H οικονομία ανακάμπτει αλλά… κάποιες ανισότητες δεν έφυγαν ποτέ

25/02/2026

H οικονομία ανακάμπτει αλλά… κάποιες ανισότητες δεν έφυγαν ποτέ

Η πραγματική πρόκληση της επόμενης περιόδου δεν είναι απλώς η συνέχιση της ανάπτυξης, αλλά η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αυτή κατανέμεται.

Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει μια αξιοσημείωτη πορεία ανάκαμψης τα τελευταία χρόνια. Οι ρυθμοί ανάπτυξης έχουν επιστρέψει σε θετικό έδαφος, οι επενδύσεις αυξάνονται, η ανεργία υποχωρεί και η χώρα επανέρχεται σταδιακά στον ευρωπαϊκό οικονομικό χάρτη με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ωστόσο, πίσω από αυτή τη βελτιωμένη μακροοικονομική εικόνα, παραμένουν διαρθρωτικές αδυναμίες που αποκαλύπτουν μια πιο σύνθετη και λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα. Και όλα αυτά χωρίς να προσμετρήσουμε διεθνείς εξελίξεις και ενδεχόμενες προκλήσεις που δεν έχουν εκτιμηθεί…

Δύο από τις πιο χαρακτηριστικές είναι η βαθιά γεωγραφική ανισότητα και η στασιμότητα των μισθών, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης ζήτησης για εργαζόμενους.

Σημειώνεται πως οι αυξήσεις μισθών το 2026 είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο αποτελούν μονάχα μια μικρή ενίσχυση για την αντιμετώπιση του συνεχώς αυξανόμενου κόστους ζωής.

Σε κάθε περίπτωση οι 2 παραπάνω συνθήκες αποτελούν παράλληλα φαινόμενα που, αν και συχνά αναλύονται ξεχωριστά, αποτελούν στην ουσία τις δύο όψεις του ίδιου προβλήματος: μιας οικονομίας ίπου αναπτύσσεται με άνισους όρους και χωρίς να διαχέει επαρκώς τα οφέλη της ανάπτυξης σε όλες τις περιοχές και όλες τις κοινωνικές ομάδες.

Η Ελλάδα, με άλλα λόγια, μπορεί να εμφανίζει βελτιωμένους δείκτες, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί με χαρακτηριστικά μιας οικονομίας «δύο ταχυτήτων».

Η γεωγραφία της ανάπτυξης: μια χώρα με άνισο οικονομικό αποτύπωμα

Τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν ότι οι περιφερειακές ανισότητες παραμένουν βαθιές, παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε περιορισμένες γεωγραφικές περιοχές, ενώ μεγάλες περιφέρειες της χώρας παραμένουν εγκλωβισμένες σε χαμηλότερα επίπεδα εισοδήματος, παραγωγικότητας και επενδύσεων. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούργιο, αλλά παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, ακόμη και μετά από μια δεκαετία μεταρρυθμίσεων, δημοσιονομικής προσαρμογής και επιστροφής στην ανάπτυξη.

Η εικόνα αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου οι οικονομικές ανισότητες εντός των χωρών παραμένουν έντονες, με τις μεγάλες αστικές και δυναμικές περιοχές να συγκεντρώνουν δυσανάλογο μέρος του πλούτου και των ευκαιριών.

Στην Ελλάδα, η συγκέντρωση αυτή έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ορισμένες περιφέρειες, κυρίως εκείνες με ισχυρή τουριστική δραστηριότητα ή υψηλή συγκέντρωση υπηρεσιών, πλησιάζουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ άλλες, κυρίως περιφερειακές και λιγότερο ανεπτυγμένες, συνεχίζουν να υπολείπονται σημαντικά.

Η άνιση αυτή κατανομή του πλούτου δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Οι περιοχές με χαμηλότερο εισόδημα προσελκύουν λιγότερες επενδύσεις, εμφανίζουν μεγαλύτερη φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου και έχουν περιορισμένες δυνατότητες δημιουργίας νέων, ποιοτικών θέσεων εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι η διαιώνιση της οικονομικής υστέρησης και η ενίσχυση των ανισοτήτων, ακόμη και σε περιόδους συνολικής ανάπτυξης.

