Δύο εικόνες. Ένας αιώνας απόσταση. Η ίδια αγωνία
Clockwork Orange, Stanley Kubrick (1971). The round of prisoners, Vincent Van Gogh(1890).
Η μεγάλη τέχνη έχει έναν παράξενο τρόπο να συνομιλεί με τον εαυτό της.
Στον πίνακα του Βίνσεντ βαν Γκογκ Ο Κύκλος των Φυλακισμένων (1890) και στη σκηνή του προαυλίου από το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (1971), οι άνθρωποι κινούνται κυκλικά, εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε ψηλούς τοίχους, χωρίς ορατή έξοδο. Δεν γνωρίζουμε αν ο Κιούμπρικ είχε στον νου του τον πίνακα του Βαν Γκογκ. Η οπτική συγγένεια, όμως, είναι εντυπωσιακή. Και ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι δύο κορυφαίοι δημιουργοί, έναν αιώνα μακριά ο ένας από τον άλλον, κατέληξαν σχεδόν στην ίδια εικαστική γλώσσα για να μιλήσουν για τον εγκλεισμό, τη βία, την εξουσία και την ανθρώπινη μοναξιά.
Το Κουρδιστό Πορτοκάλι είναι μια δυστοπική ταινία εγκλήματος – ψυχολογικού δράματος του 1971, σκηνοθετημένη από τον Στάνλεϊ Κούμπρικ βασισμένη πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άντονι Μπέρτζες. Θεματολογικά, πρόκειται για μια σπουδή πάνω στη βία, τόσο των συμμοριών όσο και του κράτους και του σωφρονιστικού συστήματος. Θεωρήθηκε εξτρεμιστική για την εποχή της και απαγορεύτηκε σε αρκετές χώρες. Ο ίδιος ο Κιούμπρικ, ενοχλημένος από την απαγόρευση, ζήτησε η ταινία του να μην προβληθεί στην Αγγλία παρά μόνο μετά το θάνατό του.
Το 2020 η ταινία χαρακτηρίστηκε από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου ως «πολιτιστικά, αισθητικά και ιστορικά σημαντική» και επιλέχθηκε να ενταχθεί στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.
Πλοκή
Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον μια ομάδα νεαρών προβαίνει σε βιαιότητες: βανδαλισμούς, κλοπές, βιασμούς χωρίς λόγο ενώ δείχνει να το διασκεδάζει πολύ. Μετά από ένα ατυχές συμβάν, ο Άλεξ βρίσκεται στη φυλακή όπου διαλέγει να ακολουθήσει ένα νέο σωφρονιστικό πρόγραμμα που επινόησε η κυβέρνηση. Στην ουσία πρόκειται για ένα παβλοφικό πείραμα με πειραματόζωο τον ίδιο.
Η ταινία πραγματεύεται το διχαστικό ερώτημα το οποίο ετίθετο κατά τη δεκαετία του 60 με την ιδιαίτερη έξαρση της βίας, σχετικά με την αντιμετώπιση της. Μέσα από μια άκρως σουρεαλιστική διάσταση ο Κιούμπρικ θέτει στο κοινό της εποχής το ερώτημα αν αξίζει να θυσιαστεί το αγαθό της ελευθερίας της έκφρασης ακόμα και αν αυτή επιδρά στην έννομη τάξη ή τελικά η ανθρωπότητα πρέπει να οδηγηθεί στην ανάγκη εξάλειψης της βίας ακόμα και αν αυτή επιφέρει δραματικές επιπτώσεις στον άνθρωπο. Η σουρεαλιστική διάθεση μάλιστα του σκηνοθέτη τον οδηγεί κατά τη διάρκεια της ταινίας να χρησιμοποιήσει σχήματα τραγικής ειρωνείας αλλά και να επιδείξει τις τάσεις ρεβανσισμού από τα κατάλοιπα της βίας όπως αυτή προκαλείται από τις αλυσιδωτές αντιδράσεις μιας κοινωνίας, η οποία αδυνατεί να υπερβεί την έννοια της «ψυχολογίας των μαζών» όπως αυτή περιγράφεται από τις φροϋδικές αντιλήψεις.
Παραγωγή
Το 1969 ο Κιούμπρικ μετά την επιτυχία της ταινίας του 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος δανείστηκε ένα βιβλίο από τον σεναριογράφο της ταινίας του S.O.S Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα, που ονομάζεται Το Κουρδιστό Πορτοκάλι και αποφάσισε να φτιάξει την ταινία. Το σενάριο, την παραγωγή και τη σκηνοθεσία την ανέλαβε ο ίδιος ο Κιούμπρικ. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν το 1970 και τελείωσαν το 1971.
Καταλληλότητα
Στην Αμερική το 1972 η ταινία έλαβε μια καταλληλότητα Χ που σημαίνει ότι είναι κατάλληλη μόνο για ενηλίκους. Τότε ο Κιούμπρικ αντικατέστησε 30 δευτερόλεπτα βίας από την ταινία και έτσι έλαβε μια R καταλληλότητα που σημαίνει ότι είναι κατάλληλη για παιδιά πάνω των 17 ετών.
Ο Κύκλος των Φυλακισμένων (ελαιογραφία του Βίνσεντ βαν Γκογκ)
Ο Κύκλος των Φυλακισμένων (Prisoners’ Round), γνωστός επίσης ως Οι Φυλακισμένοι σε περίπατο ή Το Σωφρονιστήριο (μετά τον Ντορέ), είναι ελαιογραφία που φιλοτέχνησε ο Βίνσεντ βαν Γκογκ τον Φεβρουάριο του 1890.
Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έργα του ζωγράφου, το οποίο δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο ψυχιατρικό άσυλο του Saint-Paul, στο Σαιν-Ρεμί της Προβηγκίας. Η έμπνευσή του προήλθε από χαρακτικό του Γκυστάβ Ντορέ, που δημοσιεύθηκε το 1872 στο βιβλίο London: A Pilgrimage και απεικόνιζε το προαύλιο άσκησης των κρατουμένων στη διαβόητη φυλακή Newgate του Λονδίνου.
Το πρωτότυπο έργο του Βαν Γκογκ φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Πούσκιν της Μόσχας.
Ιστορικό πλαίσιο
Ο Βαν Γκογκ υπέστη σοβαρή ψυχική κρίση το 1888 και από τον Μάιο του 1889 έως τον Μάιο του 1890 νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα.
Ο διευθυντής του ασύλου, δρ. Πεγιόν, καθώς και ο αδελφός του, Θεό, τον ενθάρρυναν να συνεχίσει να ζωγραφίζει, πιστεύοντας ότι η καλλιτεχνική δημιουργία θα συνέβαλλε στην ανάρρωσή του.
Καθώς δεν του επιτρεπόταν πλέον να βγαίνει στην ύπαιθρο για να ζωγραφίζει από τη φύση, στράφηκε στην αντιγραφή έργων άλλων καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας ως πρότυπα φωτογραφίες, χαρακτικά και εικονογραφήσεις.
Δημιουργία και ερμηνεία
Παρότι η αρχική σύνθεση ανήκε στον Γκυστάβ Ντορέ, ο Βαν Γκογκ δεν εργάστηκε πάνω στο πρωτότυπο χαρακτικό, αλλά σε μια πιο ευκρινή ξυλογραφική αναπαραγωγή του, φιλοτεχνημένη από τον Ελιοντόρ Πιζάν, η οποία είχε δημοσιευθεί στο ολλανδικό περιοδικό De Katholieke Illustratie.
Ο πίνακας απεικονίζει μια ομάδα κρατουμένων που βαδίζουν αδιάκοπα σε κυκλική πορεία μέσα σε ένα ασφυκτικό προαύλιο φυλακής, περικυκλωμένο από ψηλούς τοίχους από τούβλα. Ψηλά διακρίνονται λίγα μικρά τοξωτά παράθυρα, που ενισχύουν την αίσθηση εγκλεισμού και απομόνωσης.
Οι κρατούμενοι περνούν μπροστά από δύο άνδρες –πιθανότατα δεσμοφύλακες ή αστυνομικούς– ώστε εκείνοι να απομνημονεύσουν τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους.
Στο έργο κυριαρχούν οι σκοτεινοί τόνοι του μπλε και του πράσινου, που βυθίζουν το προαύλιο σε μια ατμόσφαιρα θλίψης και καταπίεσης. Η μονοτονία αυτή σπάει μόνο από τις θερμές κόκκινες αποχρώσεις των φωτισμένων τούβλων στο επάνω μέρος του τοίχου και από δύο μικρές λευκές πεταλούδες που πετούν ψηλά – μια διακριτική αλλά ιδιαίτερα συμβολική νότα ελευθερίας και ελπίδας.
Ένας από τους κρατουμένους, στην πρώτη σειρά της πομπής, χωρίς καπέλο, στρέφει το κεφάλι του προς τον θεατή. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του θυμίζουν έντονα τον ίδιο τον Βαν Γκογκ, γεγονός που έχει οδηγήσει πολλούς μελετητές να θεωρήσουν ότι πρόκειται για μια έμμεση αυτοπροσωπογραφία.
Η σκηνή αντανακλά τη δική του εμπειρία εγκλεισμού, αλλά κυρίως το βαθύ αίσθημα ψυχικής απομόνωσης που βίωνε εκείνη την περίοδο.
Σε επιστολή του προς τον αδελφό του Θεό, ο Βαν Γκογκ ομολογούσε ότι δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να ολοκληρώσει αυτόν τον πίνακα, καθώς και το έργο «Άνδρες που πίνουν», βασισμένο σε σύνθεση του Ονορέ Ντωμιέ.
Πολλοί ιστορικοί της τέχνης θεωρούν ότι οι δύο λευκές πεταλούδες δεν είναι μια τυχαία λεπτομέρεια. Μέσα σε έναν κόσμο όπου οι κρατούμενοι κινούνται ασταμάτητα σε έναν ατελείωτο κύκλο, οι πεταλούδες αποτελούν το μοναδικό στοιχείο που υποδηλώνει ελευθερία, φως και τη δυνατότητα διαφυγής. Δεν υπάρχει οριστική επιβεβαίωση ότι αυτή ήταν η πρόθεση του Βαν Γκογκ, όμως η ερμηνεία αυτή έχει υιοθετηθεί από πολλούς μελετητές και ταιριάζει με τον βαθιά συμβολικό χαρακτήρα του έργου.
Ανάμεσα στον Βαν Γκογκ και τον Κιούμπρικ δεν μεσολαβεί μόνο ένας αιώνας. Μεσολαβεί η απόδειξη ότι ο εγκλεισμός, η βία και η μοναξιά εξακολουθούν να αναζητούν την ίδια εικόνα για να εκφραστούν.