεση: «Η ενότητα αυτή των έργων, με τον γενικό τίτλο «Μεταίχμιο μεταξύ γης και ουρανού» αποτελεί τη συνεργασία μου με τον ποιητή Χρίστο Κρεμνιώτη και συνομιλεί με την ποιητική του συλλογή «Σε σάρκινο χαρτί». Είναι έργα που δημιουργήθηκαν μέσα σε έντονη συναισθηματική φόρτιση και αντικρουόμενα συναισθήματα που κυριάρχησαν μέσα μου. Κυρίως θλίψη και πόνος για την αθωότητα που έχει πληγωθεί, θυμός και αγανάκτηση απέναντι στην αδικία και τη βία, αλλά και μια έντονη αίσθηση της ευθύνης που φέρω ως ζωγράφος.»

Ο Γιάννης Στεφανάκις αναφέρει για την έκθεση: «Ορμώμενος αυτή τη φορά από την ποιητική συλλογή «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου, προσπάθησα να ερμηνεύσω και να αποδώσω μέσα από τη ζωγραφική και τη χαρακτική, ένα ίχνος από τη δυνατότητα της νέας πνοής που ευαγγελίζεται ο ποιητής: έναν διαφορετικό και ελεύθερο κόσμο «με όλας τας ηδονάς του», όπου το «εγώ» καλείται να γίνει «εσύ»”


Βιογραφικά:

Η Μαργαρίτα Βασιλάκου γεννήθηκε στη Σπάρτη Λακωνίας το 1966. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δάσκαλο τον Π. Τέτση και τον Ν. Κεσσανλή και χαρακτική με δάσκαλο τον Θ. Εξαρχόπουλο. Έχει συνεργαστεί με εκδοτικούς οίκους και είναι μόνιμη συνεργάτης των περιοδικών  Νέο Επίπεδο και Τεχνοπαίγνιον. Έχει παρουσιάσει το εικαστικό της έργο σε ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει συνεργαστεί στο πλαίσιο των εικονογραφήσεων με γνωστούς εκδοτικούς οίκους και λογοτεχνικά περιοδικά. Έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα. Από το 1999 εργάζεται στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Σήμερα ζει και δημιουργεί στην Αθήνα.

Ο Γιάννης Στεφανάκις γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας..  Έχει κάνει πολλά  Video animation καθώς επίσης έχει παρουσιάσει έργα του σε πολλές  ατομικές και  ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα του υπάρχουν σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές. Εκδίδει το περιοδικό Νέο Επίπεδο, το οποίο βραβεύτηκε από το θεσμό των Κρατικών Βραβείων το 2018,  καθώς και το συλλεκτικό  περιοδικό Τεχνοπαίγνιον.  Διευθύνει επίσης τις συλλεκτικές εκδόσεις Χειροκίνητο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ωράριο λειτουργίας έκθεσης:

Τρίτη: 17:00–21:00
Πέμπτη & Παρασκευή: 12:00–20:00
Σάββατο: 11:00–15:00
Κυριακή, Δευτέρα, Τετάρτη κατόπιν ραντεβού

Χορηγός οίνου εγκαινίων: Materia Prima
Χορηγοί επικοινωνίας: Art22, Art Point View, Independent.gr

 

Χώρος διεξαγωγής:

Πολυχώρος Art Project Space

Φαλήρου 66, Αθήνα, Πλησίον ΕΜΣΤ | Σταθμός Metro FIX
Τηλ. 2117504180
e-mail: info@artprojectspace.gr

“Μεταίχμιο γης και ουρανού”

Μαργαρίτα Βασιλάκου – Γιάννης Στεφανάκις 

 

Η Μαργαρίτα Βασιλάκου και ο Γιάννης Στεφανάκις, όπως μοιράζονται μέσα από τον πολύχρονο συζυγικό βίο τους την ίδια τη ζωή, έτσι πραγματεύονται εδώ δύο αντιφατικές πλευρές της (δυστοπία – ουτοπία) αφήνοντας ο καθένας μια προσωπική εικαστική μαρτυρία με μια ποιητική αφορμή.

