Τραμπ–Σι: Πίσω από τις χειραψίες, το μεγάλο παζάρι για τον κόσμο που έρχεται
Η συνάντηση στον Λευκό Οίκο δεν έφερε τη μεγάλη συμφωνία που θα άλλαζε τις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας. Ίσως όμως αυτό να μην ήταν ποτέ το πραγματικό ζητούμενο. Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ φαίνεται σήμερα να επιδιώκουν κάτι πιο περιορισμένο αλλά εξαιρετικά σημαντικό: να κρατήσουν υπό έλεγχο έναν ανταγωνισμό που εκτείνεται από τα μικροτσίπ και τις σπάνιες γαίες μέχρι την Ταϊβάν — χωρίς κανείς από τους δύο να εγκαταλείπει τη μάχη για την επόμενη παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.
Ήταν μια επίσκεψη σχεδιασμένη για τις κάμερες. Κόκκινα χαλιά, επίσημο δείπνο, ισχυροί επιχειρηματίες της τεχνολογίας ανάμεσα στους προσκεκλημένους και, την επομένη, μια ιδιαίτερα συμβολική επίσκεψη στα Εθνικά Αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πίσω όμως από την τελετουργία, η ουσία ήταν πολύ πιο σκληρή.
Η συνάντηση Τραμπ–Σι στις 24 Σεπτεμβρίου δεν κατέληξε σε κάποια θεαματική συμφωνία για τα μεγάλα ανοιχτά μέτωπα — εμπόριο, Τεχνητή Νοημοσύνη, Ταϊβάν, τεχνολογικούς περιορισμούς. Η εμπορική ανακωχή παρατάθηκε μόλις για δύο ακόμη μήνες, μεταθέτοντας ουσιαστικά τις δύσκολες αποφάσεις στην επόμενη διαπραγμάτευση.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο της συνάντησης: οι δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του κόσμου δεν προσπαθούν αυτή τη στιγμή να λύσουν τον ανταγωνισμό τους. Προσπαθούν να μάθουν να ζουν μαζί του.
Το κινεζικό όπλο που βρίσκεται μέσα στα κινητά και στα μαχητικά
Υπάρχει όμως μια σημαντική αλλαγή στο παρασκήνιο. Η Ουάσιγκτον έχει διαπιστώσει ότι και η Κίνα διαθέτει πλέον εργαλεία οικονομικής πίεσης. Το πιο χαρακτηριστικό είναι οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά. Χρησιμοποιούνται από ηλεκτρικά αυτοκίνητα και smartphones μέχρι προηγμένα οπλικά συστήματα. Η Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχεί ιδιαίτερα στην επεξεργασία τους και, παρά τις τεράστιες αμερικανικές επενδύσεις για εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού, η εξάρτηση των ΗΠΑ από την Κίνα σε ορισμένους κρίσιμους τομείς μπορεί να διαρκέσει και μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Για χρόνια η Ουάσιγκτον μπορούσε να χρησιμοποιεί την πρόσβαση στην προηγμένη αμερικανική τεχνολογία ως μοχλό πίεσης προς το Πεκίνο. Τώρα το Πεκίνο δείχνει ότι μπορεί να απαντήσει ελέγχοντας υλικά χωρίς τα οποία μέρος αυτής της τεχνολογίας δεν μπορεί εύκολα να παραχθεί. Αυτό αλλάζει τη διαπραγμάτευση.
Η Ταϊβάν, το επικίνδυνο χαρτί πάνω στο τραπέζι
Το δεύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο θέμα είναι η Ταϊβάν. Ο Σι ζήτησε από την αμερικανική πλευρά να παραμείνει αντίθετη στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν και να χειριστεί το ζήτημα «με προσοχή». Το μήνυμα δεν ήταν τυπικό. Εδώ και μήνες το Πεκίνο πιέζει για περιορισμό των αμερικανικών πωλήσεων όπλων προς την Ταϊπέι.
