Πώς η Μόσχα εξαπατά υπηκόους ξένων χωρών και στη συνέχεια τους στρατολογεί στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας

Αγρότες από το Καμερούν και τη Ζιμπάμπουε. Μάγειρες από το Περού. Καθαριστές από το Νεπάλ και την Ινδία. Είναι μερικές μόνο από τις ειδικότητες και τις εθνότητες που αντιστοιχούν στην επιχείρηση εξαπάτησης της Μόσχας σε βάρος υπηκόων ξένων κρατών, με δόλωμα μια καλύτερη ζωή στη Ρωσία.

Στη μάχη με τα ψέματα

«Διάβασα ένα κομμάτι χαρτί που δεν ήξερα καλά – καλά τι έγραφε». Με αυτά τα λόγια περιγράφει στον ιστότοπο The European Correspondent ο καμερουνέζος Ζαν Ουνανά, έγκλειστος σήμερα σε φυλακή της δυτικής Ουκρανίας τον τρόπο που στρατολογήθηκε από τον ρωσικό στρατό. Η ιστορία του περιλαμβάνει την άφιξή του στη Ρωσία, την απόρριψη των ταξιδιωτικών του εγγράφων και την αντιπρόταση της υπογραφής στρατιωτικού συμβολαίου, με υπαρκτή την προοπτική χρηματικής αποζημίωσης και απόκτησης ρωσικής υπηκοότητας. Η σύμβαση υπογράφηκε στα ρωσικά και είχε αόριστο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα ο Ουνανά να καταλήξει στην πρώτη γραμμή του μετώπου κι από εκεί στον αποδεκατισμό της μονάδας του από ουκρανικά drones και την αιχμαλωσία του.

Ίδια είναι η περίπτωση του συμπατριώτη του Ανατόλ, που μίλησε στο ίδιο μέσο. «Υπέγραψα κάτι που δεν ήξερα. Λίγες εβδομάδες μετά βρέθηκα στη μάχη. Δεν ξέρω που ακριβώς. Μάλλον ήταν το Ντονμπάς» λέει, έγκλειστος κι αυτός στην ίδια ουκρανική φυλακή. Αμφότεροι φυλακίστηκαν το 2023 και παραμένουν κρατούμενοι, αφού δεν είναι ψηλά στις λίστες ανταλλαγής που δίνει η Μόσχα.

Η εμπειρία των δύο καμερουνέζων -ο ένας εκ των οποίων κατόρθωσε να επιζήσει βρίσκοντας τροφή στα σακίδια των νεκρών συμπολεμιστών του- ακούγεται εξωφρενική. Είναι όμως η πιο πρόσφατη και μια από τις πολλές που συνοδεύουν τους υπηκόους φτωχών κρατών της Αφρικής και της Ασίας, οι οποίοι αναζητούν μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη, ακόμη και την εμπόλεμη. Αρκετοί από αυτούς παίρνουν το ρίσκο της ένταξης στον ρωσικό στρατό. Πολλοί όμως είναι θύματα εξαπάτησης με «δόλωμα» ένα πακέτο πλούσιων παροχών.

Οι ουκρανικές αρχές υπολογίζουν συνολικά τους ξένους στρατιώτες που υπηρετούν στον ρωσικό στρατό σε περίπου 28.400, ενώ έχουν τακτοποιήσει και καταγράψει 136 διαφορετικές χώρες καταγωγής. Στις τάξεις τους συνυπάρχουν χιλιάδες θύματα εξαπάτησης, μισθοφόροι, ακτιβιστές της αντιδυτικής Ακροδεξιάς και της αντιιμπεριαλιστικής Ακροαριστεράς. Σε αυτούς δεν υπολογίζονται οι 14.000 βορειοκορεάτες που στρατεύτηκαν στο πλαίσιο συμφωνίας αμοιβαίας αμυντικής αρωγής που υπέγραψαν το 2024 Μόσχα και Πιονγιάνγκ. Σε ό,τι αφορά τους νεκρούς, αυτοί είναι 3.589 και προέρχονται από σαράντα χώρες. Σύμφωνα με το Κίεβο οι καταγραφές υπολείπονται κατά 25-30% των συνολικών περιστατικών.