Η Βασιλάκου στη συνάντηση της με την ποιητική συλλογή «Σε σάρκινο χαρτί» του Χρίστου Κρεμνιώτη δεν εικονογραφεί, αλλά μεταπλάθει συναισθήματα χαρτογραφώντας έναν κόσμο όπου η γέννηση ταυτίζεται με την κατάχρηση, ο έρωτας με τη βία και η παιδική ηλικία με την ανείπωτη εμπειρία της κακοποίησης. Και είναι αυτές ακριβώς οι θεματικές, που βρίσκουν στα σχέδια της τη σκοτεινή τους αντήχηση.​​

Οι μορφές της απαλλάσσονται από κάθε ωραιοποιημένη σχεδιαστική δεινότητα για χάρη ενός εσκεμμένου παραστατικού εξπρεσιονισμού, που υπηρετεί τις νοητικές και συναισθηματικές δονήσεις της ποιητικής ύλης. Σώματα που στροβιλίζονται στη δίνη της βαθιάς οδύνης, που διαχέονται σε ένα κόσμο ακατανόητο, όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται, οι σχέσεις ματαιώνονται και η επίγευση του πόνου γίνεται μόνιμη συνθήκη. Οι άνθρωποι της Βασιλάκου εκπέμπουν αισθητικά το βαρύ φορτίο του τραύματος, κραυγάζουν για δικαίωση μέσα από μια ψυχαναγκαστική διαδικασία οδυνηρής αναβίωσης.

Τα περιγράμματα, που ενώ κυριαρχούσαν μέχρι τώρα στη ζωγραφική της Βασιλάκου, εδώ ατονούν για να αναδειχθούν οι μορφές μέσα στο ακαθόριστο λευκό φόντο των έργων, που καθιστά τον χώρο και τον χρόνο ήσσονος σημασίας. Μέσα σε αυτό το «καθαρό» περιβάλλον, που επιλέγει η ζωγράφος στα περισσότερα έργα της, οι φιγούρες προβάλλουν ακόμα πιο έντονα την ενοχή τους αλλά και την επιθυμία τους για λύτρωση μέσα σε έναν κόσμο ηδονισμού και σήψης. Οι περισσότερες γυμνές και δύσμορφες, με έκδηλα υπερτονισμένα τα σύμβολα γονιμότητας -υπερμεγέθεις φαλλοί και μαστοί απ’ τους οποίους εκρέει άφθονο το μητρικό γάλα- μοιάζουν να διαλύονται, να εξαχνώνονται, σα να επιχειρούν μια απέλπιδα απόδραση από το ίδιο τους το σώμα που φέρει την ανάμνηση της βίας.

Σε όλα τα έργα της Βασιλάκου συνεκτικό στοιχείο είναι η σιωπή, μια σιωπή εκκωφαντική που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να μεταπλαστεί σε λέξεις. Η εσωτερική ανησυχία των μορφών πυροδοτεί μόνο σκέψεις και συναισθήματα, λεκτικοποιείται μόνο από τον εκάστοτε θεατή, παίρνει υπόσταση όταν το βλέμμα του στέκει ανιχνευτικά απέναντι στο δικό τους. Όταν συντελείται αυτή η διασταύρωση των βλεμμάτων – ψυχών, τότε τίποτε δεν μπορεί να κρυφτεί. Η Βασιλάκου με μινιμαλιστικό τρόπο αποδίδει το απόκρυφο στοιχείο όλων αυτών των πλασμάτων που, ενώ σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει να τα προστατεύει μέσα στην εικαστική συνθήκη, στην πραγματικότητα τα εκθέτει στην κρίση της ανθρώπινης συνείδησης.

Η εικαστική της ωριμότητα διαφαίνεται από το γεγονός της άνεσης στη διατήρηση του προσωπικού της καλλιτεχνικού ύφους παρ’ ότι κατεργάζεται νέες πιο εξπρεσιονιστικές φόρμες σε αυτή την ενότητα έργων. Η πολύχρονη εμπλοκή της σε διάφορα πεδία του καλλιτεχνικού χώρου, όπως η εικονογράφηση βιβλίων, τα κόμικ ακόμα και η διδακτική της εμπειρία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, φαίνεται να την εξοπλίζουν με ποικίλες δυνατότητες που την καθιστούν ανοιχτή στον πειραματισμό και καθ’ όλα ευπροσάρμοστη ανάλογα με τη θεματική που προσεγγίζει κάθε φορά διατηρώντας όμως πάντα αναλλοίωτο το εικαστικό της ιδίωμα.

