Florence Price: Η συνθέτρια που η Αμερική ξέχασε και ένα εγκαταλειμμένο σπίτι ξανάφερε στη ζωή
Ήταν η πρώτη Αφροαμερικανή γυναίκα της οποίας συμφωνία παίχτηκε από μεγάλη αμερικανική ορχήστρα. Κι όμως, μετά τον θάνατό της, μεγάλο μέρος της μουσικής της χάθηκε από τις αίθουσες συναυλιών και ορισμένα έργα της θεωρούνταν χαμένα. Μέχρι που, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, ένα ζευγάρι αγόρασε ένα ερειπωμένο σπίτι στο Ιλινόις και βρήκε μέσα κούτες γεμάτες χειρόγραφες παρτιτούρες. Το όνομα επάνω τους ήταν Florence Price.
Μερικές φορές η Ιστορία διορθώνει τις παραλείψεις της με παράξενους τρόπους.
Το 2009 η Vicki και ο Darrell Gatwood αγόρασαν ένα παλιό, εγκαταλειμμένο σπίτι στο St. Anne του Ιλινόις. Το κτίριο ήταν σε κακή κατάσταση. Είχε υποστεί βανδαλισμούς, μέρος του περιεχομένου του είχε χαθεί και τίποτε δεν προμήνυε ότι μέσα του κρυβόταν ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας της αμερικανικής μουσικής.
Καθώς άρχισαν να το καθαρίζουν, ανακάλυψαν βιβλία, χαρτιά και στοίβες από παρτιτούρες. Επάνω στα χειρόγραφα επανερχόταν ένα όνομα: Florence B. Price.
Το σπίτι είχε υπάρξει η θερινή κατοικία μιας γυναίκας που κάποτε είχε γράψει ιστορία.
Η Florence Beatrice Price γεννήθηκε το 1887 στο Little Rock του Arkansas. Ήταν παιδί μιας μορφωμένης αφροαμερικανικής οικογένειας και έδειξε από πολύ μικρή ιδιαίτερη μουσική ικανότητα. Σπούδασε στο περίφημο New England Conservatory της Βοστώνης —σε μια εποχή κατά την οποία για μια μαύρη γυναίκα ακόμη και η πρόσβαση σε ανώτερες μουσικές σπουδές δεν ήταν αυτονόητη— και εκπαιδεύτηκε στο πιάνο, στο όργανο και στη σύνθεση.
Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Σικάγο. Εκεί θα συνέβαινε κάτι που μέχρι τότε δεν είχε συμβεί ποτέ.
Το 1933 η Chicago Symphony Orchestra παρουσίασε τη Συμφωνία αρ. 1 σε μι ελάσσονα. Ήταν η πρώτη φορά που μεγάλη αμερικανική συμφωνική ορχήστρα εκτελούσε συμφωνία γραμμένη από Αφροαμερικανή γυναίκα.
Θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας μεγάλης διεθνούς σταδιοδρομίας.
Δεν ήταν.
Γυναίκα και μαύρη στην Αμερική του πρώτου μισού του 20ού αιώνα
Η Price γνώριζε πολύ καλά τα εμπόδια που είχε απέναντί της. Σε επιστολή της προς τον μαέστρο Serge Koussevitzky το 1943 το έθεσε με αφοπλιστική σαφήνεια: είχε, όπως έγραφε, «δύο μειονεκτήματα — το φύλο και τη φυλή».
Η μουσική της, ωστόσο, δεν ήταν μια απλή μίμηση της ευρωπαϊκής παράδοσης. Η Price επιχείρησε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: να ενώσει τη συμφωνική γλώσσα που είχε διδαχθεί με την αφροαμερικανική μουσική παράδοση.
Spirituals, ύμνοι, ρυθμοί του juba dance, αλλά και η ευρωπαϊκή ρομαντική φόρμα συναντώνται στις συνθέσεις της. Δεν εγκατέλειψε τη μεγάλη δυτική συμφωνική παράδοση. Προσπάθησε να βάλει μέσα της και τη δική της Αμερική.
Έγραψε συμφωνίες, κοντσέρτα, έργα για πιάνο και όργανο, μουσική δωματίου και τραγούδια. Η Marian Anderson, μία από τις σημαντικότερες Αμερικανίδες τραγουδίστριες του 20ού αιώνα, ερμήνευσε μουσική της.
Κι όμως, όταν η Price πέθανε το 1953, στα 66 της χρόνια, η παρουσία της άρχισε σταδιακά να ξεθωριάζει. Τα μεγάλα ορχηστρικά προγράμματα συνέχισαν να στηρίζονται στον καθιερωμένο ευρωπαϊκό κανόνα. Οι παρτιτούρες της Price δεν κυκλοφορούσαν ευρέως, έργα της παρέμεναν ανέκδοτα και κάποια θεωρούνταν χαμένα. Και πέρασαν δεκαετίες.
Οι παρτιτούρες μέσα στο εγκαταλειμμένο σπίτι
Ώσπου ήρθε εκείνη η ανακάλυψη στο St. Anne. Ανάμεσα στα χαρτιά που είχαν απομείνει στο σπίτι βρέθηκε ένα σημαντικό αρχείο της Price: χειρόγραφα, παρτιτούρες και έργα που επί χρόνια θεωρούνταν χαμένα ή των οποίων η τύχη ήταν άγνωστη.
Η ανακάλυψη δεν «δημιούργησε» τη Florence Price —η ιστορική της σημασία ήταν ήδη γνωστή στους ειδικούς— αλλά έδωσε τεράστια ώθηση στην επανεκτίμηση του έργου της.
Ακολούθησαν νέες εκδόσεις και ηχογραφήσεις. Μεγάλες ορχήστρες άρχισαν να εντάσσουν ξανά τις συνθέσεις της στα προγράμματά τους. Μουσικολόγοι επέστρεψαν στο έργο της και μια καινούργια γενιά ακροατών άρχισε να ανακαλύπτει μια μουσική που για δεκαετίες βρισκόταν στο περιθώριο του κλασικού ρεπερτορίου.
Και κάπως έτσι η ιστορία της Florence Price απέκτησε ένα δεύτερο, απροσδόκητο κεφάλαιο. Όχι όσο ζούσε, αλλά περισσότερο από μισό αιώνα μετά τον θάνατό της.
Ίσως γι’ αυτό η περίπτωσή της ξεπερνά την ιστορία μιας παραγνωρισμένης γυναίκας συνθέτριας. Θέτει ένα μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος αποφασίζει τελικά ποια μουσική αξίζει να μείνει; Γιατί ορισμένες φορές ένα έργο δεν εξαφανίζεται επειδή δεν ήταν αρκετά καλό. Εξαφανίζεται επειδή κάποια στιγμή σταματήσαμε να το ακούμε.
Και στην περίπτωση της Florence Price χρειάστηκε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, μερικές σκονισμένες κούτες και περισσότερο από μισός αιώνας για να αρχίσουμε να ακούμε ξανά.