Στις 3 Δεκεμβρίου 1944 ξεκίνησε στην Αθήνα, τη ρημαγμένη από την Κατοχή, η δεύτερη φάση του Εμφυλίου, τα γνωστά Δεκεμβριανά. Υστερα από ολοήμερες μάχες το ΚΚΕ ηττάται και οπισθοχωρεί αφήνοντας πίσω του νεκρούς, και δικούς του και των αντιπάλων. Οι σημερινές κατασταλαγμένες πλέον και νηφάλιες απόψεις των ιστορικών –ιδιαίτερα των ιστορικών της νέας γενιάς –μετά από αρχειακές έρευνες, δημοσιεύματα, μαρτυρίες κ.λπ. μας βοηθούν να έχουμε μια πολύ καθαρή εικόνα των Δεκεμβριανών και να μάθουμε αρκετά για τις αγριότητες και τη βία της κάθε πλευράς. Σύμφωνα με τον ιστορικό Στάθη Ν. Καλύβα («Οκτώ ερωτήματα για τον Δεκέμβριο του 1944», «Καθημερινή», 7/12/2014) ακρότητες έγιναν και από τις δύο πλευρές, «αλλά το ΚΚΕ ήταν εκείνο που έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μαζικής εκκαθάρισης της κοινωνικής και πολιτικής βάσης των αντιπάλων του. Χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά συνελήφθησαν στα σπίτια τους από την ΟΠΛΑ [πολιτοφυλακή του ΕΑΜ] και χιλιάδες ήταν αυτοί που έχασαν τη ζωή τους από εν ψυχρώ εκτελέσεις και κακουχίες. Δεν συνέβη το ίδιο στην αντίπερα όχθη. Η ασυμμετρία της βίας ήταν τέτοια που το ΚΚΕ αναγκάστηκε να παραδεχθεί «σφάλματα και υπερβασίες»».
Οπως γνωρίζουμε, ένα από τα θύματα της ΟΠΛΑ ήταν και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Συνελήφθη, χωρίς καμία συγκεκριμένη κατηγορία –το επώνυμό του αρκούσε -, και ακολούθησε, μαζί με χιλιάδες άλλους πολίτες, άνδρες και γυναίκες, κάθε τάξεως και ηλικίας, τον δρόμο της ομηρείας. Τον δρόμο προς τα Κρώρα της Βοιωτίας, όπως μας είναι γνωστός. Αυτή η ανείπωτη περιπέτεια φαίνεται να μας γνωστοποιείται αρχικά, πλαγίως πλην σαφώς, από το κείμενο του Εμπειρίκου «Ο δρόμος», που γράφεται το 1964, αλλά δημοσιεύεται μόλις το 1974 στο Τραμ. Την επόμενη χρονιά (1975) ο Εκτωρ Κακναβάτος μας πληροφορεί ότι ο περίτεχνος και μαζί εφιαλτικός «Δρόμος» απηχεί την ομηρεία του ποιητή.
Εως και το 2001 δεν είχαμε πολλές πληροφορίες για τη σύλληψη του Εμπειρίκου ως τη στιγμή που η Αντεια Φραντζή, σε αφιέρωμα του Αντί τ. 731, μας αποκαλύπτει ένα εξαιρετικά σημαντικό έγγραφο: την κατάθεση του ποιητή στο γραφείο αιχμαλώτων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με ημερομηνία 28/1/1945. Οπως μαθαίνουμε, ο ποιητής συλλαμβάνεται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1945 και ύστερα από 10 ημέρες ανείπωτων κινδύνων και κακουχιών εγκαταλείπεται μαζί με άλλους ομήρους από τους «καπεταναίους» που ήταν αναγκασμένοι να πάρουν τα βουνά. Ο Εμπειρίκος επιστρέφει στην Αθήνα και παραμένει εβδομάδες σε ανάρρωση.
Σήμερα μαθαίνουμε από τον ίδιο την περιπέτειά του με όλες τις αποτρόπαιες στιγμές και την παρ’ ολίγον εκτέλεσή του. Στο αρχείο του βρέθηκε ένα χειρόγραφο 152 σελίδων (χρονολογία γραφής 31/7/1956) στο οποίο εκτίθεται λεπτομερώς το Χρονικό της περιπέτειάς του και μαζί και των άλλων ομήρων/συνοδοιπόρων. Ο «Δρόμος» του 1964 είναι όντως η τεθλασμένη ανιστόρηση της δικής του ομηρείας και άλλων αθώων που ξάφνου βλέπουν μπροστά τους μια πινακίδα να γράφει: «Τέρμα εδώ. Ετοιμασθήτε. Ο ποταμός Αχέρων». Στο ίδιο το χειρόγραφο της ομηρείας το γεγονός αποτυπώνεται με λεπτομέρειες τραγικής τάξεως.
