Σιμόν ντε Μποβουάρ: «Ποτέ δεν ονειρεύτηκα άλλη μοίρα απ’ τη δική μου»
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες είναι σαφές ότι στόχος της Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν είναι να επιστρέψει με νοσταλγική διάθεση στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, αλλά να καταδείξει πώς συγκροτείται σταδιακά η γυναικεία ταυτότητα. Χωρίς να επιδεικνύει κάποια βαθιά επαναστατική διάθεση, όπως θα περίμενε κανείς, αποκαλύπτει με πάσα ειλικρίνεια την αναμόρφωσή της σε ένα συντηρητικό περιβάλλον, μέσα από διαρκείς αμφιβολίες και έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. «Πάντα περίεργη για τους άλλους, ποτέ δεν ονειρεύτηκα άλλη μοίρα απ’ αυτήν που έχω. Και μάλιστα, καμιά λύπη δεν ένιωθα γιατί ήμουν κορίτσι. Όπως έχω ήδη πει, δεν χανόμουν σε φρούδες επιθυμίες, δεχόμουν μ’ ευχαρίστηση ό,τι μου δινόταν. Κι άλλωστε, δεν έβλεπα κάποιον σοβαρό λόγο για να θεωρώ τον εαυτό μου αδικημένο απ’ την τύχη», γράφει στις «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης», καταργώντας από νωρίς οποιαδήποτε μοιρολατρία. Το γεγονός ότι τα παιδικά τραύματα επανέρχονται στη μνήμη ως εποικοδομητικά κατάλοιπα αποκαλύπτει τον άκρως δημιουργικό ρόλο της επανασυγκρότησης του εαυτού μέσα από την ανάμνηση: στο σημείο αυτό το βιβλίο θυμίζει κατά πολύ το “Μίλησε, Μνήμη” του Ναμπόκοφ, που διαδραματίζεται σε ανάλογο περιβάλλον της Νοτίου Γαλλίας, αλλά από την οπτική ενός άνδρα. Κεντρικό ερώτημα επομένως είναι πώς ακριβώς συγκροτείται η πνευματική και σεξουαλική αυτονομία, κόντρα στις κοινωνικές επιταγές και τις μοιρολατρικές προσεγγίσεις, πάντα στο πλαίσιο της υπαρξιακής μετεξέλιξης την οποία πρέσβευε η ίδια ως φιλόσοφος.
Η αυτοβιογραφική μαρτυρία και κατάθεση ως εκ τούτου λειτουργεί ταυτόχρονα ως κοινωνική κριτική, φιλοσοφικός στοχασμός και καταγραφή μιας πολύπλοκης διαδικασίας γυναικείας χειραφέτησης – με τη δύναμη της προσωπικής εξομολόγησης να λειτουργεί ως κίνητρο αυτενέργειας για όλες τις γυναίκες.
Υπό αυτή την έννοια, το έργο προαναγγέλλει πολλές από τις βασικές θεματικές που θα αναπτυχθούν αργότερα στο φεμινιστικό και φιλοσοφικό έργο της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Κεντρική θέση κατέχει, εν προκειμένω, η έννοια της ελευθερίας, καθώς η νεαρή Μποβουάρ μεγαλώνει σ’ ένα αυστηρό περιβάλλον, το οποίο συγκροτούν συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις, κοινωνικές συμβάσεις και έμφυλες προσδοκίες: από το «ντε» στο επώνυμό της, που από το προθετικό μόριο και μόνο καταδεικνύει τους μάταιους αγώνες του πατέρα της να φανεί ότι ανήκει στις υψηλές κοινωνικές τάξεις ενώ είχε απλώς κατορθώσει μια ευρύτερη κοινωνική αποδοχή, έως την ταυτόχρονη μάχη της μητέρας της να δει την κόρη της να μεγαλώνει σύμφωνα με τις αυστηρές ηθικές αρχές που έπρεπε τότε να υιοθετεί κάθε γυναίκα. Δεν λείπουν, επομένως, οι συγκρούσεις που δίχασαν σε μεγάλο βαθμό τη νεαρή Σιμόν, που ήταν ταυτόχρονα επηρεασμένη από την άκρως