Κεντρικό μοτίβο των έργων είναι η αδιάκοπη εναλλαγή ρόλων θύτη-θύματος: οι μορφές άλλοτε εκτεθειμένες, άλλοτε επιθετικές, κατοικούν την ίδια γκρίζα ζώνη με τους ποιητικούς χαρακτήρες που βυθίζονται σε ένα μικροαστικό τοπίο υποκρισίας, όπου αυτοανακηρυγμένοι πνευματικοί καθοδηγητές κακοποιούν ενώ κηρύττουν. Στις ζωόμορφες φιγούρες της Βασιλάκου – σώματα που φέρουν κεφάλια ζώων, πόδια ή ουρές, ή ανθρώπινα πρόσωπα πάνω σε τετράποδα – εγγράφεται η αποθηριωμένη πλευρά της επιθυμίας, η κτηνώδης λαχτάρα που στα ποιήματα οδηγεί σε σκηνές ασύλληπτης βίας, σεξουαλικής συναλλαγής και βιομηχανικής επανάληψης της σκληρότητας.​

Η καλλιτέχνης τοποθετεί αυτά τα υβριδικά πλάσματα σε ημι-αρχιτεκτονικά περιβάλλοντα – δωμάτια, πλακάκια, κουτιά – που παραπέμπουν στον «περίκλειστο προσωπικό χώρο της οικίας», εκεί όπου συντελείται η κακοποίηση αλλά και ο φόβος της αποκάλυψης. Έτσι ο ιδιωτικός χώρος, που στα ποιήματα εμφανίζεται ως αυτοκίνητο, χολ πολυκατοικίας, κρεβατοκάμαρα, γίνεται ένας κλωβός όπου συσσωρεύονται τα λύματα της σιωπής και της συνενοχής.​

Η επιλογή σχεδόν αποκλειστικά του μαύρου με ελάχιστες, αιφνίδιες παρεμβάσεις κόκκινου, συνομιλεί με τη σκηνοθεσία φωτός-σκότους των ποιημάτων, όπου η λάσπη, το νυχτερινό φως νεκροτομείου και τα απορριμματοφόρα συγκροτούν ένα αστικό υπόστρωμα διαρροής και αποσύνθεσης. Η μονοχρωμία επιτείνει το αίσθημα αδιεξόδου, όπως και οι «μελανές τονικότητες» της Βασιλάκου που σχεδόν επιβάλλονται στον θεατή, αντίστοιχα με τον ποιητικό λόγο που επιλέγει τη σκληρότητα όχι ως αισθητισμό, αλλά ως αναγκαστική αναπαράσταση μιας κρυμμένης πραγματικότητας.​

Τα πρόσωπα της Βασιλάκου έχουν τόσο διαβρωθεί από την κατ’ επανάληψη έκθεση στον πόνο που πλέον δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο. Το πάσχον σώμα κινδυνεύει να γίνει πάσχον πνεύμα, να εθιστεί πρώτα μαρτυρικά κι έπειτα συγκαταβατικά σ’ ένα μαρτύριο οικειοποιώντας κάθε νοσηρή πράξη που προσφέρεται στο όνομα της αγάπης. Πόσο δύσκολο να νοηματοδοτηθούν πάλι οι λέξεις που βιωματικά αποκτούν άλλες ερμηνείες; Ποια η ευθύνη του καθενός μας σε ένα φαύλο κύκλο ενεργειών που εκμαυλίζουν τη νέα γενιά; Οι απαντήσεις μπορεί απλόχερα να δοθούν, στην πράξη όμως μόνο φόβος και μετά σιωπή..

Σε αυτή τη συνομιλία με την ποιητική συλλογή «Σε σάρκινο χαρτί» του Χρίστου Κρεμνιώτη, ο έρωτας παύει να είναι νίκη επί του θανάτου, όπως σε παλαιότερες ενότητες της Βασιλάκου, και μετατρέπεται σε μέσο εξουσίας και χειραγώγησης, λειτουργεί διαβρωτικά και ως προς τον θύτη και το θύμα, καθίσταται συνώνυμο της βίας και της μοναξιάς και πλανάται σε ένα μεταίχμιο ηδονής και εξαθλίωσης: εκεί που το σώμα και η ψυχή δεν συμπορεύονται αλλά διαχωρίζονται στιγμιαία ως η μόνη επιλογή αντίστασης στον πόνο. Εδώ ο έρωτας δε νικάει τον θάνατο αλλά τον επισπεύδει, επιζητώντας τον ως τη μόνη διέξοδο από τη λούπα του μαρτυρίου.