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον παρασκήνιο είναι ότι ο ίδιος ο Τραμπ είχε χαρακτηρίσει ένα εκκρεμές πακέτο όπλων περίπου 14 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν «διαπραγματευτικό χαρτί». Αυτό ακριβώς προκαλεί ανησυχία σε ορισμένους Αμερικανούς αναλυτές και συμμάχους στην Ασία: μήπως ένα ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας αρχίσει να συνδέεται με εμπορικά ανταλλάγματα — κινεζικές αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, αεροσκαφών ή άλλες οικονομικές παραχωρήσεις.
Δεν γνωρίζουμε ότι μια τέτοια ανταλλαγή έγινε. Η ίδια όμως η παρουσία της Ταϊβάν μέσα σε μια πολύ ευρύτερη διαπραγμάτευση δείχνει πόσο στενά έχουν πλέον συνδεθεί η γεωπολιτική με την οικονομία.
Και στη μέση, η Τεχνητή Νοημοσύνη
Υπάρχει τέλος το πεδίο στο οποίο ίσως κριθεί μεγάλο μέρος του επόμενου κεφαλαίου του ανταγωνισμού: η Τεχνητή Νοημοσύνη. Οι δύο ηγέτες μίλησαν για συνεργασία και για την ανάγκη η AI να παραμείνει υπό ανθρώπινο έλεγχο. Η κινεζική πλευρά παρουσίασε μάλιστα την Τεχνητή Νοημοσύνη ως πιθανό χώρο διαλόγου γύρω από τους κινδύνους και την κατάχρησή της. Μόνο που εδώ υπάρχει ένα παράδοξο.
Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο καλούνται να συνεργαστούν για να ελέγξουν τους κινδύνους μιας τεχνολογίας στην οποία ταυτόχρονα ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία. Οι ΗΠΑ θέλουν να προστατεύσουν το πλεονέκτημά τους στα προηγμένα chips και στα ισχυρότερα μοντέλα. Η Κίνα θέλει να μειώσει την τεχνολογική εξάρτησή της από την Αμερική. Και οι δύο γνωρίζουν ότι ένα σοβαρό ατύχημα ή μια ανεξέλεγκτη χρήση της AI μπορεί να πλήξει τους πάντες.
Γι’ αυτό και η εικόνα του Λευκού Οίκου ίσως είναι παραπλανητική εάν τη δει κανείς απλώς ως ακόμη μία διπλωματική συνάντηση. Ο Σι χρειάζεται χρόνο και σταθερότητα για να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της κινεζικής οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αδύναμη εσωτερική ζήτηση και προβλήματα στον τομέα των ακινήτων. Ο Τραμπ χρειάζεται επίσης μια σχετικά ήρεμη σχέση με το Πεκίνο ενώ έχει ανοιχτά άλλα διεθνή μέτωπα.
Η προσωρινή σταθερότητα, επομένως, εξυπηρετεί —για διαφορετικούς λόγους— και τους δύο. Κάποτε οι αμερικανοκινεζικές σύνοδοι κορυφής κρίνονταν από το ερώτημα «τι συμφωνία πέτυχαν;» Ίσως τώρα το σωστό ερώτημα είναι διαφορετικό:
Πόσο καιρό μπορούν οι δύο υπερδυνάμεις να ανταγωνίζονται σχεδόν παντού, χωρίς ο ανταγωνισμός τους να μετατραπεί σε σύγκρουση; Γιατί πίσω από τα κόκκινα χαλιά της Ουάσιγκτον δεν διαπραγματεύονται απλώς δασμούς, σόγια, αεροσκάφη ή μικροτσίπ. Διαπραγματεύονται τους κανόνες με τους οποίους θα συνυπάρξουν σε έναν κόσμο όπου καμία από τις δύο δεν μπορεί πλέον να επιβάλει μόνη της τους όρους του παιχνιδιού.