Τζορτζ Μπους: Ο κώδικας της σιωπής
Υπάρχει μια παλιά, άγραφη παράδοση στην αμερικανική πολιτική ζωή: οι πρώην πρόεδροι αποφεύγουν να επικρίνουν δημοσίως εκείνους που τους διαδέχονται. Ο Τζορτζ W. Μπους την επικαλείται εδώ και χρόνια για να εξηγήσει τη σχεδόν απόλυτη σιωπή του απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ.
«Ενδιαφέρομαι για την πολιτική, αλλά δεν πιστεύω ότι βοηθά τη χώρα ένας πρώην πρόεδρος να επικρίνει τους διαδόχους του», είχε πει μετά την πρώτη εκλογή Τραμπ. «Είναι ούτως ή άλλως μια δύσκολη δουλειά και δεν νομίζω ότι βοηθά να την κάνουμε ακόμη δυσκολότερη». Αλλά πόσο μπορεί να διαρκεί αυτή η σιωπή;
Αυτό ακριβώς αναρωτιέται ο Jacob Weisberg σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον —και ιδιαίτερα επικριτικό για τον Μπους— άρθρο στο New Yorker.
Γιατί ο Τραμπ δεν υπήρξε απλώς ένας ακόμη Ρεπουμπλικανός πρόεδρος με διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Επιτέθηκε στην οικογένεια Μπους, ταπείνωσε πολιτικά τον Τζεμπ Μπους στις προκριματικές εκλογές του 2016 και αμφισβήτησε σχεδόν ολόκληρη την πολιτική κληρονομιά του πρώην προέδρου. Οι διαφορές τους είναι άλλωστε θεμελιώδεις. Οι Μπους υπερασπίστηκαν το ελεύθερο εμπόριο, τις διεθνείς συμμαχίες και μια πολύ πιο ανοιχτή αντίληψη για τη μετανάστευση. Ο Τραμπ οικοδόμησε το πολιτικό του κίνημα πάνω στο «America First», στους δασμούς και σε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο της Αμερικής στον κόσμο.
Κι όμως, ο Μπους απέφυγε συστηματικά να κατονομάσει τον Τραμπ. Μίλησε κάποιες φορές για τον φανατισμό, την πολιτική βία, τον εξτρεμισμό και τα ψέματα που δηλητηριάζουν τη δημόσια ζωή. Μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο, στις 6 Ιανουαρίου 2021, μίλησε για ένα «αρρωστημένο και σπαρακτικό θέαμα». Αλλά και πάλι δεν είπε το όνομα του ανθρώπου στον οποίο ουσιαστικά αναφερόταν.
Ο Weisberg δεν δέχεται εύκολα την εξήγηση περί προεδρικής παράδοσης. Και υπενθυμίζει ότι η Ιστορία είναι γεμάτη πρώην Αμερικανούς προέδρους που άσκησαν κριτική στους διαδόχους τους. Ο Τζίμι Κάρτερ το έκανε επανειλημμένα. Ο Μπαράκ Ομπάμα επέκρινε ανοιχτά τον Τραμπ. Ακόμη και ο Θίοντορ Ρούζβελτ έφθασε στο σημείο να κατέβει υποψήφιος απέναντι στον άνθρωπο που ο ίδιος είχε επιλέξει για διάδοχό του.
Γιατί λοιπόν σιωπά ο Μπους; Το New Yorker αναζητεί την απάντηση στον χαρακτήρα του, στην προστασία της οικογένειάς του, αλλά και στην αγωνία του για την υστεροφημία του. Ο Μπους εγκατέλειψε τον Λευκό Οίκο το 2009 βαθιά τραυματισμένος πολιτικά από τον πόλεμο στο Ιράκ, τον τυφώνα Κατρίνα και τη χρηματοπιστωτική κρίση. Έκτοτε αποσύρθηκε. Έγραψε τα απομνημονεύματά του, δημιούργησε το προεδρικό του κέντρο και άρχισε να ζωγραφίζει.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο παράξενη αντίφαση. Ζωγραφίζει τραυματίες βετεράνους των πολέμων του. Ζωγραφίζει μετανάστες και πρόσφυγες. Υπερασπίζεται μέσα από τα έργα του αξίες που βρίσκονται σχεδόν στον αντίποδα του τραμπισμού.
Σύμφωνα μάλιστα με το New Yorker, το καλοκαίρι του 2025 υπήρχε στο εργαστήριό του κι ένα μεγάλο, καθόλου κολακευτικό πορτρέτο του Ντόναλντ Τραμπ — η ύπαρξή του δεν επιβεβαιώθηκε από εκπρόσωπο του Μπους. Σαν να λέει με το πινέλο όσα αρνείται να πει δημοσίως.
Το ερώτημα όμως παραμένει. Η αποχώρηση ενός πρώην ηγέτη από την πρώτη γραμμή μπορεί να αποτελεί ένδειξη πολιτικού πολιτισμού. Η αποδοχή ότι η εποχή σου τελείωσε είναι ίσως μία από τις δυσκολότερες αρετές της εξουσίας.
Υπάρχουν όμως στιγμές κατά τις οποίες η σιωπή παύει να είναι διακριτικότητα. Και τότε τίθεται ένα διαφορετικό ερώτημα: Όταν ένας πρώην ηγέτης πιστεύει ότι απειλούνται οι αρχές στις οποίες ο ίδιος υποτίθεται ότι πίστευε, έχει δικαίωμα να σιωπά; Ή μήπως, κάποιες φορές, η ευθύνη ενός πολιτικού δεν τελειώνει μαζί με τη θητεία του;
Με αφορμή άρθρο του Jacob Weisberg στο New Yorker.