Κι όμως, μέσα από αυτή την παράδοξα γοητευτική εικονοποιία, αναδύεται μια ανεξήγητη βεβαιότητα ότι η δικαίωση δεν θα αργήσει· πως ακόμα και στην κόλαση τα λουλούδια μπορούν να ανθίσουν, αρκεί να βρεθεί ένας που θα τα υπερασπιστεί. Οι μορφές, παρότι φασματικές και διαβρωμένες από την επανάληψη του πόνου, υπονοούν μια διαδικασία ανασύνθεσης, ένα αίτημα για μια κοινωνία ουτοπική ικανή να κατανοήσει, αν όχι να θεραπεύσει, το τραύμα τους – ακριβώς όπως ο ποιητικός λόγος επιδιώκει όχι την αισθητικοποίηση της φρίκης, αλλά τη δημόσια ανάδειξή της ως προϋπόθεση οποιασδήποτε ηθικής και συναισθηματικής αναγέννησης.

Οι σαγηνευτικά σκοτεινές και απειλητικές αναπαραστάσεις του ανθρώπινου σώματος της Βασιλάκου λειτουργούν ως το αρνητικό των μορφών του Στεφανάκι. Ενώ και οι δύο καλλιτέχνες πραγματεύονται οριακές καταστάσεις όπως δυστοπία – ουτοπία, καταπίεση – απλευθέρωση κλπ., αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι το σημείο της εικαστικής – ερμηνευτικής τους σύγκλισης: αγγίζοντας τα άκρα καταφέρνουν να δημιουργήσουν εικόνες που βρίθουν είτε από τη μέθη της απόλυτης ηδονής, που υπερβαίνει τις ανάγκες της ανθρώπινης σάρκας, είτε από την μεθοδευμένη παραβίαση των ορίων της και την παράλογη φρίκη που την κατατρώει.

Ο Στεφανάκις συναντά εικαστικά το οραματικό σύμπαν της «Οκτάνας» του Ανδρέα Εμπειρίκου, σε έναν διάλογο όπου η ζωγραφική και η χάραξη λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο, ανάμεσα στην πόλη και τη φύση, ανάμεσα στον έρωτα και τον φόβο. Οι μορφές του καλλιτέχνη περιπλανώνται σε τοπία οριακά, εκεί όπου η πραγματικότητα λυγίζει και το όνειρο αποκτά υπόσταση, απηχώντας την υπερρεαλιστική αξίωση του Εμπειρίκου για μια ριζική απελευθέρωση του ανθρώπου μέσα από τον έρωτα και την επιθυμία.

Με αφορμή, λοιπόν, την νέα έκδοση της Οκτάνας, δημιουργεί ένα σύνολο εμπνευσμένων χαρακτικών, πέρα από τα ζωγραφικά έργα που αποτελούν τον κύριο κορμό της έκθεσης, ενώ παράλληλα ενσωματώνει τεχνικές χάραξης και σε έργα μικτής τεχνικής. Άλλωστε για τον Στεφανάκι κάθε χάραξη είναι συνώνυμη με τις δικές του ψυχικές εκδορές· κάθε χάραξη ισοδυναμεί με το αποτύπωμα της δικής του απόκρυφης ιστορίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Στεφανάκις έχει ανάγκη να διαμορφώσει ζωγραφικά τον δικό του ζωτικό χώρο σαν μια λυτρωτική προσπάθεια να κοινωνήσει την αθεράπευτη μοναξιά του δημιουργού και κατ’ επέκταση του σύγχρονου ανθρώπου. Άνθρωποι, άλλοτε γήινοι άλλοτε διάφανοι, καθώς ορίζονται μόνο από το περίγραμμά τους (Γ.Σ. Άρνηση), περιφέρονται σε περιβάλλοντα μεταφυσικά και ακαθόριστα, κάπου μεταξύ γης και ουρανού, ώσπου οι αγωνίες και τα πάθη τους χάνουν την έντασή τους και εν τέλει καταλαγιάζουν. Περιβάλλοντα μικτά, που κινούνται σε ένα παράξενο όριο αμφιλεγόμενης ευτυχίας, λειτουργούν παραπλανητικά για τον θεατή. Οι πόλεις του, άλλοτε ονειρικές, άλλοτε απροσδιόριστες κι άλλοτε φανερά απειλητικές προβάλλουν μπροστά μας ως εύθραυστες εκδοχές ενός μέλλοντος που εξαρτάται από τις επιλογές μας. Υπ’ αυτή την έννοια, τα έργα του Στεφανάκι αντιστρέφουν τη θετική επίγνωση της απόλυτης ελευθερίας, αφήνοντας στους θεατές την αίσθηση μιας κρυφής ματαίωσης μέσα στο ιδιαίτερο πνεύμα της «Οκτάνας».