Το παράδοξο της αγοράς εργασίας: υψηλή ζήτηση, χαμηλές αμοιβές

Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας στην Ελλάδα παρουσιάζει ένα φαινομενικά αντιφατικό φαινόμενο: οι επιχειρήσεις δηλώνουν δυσκολία να βρουν εργαζόμενους, αλλά οι μισθοί αυξάνονται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς.

Σε μια τυπική οικονομία, η έλλειψη εργατικού δυναμικού θα οδηγούσε σε σημαντική αύξηση των αποδοχών. Στην Ελλάδα, όμως, αυτό δεν συμβαίνει στον ίδιο βαθμό. Οι μισθοί παραμένουν συγκρατημένοι, ακόμη και σε επαγγέλματα με υψηλή ζήτηση, όπως οι πωλήσεις, η εστίαση, τα ξενοδοχεία και τα τεχνικά επαγγέλματα.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι οι καθαρές αποδοχές σε βασικούς τομείς παρέμειναν σχεδόν στάσιμες για περισσότερο από μια δεκαπενταετία.

Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι σε υπηρεσίες και πωλήσεις λάμβαναν κατά μέσο όρο περίπου 837 ευρώ το 2006 και μόλις 876 ευρώ το 2021, ενώ ακόμη και μετά την αύξηση των τελευταίων ετών, οι αποδοχές παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το κόστος ζωής.

Παράλληλα, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα, κυρίως λόγω του πληθωρισμού και της αύξησης του κόστους ζωής.

Το πρόβλημα είναι σε μεγάλο βαθμό διαρθρωτικό. Η ελληνική οικονομία βασίζεται σε κλάδους έντασης εργασίας με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους, όπως ο τουρισμός, η εστίαση και το λιανικό εμπόριο. Οι επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες είναι μικρές ή πολύ μικρές, έχουν περιορισμένη δυνατότητα να αυξήσουν σημαντικά τις αμοιβές, ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εύρεση προσωπικού.

Ταυτόχρονα, η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων κατά την περίοδο της κρίσης συνέβαλε στη συγκράτηση των μισθών, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η αύξηση της ζήτησης δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αύξηση των αποδοχών.

Ανάπτυξη χωρίς διάχυση: η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας

Τα δύο αυτά φαινόμενα —οι περιφερειακές ανισότητες και η μισθολογική στασιμότητα – συνδέονται άμεσα και αντανακλούν τη βαθύτερη δομή της ελληνικής οικονομίας.

Η ανάπτυξη που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια είναι πραγματική, αλλά δεν διαχέεται ομοιόμορφα. Συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους κλάδους, συγκεκριμένες περιοχές και συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, αφήνοντας μεγάλα τμήματα της οικονομίας και της κοινωνίας σε χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας.

Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη συνολική πρόοδο, η καθημερινή εμπειρία πολλών πολιτών δεν αντικατοπτρίζει την ίδια βελτίωση που καταγράφεται στους μακροοικονομικούς δείκτες.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε βασικούς δείκτες οικονομικής ευημερίας, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η διαδικασία σύγκλισης παραμένει ημιτελής.

Η πραγματική πρόκληση της επόμενης περιόδου δεν είναι απλώς η συνέχιση της ανάπτυξης, αλλά η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αυτή κατανέμεται.

Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η διαφοροποίηση της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, η ενίσχυση των περιφερειακών οικονομιών και η βελτίωση των μισθών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για μια βιώσιμη και κοινωνικά ισορροπημένη ανάπτυξη.

Διαφορετικά, η χώρα κινδυνεύει να παγιώσει ένα μοντέλο στο οποίο η ανάπτυξη θα συνυπάρχει με την ανισότητα, και η οικονομική πρόοδος θα παραμένει, για πολλούς, περισσότερο στατιστική παρά πραγματική.

Previous Story

Η ιστορία της ζυθοποιίας ΦΙΞ: Από το εργοστάσιο μπίρας στο ΕΜΣΤ

Next Story

Η Ευρώπη θέλει μια δύναμη πυρός αρκετών τρισεκατομμυρίων ευρώ για ανάχωμα σε ΗΠΑ και Κίνα