Willem de Kooning: Ο λαθρεπιβάτης που άλλαξε τη ζωγραφική
Το 1926, ένας 22χρονος από το Ρότερνταμ κρύφτηκε σε ένα φορτηγό πλοίο με προορισμό την Αμερική. Εκατό χρόνια αργότερα, επιστρέφει στην πατρίδα του ως ένας από τους καλλιτέχνες που άλλαξαν την τέχνη του 20ού αιώνα. Το Rijksmuseum (το Κρατικό Μουσείο της Ολλανδίας) του αφιερώνει από τις 9 Οκτωβρίου μια μεγάλη έκθεση με περισσότερα από 120 έργα.
Το 1926 ο Willem de Kooning δεν είχε ιδέα ότι μια μέρα τα έργα του θα κρέμονταν δίπλα στους μεγάλους δασκάλους της ολλανδικής ζωγραφικής. Ήθελε απλώς να πάει στην Αμερική. Ήταν 22 ετών. Κρύφτηκε σε φορτηγό πλοίο και πέρασε τον Ατλαντικό ως λαθρεπιβάτης. Στις 30 Ιουλίου 1926 αποβιβάστηκε παράνομα στο Νιουπορτ της Βιρτζίνια Βρέθηκε αρχικά στο Νιου Τζέρσευ όπου έπιασε δουλειά ως ελαιοχρωματιστής. Την επόμενη χρονιά πήγε στη Νέα Υόρκη. Έναν αιώνα αργότερα, η ιστορία κάνει έναν παράξενο κύκλο.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026 το μουσείο Rijksmuseum του Άμστερνταμ ανοίγει τη μεγάλη έκθεση Willem de Kooning at Work. Περισσότερα από 120 έργα παρακολουθούν πάνω από 65 χρόνια δημιουργίας, ενώ δύο από τους διασημότερους πίνακές του, το Woman I και το Woman and Bicycle, τοποθετούνται στην περίφημη Gallery of Honour του μουσείου, κοντά στη Νυχτερινή Περίπολο του Ρέμπραντ. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 17 Ιανουαρίου 2027.
Ο λαθρεπιβάτης επέστρεψε. Ο De Kooning γεννήθηκε το 1904 σε εργατική οικογένεια του Ρότερνταμ. Στα δώδεκά του είχε ήδη εγκαταλείψει το κανονικό σχολείο και μαθήτευσε σε εταιρεία διακόσμησης, ενώ παρακολουθούσε βραδινά μαθήματα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης. Η σχολή αργότερα θα έπαιρνε το όνομά του.
Στην Αμερική δεν τον περίμενε καμία καλλιτεχνική δόξα. Δούλεψε ως μπογιατζής, σχεδιαστής και διακοσμητής βιτρινών. Αλλά στη Νέα Υόρκη άρχισε να συναντά σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως ο Άρσιλ Γκόργκι, ο Στιούαρτ Ντέιβις και ο Τζον Γκρέιαμ και σταδιακά βρέθηκε στον πυρήνα μιας γενιάς που θα μετέφερε το κέντρο της σύγχρονης τέχνης από την Ευρώπη στην Αμερική.

Ήταν η εποχή του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού. Του Τζάκσον Πόλλοκ, του Φραντς Κλαιν, των μεγάλων καμβάδων, της χειρονομίας, του χρώματος που δεν χρειαζόταν πια να αναπαριστά τον κόσμο. Ο De Kooning, όμως, δεν υπάκουσε ούτε σ’ αυτό. Πήγαινε συνεχώς από την αφαίρεση στην ανθρώπινη μορφή και πίσω. Ζωγράφιζε, έξυνε, έσβηνε, ξαναζωγράφιζε. Δεν αντιμετώπιζε το έργο ως κάτι που έπρεπε να οδηγηθεί στην τελειότητα αλλά ως μια διαδικασία αναζήτησης. «Πρέπει να αλλάζω για να παραμένω ο ίδιος», συνήθιζε να λέει.

Και πουθενά αυτή η σύγκρουση δεν είναι πιο ορατή από στο περίφημο Woman I. Δούλευε τον πίνακα από το 1950 έως το 1952. Ζωγράφιζε πάνω του, έξυνε τμήματα, τα κατέστρεφε και τα ξανάφτιαχνε. Η γυναίκα που τελικά εμφανίστηκε στον καμβά ήταν τεράστια, με ορθάνοιχτα μάτια, γυμνά δόντια και σώμα που σχεδόν συγκρούεται με τις βίαιες πινελιές γύρω του. Το έργο προκάλεσε αναστάτωση. Ορισμένοι κατηγόρησαν τον De Kooning ότι πρόδιδε την αφαίρεση επιστρέφοντας στην ανθρώπινη φιγούρα. Άλλοι είδαν στις περίφημες Women βία και μισογυνισμό — μια συζήτηση που εξακολουθεί να συνοδεύει τα έργα του.

Το ίδιο το MoMA, όταν απέκτησε το Woman I το 1953, κατέγραψε ότι η επιτροπή το βρήκε «αρκετά τρομακτικό», αλλά αναγνώρισε την εξαιρετική ζωτικότητα και το χρώμα του.
Ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να λύσει τη διαμάχη. Δεν ήθελε ούτε καθαρή αφαίρεση ούτε καθαρή αναπαράσταση. Δεν ήθελε να αποφασίσει ανάμεσα στο ωραίο και το άσχημο. Τον ενδιέφερε η ίδια η ζωγραφική πράξη, η στιγμή κατά την οποία κάτι γεννιέται και μπορεί αμέσως μετά να καταστραφεί.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί τώρα να δείξει και το Η έκθεση δεν αντιμετωπίζει τα σχέδιά του ως απλές προπαρασκευαστικές μελέτες. Τα παρουσιάζει ως τον πυρήνα της σκέψης του: σχεδιάζω, διορθώνω, επαναλαμβάνω, εκπλήσσω τον εαυτό μου και ξαναρχίζω.
Ο Willem de Kooning πέθανε το 1997, στα 92 του. Πολλά πολλά χρόνια μετά, η Ολλανδία τον ..περιμένει πίσω στην πατρίδα, αλλά αυτή τη φορά μπαίνει από την κυρία είσοδο.