Ο κόσμος που δημιουργεί στα έργα του ο Στεφανάκις δεν αγγίζει απλά το φαντασιακό, εκεί δηλαδή που αναδύονται όλα όσα ποθεί κανείς στην ιδανική τους μορφή. Αντίθετα κρατάει επίμονα στις συνθέσεις του ότι τον ανησυχεί, σα να θεραπεύει με τον χρωστήρα του τις βαθιές πληγές της ανθρωπότητας. Σπίτια που αιωρούνται ή υψώνονται επ’ άπειρον σε μια μάταιη προσπάθεια να δραπετεύσουν από την κατήφεια των μεγαλουπόλεων. Δέντρα που διαπλέκονται, διψασμένα για σύνδεση, γέρνουν, αναρριχώνται, φύονται σχεδόν εμμονικά οπουδήποτε μέσα στη θάλασσα, πάνω σε κτίρια, καταδεικνύοντας την επιτακτική ανάγκη για αναθεώρηση της σχέσης μας με το περιβάλλον. Άνθρωποι μοναχικοί, ακόμα και όταν προβάλλονται σε ζεύγη, περισσότερο εκθέτουν παρά καταργούν τη μοναξιά τους.

Τα ζώα ίσως είναι τα μόνα που μπορούν να αναζωπυρώσουν τη θαμμένη ελπίδα για μια πραγματική συνύπαρξη της πόλης με τη φύση, όχι σε μια διάσταση ουτοπική αλλά ως ουσιαστική συμπόρευση της ευγενικής φύσης των ανθρώπων με την απελευθερωτική δύναμη των ενστίκτων. Εκεί που οι επιθυμίες γίνονται πράξεις χωρίς όμως να καταλύονται τα όρια του άλλου και χωρίς να απουσιάζει ούτε στο ελάχιστο ο σεβασμός προς οποιαδήποτε μορφή ζωής. Ολόκληρη η ανθρωπότητα, όπως προαναγγέλλει και ο Εμπειρίκος στην Οκτάνα, υπερβαίνει τα δεσμά που η ίδια έχει επιβάλει στον εαυτό της και ανοίγεται σε μια νέα συνθήκη διαβίωσης, όπου ο κάθε άνθρωπος συμφιλιωμένος με το εαυτό του και τον Άλλο οραματίζεται ένα νέο αρμονικό κόσμο.

Όλο το έργο του Στεφανάκι εδράζεται στην αναζήτηση δρόμων ή ακόμα και στη δημιουργία νέων για την εκπλήρωση των βαθύτερων επιθυμιών του ανθρώπου. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο συνδιαλέγεται με την Οκτάνα, ως κραυγή που δικαιωματικά ανακηρύσσει την έλευση ενός κόσμου ιδανικού, όπου οι επιθυμίες εστεμμένες τον βασιλικό τους ρόλο, διαμορφώνουν πλέον τις ανθρώπινες ισορροπίες μέσα από σχέσεις αγάπης, σεβασμού και πλήρους απελευθέρωσης.

Στο κέντρο της ενότητας βρίσκονται οι συνθέσεις του Στεφανάκι: «Η πόλη του χθες», «Ερχόμενη πολιτεία», «Η πόλη του μέλλοντος», αλλά και η «Πολιτισμένη δυστυχία». Οι συσσωρευμένοι κυβόσχημοι όγκοι, τα λοξά κτίρια, οι μικροσκοπικές σκάλες και τα παράθυρα που φωτίζονται σποραδικά συνθέτουν έναν οικείο, σχεδόν αναγνωρίσιμο αστικό ορίζοντα, ο οποίος όμως βρίσκεται πάντα στο χείλος κάποιας κατάρρευσης ή υπέρβασης. Η Μπραζίλια, πρωτεύουσα της «τάξεως και προόδου», λειτουργεί στο κείμενο του Εμπειρίκου ως αντίπαλο σχήμα: μια πόλη σχεδιασμένη «με χάρακες, υποδεκάμετρα και γωνίες», ένα τεχνικό θαύμα που όμως αδυνατεί να απαντήσει στην βαθύτερη επιθυμία των ανθρώπων για δικαιοσύνη και ελευθερία.​