Από μάγειρας στρατιώτης

Σειρά δημοσιογραφικών ερευνών επιβεβαιώνουν ότι ο τρόπος προσέγγισης που έχει υιοθετηθεί είναι πανομοιότυπος. Η πρώτη επαφή γίνεται με τη μεσολάβηση ενδιάμεσου προσώπου, συνήθως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το δέλεαρ είναι η υπόσχεση για απασχόληση σε πόστα που αφήνεται ασαφώς να εννοηθεί ότι αφορούν όχι το επιχειρησιακό σκέλος αλλά υποστηρικτές δραστηριότητες (μάγειρες, οδηγοί, μηχανικοί). Η «επαγγελματική πρόταση» συνοδεύεται από άμεση χρηματική αποζημίωση και προνομιακό δικαίωμα στην κτήση υπηκοότητας. Όμως η προσγείωση στο ρωσικό έδαφος αποδεικνύεται ανώμαλη ήδη με την υπογραφή του συμβολαίου, που είναι γραμμένο μονομερώς στα ρωσικά.

Ενδεικτικό είναι περυσινό ρεπορτάζ της εφημερίδας Los Angeles Times, όπου γινόταν αναφορά στη στρατολόγηση του 54χρονου αυτοκινητιστή Ραίντ Χαμάντ από την Ιορδανία, μέσω διαφήμισης στην ψηφιακή πλατφόρμα επικοινωνίας Telegram. O ίδιος κατόπιν επικοινωνίας με ενδιάμεση συμπέρανε πως θα εργαστεί ως οδηγός. Τελικά βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της μάχης και όταν εξέφρασε την επιθυμία να σπάσει το συμβόλαιο του ζητήθηκε να καταβάλει το ποσό των 500.000 ρουβλιών (περίπου 5.000 ευρώ). Πρόσφατο δημοσίευμα του CNN αποτυπώνει ανάλογο συμβάν από το Περού, όπου νεαρός που υποτίθεται θα εργαζόταν ως μάγειρας κατέληξε να εκτελεί οχυρωματικές εργασίες.

Σάλο είχε επίσης προκαλέσει η περίπτωση της κόρης του πρώην προέδρου της Νότιας Αφρικής, Ντουντουζίλε Ζούμα-Σαμπούντα, η οποία κατηγορείται ως ηγετικό στέλεχος σπείρας που παραπλανούσε Νοτιοαφρικανούς για να πολεμήσουν στο Ντονμπάς της ανατολικής Ουκρανίας. Πρόσχημα σύμφωνα με το κατηγορητήριο ήταν η εκπαίδευση σε ρωσικό έδαφος, με απώτερο σκοπό οι ενδιαφερόμενοι να στελεχώσουν μελλοντικά την προσωπική φρουρά του Ζούμα.

Ελπίδες;

Η τύχη των ξένων στρατιωτών που πολεμούν στην Ουκρανία διαπλέκεται με τις γενικότερες γεωπολιτικές εξελίξεις. Τα νέα επί του πεδίου δεν αποπνέουν αισιοδοξία, αφού τεσσεράμισι χρόνια μετά το ξέσπασμα της ρωσικής εισβολής η σφοδρότητα των εκατέρωθεν επιχειρήσεων παραμένει αμείωτη. Παρά τη σχετική σταθεροποίηση των γραμμών του μετώπου, η στρατηγική των δύο πλευρών επικεντρώνεται πλέον σε βαθιά πλήγματα υποδομών, ενώ κάθε απόπειρα διπλωματικής προσέγγισης έχει πέσει στο κενό.

Ωστόσο, η προχθεσινή δήλωση του ρώσου προέδρου, Βλαντίμιρ Πούτιν, ότι «η επίτευξη ειρηνευτική συμφωνίας είναι πιθανή», σε συνδυασμό με το σχόλιο του ουκρανού υπουργού Εξωτερικών Αντρίι Σιμπίχα για «νέα δυναμική στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις» αφήνουν μικρό περιθώριο ελπίδας. Είχε προηγηθεί παρέμβαση του πρωθυπουργού της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, ο οποίος προσφέρθηκε σε ρόλο μεσολαβητή για οποιαδήποτε ειρηνευτική συνομιλία και διαπραγμάτευση.

Μέχρι οι προσπάθειες να μεταφραστούν σε απτούς όρους ειρηνικής συνύπαρξης των δύο μερών, οι αιχμάλωτοι στρατιώτες της ιδιόμορφης πολυεθνικής δύναμης του ρωσικού στρατού μπορούν μόνο να περιμένουν. Οι ίδιοι επικοινωνούν με τις πρεσβευτικές αρχές των χωρών τους μέσω του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, δίχως επιτυχία. Και μετανιώνουν, σύμφωνα με τον Ουνανά, για την απόφασή τους, με τον ίδιο να ομολογεί: «Όταν υπέγραφα, δεν περίμενα να φτάσω στη φυλακή».