 Το Χρονικό της ομηρείας είναι ένα από τα πολλά κείμενα των Γραμμάτων μας που δεν μπορεί να τοποθετηθεί μέσα σε κομματικές γραμμές. Προφανώς ένας εμφύλιος δεν έχει μόνο έναν δράστη: χρειάζεται δύο άτομα και μάλιστα του ίδιου οίκου. Αλλωστε δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες και των ελλήνων κομμουνιστών της εποχής και των αριστερών. Η ανάγνωση της ομηρείας του Εμπειρίκου, όπως και η ανάγνωση του Λοιμού του Ανδρέα Φραγκιά, δείχνει τις δύο όψεις ενός νομίσματος.
Σήμερα, καθώς έχουμε πίσω μας όλο το ιστορικό τοπίο, από την Απελευθέρωση έως και τώρα, παρακολουθούμε πάλι την εμφάνιση ενός φαινομένου που δείχνει πως, παρά την όποια εθνική συμφιλίωση, το τραύμα του Εμφυλίου εξακολουθεί να παραμένει. Αλλοτε συγκεκαλυμμένο, άλλοτε γυμνό. Ισως ακούγεται υπερβολικό, αλλά ο Εμφύλιος, με τις όποιες φάσεις του, ουσιαστικά δεν έχει λήξει. Απλώς έχει πάρει άλλες όψεις. Το βίαιο ΚΚΕ -, όπως δείχνει η ομήρεια του Εμπειρίκου –θα εκτελεσθεί, θα φυλακισθεί και θα εξοριστεί από τη Δεξιά της εποχής. Η πρόσκαιρη συμφιλίωση στις αρχές της δεκαετίας του Εξήντα θα σταματήσει βίαια από τη Χούντα του 1967. Αρχικά η Μεταπολίτευση επιβάλλει την ανάγκη μιας οριστικής συμφιλίωσης, πέρα από κομματικές ιδεοληψίες. Πού κατέληξε; Στη σημερινή κοινωνική, πολιτική και οικονομική καταστροφή.
Η πλάστιγγα φαίνεται να γέρνει τώρα προς την πλευρά ενός εκδικητικού, σπασμωδικού αριστεριστικού μορφώματος το οποίο οι αριστεροί της εξορίας και των εκτελέσεων, όπως και οι αριστεροί της Μεταπολίτευσης, δεν θα μπορούσαν να φαντασθούν. Ομως ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, η Ιστορία πορεύεται πονηρά. Τόσο πονηρά ώστε μια πάλαι ποτέ συνετή και παρά την ήττα της ανεκτική Αριστερά να έχει αλλάξει όψη και να κυβερνά μπαλωμένη από ακροδεξιά ξεφτίδια. Προφανώς δεν έχουμε τη συμφιλίωση δύο ακραίων ιδεολογιών. Εχουμε να κάνουμε με ένα «ακάθαρτο» πολιτικό κράμα, συνθεμένο από τις απολήξεις μιας εκδικητικής Αριστεράς και μιας βίαιης Δεξιάς. Η ύπαρξή του δικαιολογείται μόνο από ένα πρόσκαιρο πολιτικό συμφέρον.
Αυτό, λοιπόν, το σημερινό πολιτικό κράμα, μετά τα Κρώρα, μετά τον Εμφύλιο, μετά τα ξερονήσια, μετά τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση ήταν αδύνατον να το φαντασθούν τόσο οι βασανισμένοι και εκτελεσμένοι καθ’ οδόν συνοδοιπόροι του Εμπειρίκου όσο και οι εκτελεσμένοι και φυλακισμένοι αριστεροί στα χρόνια που ήρθαν. Γιατί; Επειδή, παρά τα ολέθρια λάθη και των (τότε) δεξιών, και των (τότε) αριστερών, οι άνθρωποι εκείνοι δεν μπορούσαν να υποκριθούν πως ήσαν άλλο από αυτό που ήσαν πραγματικά. Είχαν ένα πρόσωπο, το δικό τους. Καλό ή κακό.
ΚΕΙΜΕΝΟ Γιώργης Γιατρομανωλάκης 
ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ 
Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.