Υπάρχει τελικά «Εθνική Αστική Τάξη»;
Πενήντα χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ένα από τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα της Μεταπολίτευσης παραμένει ανοιχτό: απέκτησε ποτέ η χώρα μια πραγματική εθνική αστική τάξη;
Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, το ζήτημα του παραγωγικού μοντέλου βρισκόταν στον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Δεν επρόκειτο μόνο για το ποιος θα κυβερνά, αλλά για το πώς θα παράγει η χώρα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου διατύπωσε με ωμότητα μια θέση που σημάδεψε τη δημόσια συζήτηση: στην Ελλάδα δεν υπήρχε εθνική αστική τάξη που να παράγει — υπήρχαν κυρίως μεσάζοντες και μεταπράτες.
Η μεταπολεμική ανάπτυξη υπήρξε πραγματική, αλλά εξωγενής. Στηρίχθηκε σε ξένα κεφάλαια, εμβάσματα, ναυτιλία και, αργότερα, στον τουρισμό. Η χώρα δεν οικοδόμησε ισχυρή βιομηχανική και τεχνολογική βάση. Αντί για παραγωγική αυτάρκεια, αναπτύχθηκε ένα μοντέλο εισαγωγών και διανομής. Το κέρδος προέκυπτε από τη διαμεσολάβηση, όχι από τη δημιουργία.
Η «Αλλαγή» του 1981 δεν ανέτρεψε αυτή τη δομή. Η κρατική παρέμβαση υποκατέστησε εν μέρει τον ιδιωτικό τομέα, χωρίς όμως να γεννήσει ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα. Δημιουργήθηκε μια οικονομία στενά συνδεδεμένη με το κράτος, τις επιδοτήσεις και αργότερα τα ευρωπαϊκά πακέτα. Η παραγωγική ανασυγκρότηση έμεινε σύνθημα.
Η κρίση του 2010 αποκάλυψε το κενό. Η χώρα δεν κατέρρευσε μόνο λόγω υπερδανεισμού· κατέρρευσε επειδή δεν διέθετε επαρκή παραγωγική βάση για να στηρίξει το χρέος της. Η εξάρτηση απλώς άλλαξε μορφή. Αν παλαιότερα εισάγαμε βιομηχανικά προϊόντα, σήμερα εισάγουμε τεχνολογία. Αν τότε ο μεταπράτης ήταν ο αντιπρόσωπος ξένων οίκων, σήμερα είναι ο διαχειριστής ξένων πλατφορμών.
Ο τουρισμός προσφέρει έσοδα, αλλά με χαρακτηριστικά μονοκαλλιέργειας. Η τεχνολογική επιχειρηματικότητα αναπτύσσεται, όμως συχνά με στόχο την πώληση — το λεγόμενο exit. Δημιουργούνται εταιρείες για να μεταβιβαστούν, όχι για να συγκροτήσουν διαρκή εθνική παραγωγική ισχύ.
Ασφαλώς υπάρχουν αξιόλογοι όμιλοι και δυναμικές επιχειρήσεις. Όμως αυτό δεν συγκροτεί, με ιστορικούς όρους, «εθνική αστική τάξη» — δηλαδή μια τάξη με μακροπρόθεσμο όραμα, συλλογική συνείδηση και επένδυση στην εγχώρια παραγωγική αναβάθμιση.
Το πρόβλημα, τελικά, ίσως δεν είναι αν υπάρχει εθνική αστική τάξη. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει συνεκτικό εθνικό σχέδιο. Συζητούμε για διαχείριση, όχι για κατεύθυνση. Για επιδόσεις, όχι για πρότυπο ανάπτυξης.
Πενήντα χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει το ίδιο: θέλουμε μια οικονομία που παράγει ή μια οικονομία που διαμεσολαβεί;
Μέχρι να απαντηθεί με πράξεις και όχι με συνθήματα, η συζήτηση θα επανέρχεται — και δικαίως.
Ανασύνταξη ανάρτησης του Γιώργου Βουλγαράκη στο facebook