θρησκευόμενη μητέρα και τον βαθιά βολτερικό, άθεο πατέρα της: οι αυστηροί κανόνες που τέθηκαν από νωρίς είχαν, ωστόσο, πάντα ως αντιστάθμισμα την ελευθερία της βούλησης που καλλιέργησε το διάβασμα. Είναι ακριβώς αυτή η παιδεία που συνέβαλε στη διαδικασία της χειραφέτησης και που τελικώς έγινε το μεγαλύτερο όπλο της. «Χάρη στα βιβλία ελευθερωνόμουν από τα δεσμά της παιδικής ηλικίας, έμπαινα σε έναν κόσμο περίπλοκο, ριψοκίνδυνο, απρόβλεπτο», γράφει χαρακτηριστικά, αναφέροντας διάφορους τίτλους: από τις «Μυξοπαρθένες» του Μαρσέλ Πρεβό –σάτιρα που ενίσχυσε το χιούμορ, μια παρεξηγημένη διάσταση του χαρακτήρα της– έως την κοινωνική αλληγορία του Αντρέ Λορί «Ο μαθητής των Αθηνών». Βιβλία που δεν θα περίμενε κανείς να διαβάζει μια δεκατριάχρονη έφηβη καταφέρνοντας και να αποκωδικοποιεί τις μεταφορικές τους υποδηλώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική περιπλοκότητα της μικρής ηρωίδας ταυτίζεται με τη μυθιστορηματική αξία των απομνημονευμάτων της που δεν θυσιάζουν τη δύναμη της λογοτεχνικής δεινότητας στο όνομα της εξομολόγησης. Παρ’ όλα αυτά, αναδεικνύουν μια ζωντάνια στην αφήγηση που σε κάνει να νομίζεις ότι ακούς ζωντανά την Μποβουάρ να ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας τη ζωή της – κάτι στο οποίο συμβάλλουν ουσιαστικά και οι λύσεις που προτάσσει στην αφήγηση η ζωντανή απόδοση της Ρίτας Κολαΐτη. Η Μποβουάρ ανακαλεί ονόματα, γεγονότα και εμπειρίες χωρίς όμως να εγκαταλείπει ποτέ τη στοχαστική διάθεση της γραφής της. Η αυτοβιογραφική αφήγηση μετατρέπεται έτσι σε μορφή αναστοχασμού πάνω στη φύση της γυναικείας ταυτότητας, της προσωπικής και συλλογικής συγκρότησης, αλλά και σε πραγματεία πάνω στο πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής. Το αποτέλεσμα είναι ένα ολοκληρωμένο κείμενο που συνδυάζει τη λεκτική ελευθερία και τόλμη με τη φιλοσοφική αυστηρότητα, προοικονομώντας την έλευση του «Κάστορα», όπως την αποκαλούσαν, και τη γνωριμία με τον Σαρτρ, με την οποία ολοκληρώνεται το βιβλίο.
Γι’ αυτό λοιπόν οι «Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης» είναι ένα τολμηρό και άκρως σημαντικό αφήγημα, που –όσο αναχρονιστικό κι αν φαίνεται, δεδομένης της απόστασης που μας χωρίζει από το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα όπου και διαδραματίζεται– παραμένει ύψιστης λογοτεχνικής και φιλοσοφικής σημασίας. Η αυτοβιογραφική μαρτυρία και κατάθεση λειτουργεί ως εκ τούτου ταυτόχρονα ως κοινωνική κριτική, φιλοσοφικός στοχασμός και καταγραφή μιας πολύπλοκης διαδικασίας γυναικείας χειραφέτησης –με τη δύναμη της προσωπικής εξομολόγησης να λειτουργεί ως κίνητρο αυτενέργειας για όλες τις γυναίκες. Εκεί ακριβώς έγκειται και η δύναμη των υπαρξιακών θέσεων της μετέπειτα εμβληματικής φιλοσόφου Σιμόν ντε Μποβουάρ, όπως είναι γνωστές μέχρι σήμερα, αφού πρέσβευε πως σε καμία περίπτωση «δεν γεννιέσαι μεγαλοφυΐα, γίνεσαι μεγαλοφυΐα. Κι η θέση της γυναίκας μέχρι τώρα ήταν τέτοια ώστε αυτό ήταν πρακτικά αδύνατο».