Απέναντι σε αυτή την πολεοδομία της εξουσίας, ο Στεφανάκις αντιπαραθέτει πόλεις ρευστές, ασταθείς, που γλιστρούν σε απέραντους ωκεανούς ή κρέμονται από νήματα κάτω από βαριά σύννεφα, σαν να αρνούνται να οριστούν από οποιοδήποτε κανονιστικό σχέδιο. Η «Ερχόμενη πολιτεία» ανυψώνει ένα λεπτό σύννεφο πάνω από ψηλούς πύργους, στο οποίο κρέμεται ένα μικρό σπίτι, σαν αινιγματικό εκκρεμές που μετρά τον χρόνο προς την Οκτάνα, ενώ στην «Πολιτισμένη δυστυχία» ένα αυτοκίνητο, μια συστάδα ψυχρών πολυκατοικιών και μια όρνιθα συνυπάρχουν στην ίδια ζώνη, αποκαλύπτοντας την αντίφαση ανάμεσα στην τεχνική πρόοδο και την καθημερινή αγωνία.​

Στο κείμενο «Όχι Μπραζίλια, μα Οκτάνα» η νέα πολιτεία ορίζεται ως «μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού», ένας ενδιάμεσος χώρος μεταμόρφωσης του ανθρώπου, όπου η ύλη δεν καταργείται αλλά εξυψώνεται σε πνευματική εμπειρία. Η πόλη αυτή συμπυκνώνει την υπερρεαλιστική του ουτοπία: μια οικουμενική πολιτεία ποίησης, έρωτα, δικαιοσύνης και ελευθερίας, όπου η «απόλυτος ένωσις πνεύματος και ύλης» γίνεται υπαρξιακό αίτημα και όχι αφηρημένη μεταφυσική διακήρυξη.

Η σχέση του ποιήματος με τον υπερρεαλισμό γίνεται φανερή τόσο στη γλώσσα όσο και στη σύλληψή του. Ο Εμπειρίκος αξιοποιεί την αυτόματη γραφή, την ελεύθερη σύνδεση ανοικείων εικόνων και την ψυχαναλυτική του εμπειρία, για να φέρει στην επιφάνεια «τα σκοτάδια» του ασυνειδήτου και να τα μετατρέψει σε πηγή νέου φωτός. Όπως ακριβώς πράττει και ο ζωγράφος, ανασκαλεύοντας και δίνοντας μορφή σε εκείνες τις μύχιες πλευρές του ανθρώπινου ψυχισμού. Και είναι αυτή η καθαρότητα της προσωπικής γραφής που μοιράζονται οι δύο δημιουργοί που τους δίνει το δικαίωμα να μιλούν αβίαστα για οτιδήποτε βγαίνει από το νου και την ψυχή τους.

Μέσα από αυτό το πολύχρωμο και συνάμα σκοτεινό παλίμψηστο, η Βασιλάκου και ο Στεφανάκις δεν επιχειρούν σε καμία περίπτωση την εικονογράφηση, αλλά λειτουργούν με ανάλογους εσωτερικούς μηχανισμούς που κινούν την ποίηση του Κρεμνιώτη αλλά και του Εμπειρίκου, καθιστώντας το εικαστικό έργο τους ένα αυθύπαρκτο γεγονός. Η αμφισημία των λέξεων και των εικόνων, που χαρακτηρίζει στο σύνολό της την έκθεση, επιτρέπει στον καθένα να ταυτιστεί με αυτό που ο ίδιος έχει ανάγκη να δει, να ακούσει ή να βιώσει. Άλλωστε αυτό δεν είναι και το πραγματικό νόημα της τέχνης, όχι να χαϊδέψει τις πληγές μας αλλά να μας φέρει αντιμέτωπους με αυτές και την ιστορία τους, προσφέροντας πρώτα παρηγοριά κι έπειτα τρόπους ειλικρινούς συμφιλίωσης.

Βάλια Κατσίμπα
Αρχαιολόγος-Μουσειολόγος

 

Previous Story

Podcast / ΕΡΤnews Διεθνής Ματιά με τον Πολυδεύκη Παπαδόπουλο

Next Story

Ιατρική και Ανθρώπινο Πρόσωπο | Η τέχνη στη θεραπεία – Μέρος Α Μια συζήτηση με τον ζωγράφο Γιάννη Καμίνη