Μια διαδικασία, όχι ένα γεγονός: αλλά το «Brejoin» είναι στον αέρα

06/06/2026

Μια διαδικασία, όχι ένα γεγονός: αλλά το «Brejoin» είναι στον αέρα

Του Benjamin Fox, Λονδίνο, 25 Μαΐου 2026

Το «Brejoin» — η επανένταξη της Βρετανίας στην ΕΕ — είναι στον αέρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι Γουές Στρίτινγκ και Άντι Μπέρναμ, οι δύο πολιτικοί του Εργατικού Κόμματος που είναι πιθανότεροι διάδοχοι του βαθιά κλονισμένου πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, δηλώνουν ότι θέλουν η χώρα να επανενταχθεί στην ΕΕ. Ο Στρίτινγκ μάλιστα χαρακτήρισε το Brexit «καταστροφικό λάθος».

Η κυβέρνηση Στάρμερ, εν τω μεταξύ, πρόσφερε την είσοδο στην ενιαία αγορά σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, αλλά προσωρινά απορρίφθηκε από την ΕΕ. Η προσφορά αυτή διέρρευσε πιθανώς σκόπιμα από το γραφείο του Στάρμερ, ως ένδειξη ότι και εκείνος επιθυμεί να φέρει το Ηνωμένο Βασίλειο πιο κοντά στην Ευρώπη.

Το 2016, το δημοψήφισμα για το Brexit παρουσιάστηκε από τον τότε πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον ως ένα «εφάπαξ γεγονός» που θα έδινε οριστική απάντηση στο ζήτημα των τεταμένων σχέσεων της Βρετανίας με την ΕΕ. Αυτός ο ισχυρισμός δεν πείθει. Σχεδόν όλη την τελευταία δεκαετία, η πλειοψηφία των Βρετανών δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι το Brexit ήταν λάθος.

Αλλά είναι πιθανό το «Brejoin» σύντομα; Μάλλον όχι.

Το Εργατικό Κόμμα αντιμετωπίζει σκληρή μάχη απέναντι στο Ριφόρμ του Νάιτζελ Φάρατζ σε πολλές εκλογικές περιφέρειες του βορρά και των Μίντλαντς της Αγγλίας, που ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης. Και παρά την πλειοψηφία που τάσσεται υπέρ της ΕΕ, δεν έχουν αλλάξει γνώμη πολλοί — πιθανώς μόνο το 10-20% των ψηφοφόρων από το 2016. Το αίσθημα ότι τα κεντρώα κόμματα δεν ακούν τη «λησμονημένη» Βρετανία δεν έχει εξαλειφθεί, και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον Μπέρναμ ή τον Στρίτινγκ να ρισκάρουν τις εκλογικές τύχες του κόμματός τους ενόψει των εκλογών του 2028 ή 2029, δείχνοντας την πόρτα σε όσους ψήφισαν Brexit.

Εξάλλου, δεδομένου του πόσο η εκστρατεία του 2016 δηλητηρίασε για χρόνια τη βρετανική πολιτική ζωή, θα χρειαζόταν τεράστιο θάρρος από έναν πρωθυπουργό Μπέρναμ ή Στρίτινγκ για να διακινδυνεύσει νέο δημοψήφισμα.

Υπάρχουν επίσης οι όροι επανένταξης. Η Βρετανία, όπως η Σουηδία και η Δανία, δεν θα αναμενόταν πιθανώς να υιοθετήσει το ευρώ — είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια εκστρατεία «Επανένταξης» να κερδίσει αν το ευρώ ήταν μέρος της συμφωνίας. Όμως το Λονδίνο δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει τη διατήρηση της έκπτωσης από τον κοινοτικό προϋπολογισμό που κέρδισε η Μάργκαρετ Θάτσερ το 1981 και την οποία κράτησαν με νύχια και με δόντια οι διαδοχικές κυβερνήσεις. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα επέστρεφε πιθανώς ως ο δεύτερος μεγαλύτερος καθαρός εισφοροδότης μετά τη Γερμανία, αν και η Ολλανδία και άλλες χώρες θα συνεισέφεραν περισσότερο κατά κεφαλήν.

Και φυσικά, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι οι ηγέτες της ΕΕ θα καλωσόριζαν πίσω την «ασώτη» Βρετανία.

Το Σάββατο (24 Μαΐου), κορυφαία στελέχη του Ρασεμπλεμάν Νασιονάλ της Μαρίν Λεπέν — που αντιτίθεται στη διεύρυνση της ΕΕ — δήλωσαν ότι η Βρετανία δεν πρέπει να επιτραπεί να επανενταχθεί χωρίς δημοψήφισμα. Αυτό θα απαιτούσε νίκη του Ρασεμπλεμάν στις προεδρικές εκλογές του επόμενου χρόνου, αλλά είναι ούτως ή άλλως μια υπενθύμιση του πόσο απρόβλεπτη μπορεί να είναι η διαδικασία προσχώρησης στην ΕΕ.

Αυτό που είναι πιο πιθανό είναι το «Brejoin» — αν και εφόσον πραγματοποιηθεί — να εξελιχθεί σε μια διαδικασία και όχι σε ένα εφάπαξ γεγονός, ως αποκορύφωμα χρόνων στενότερης συνεργασίας σε όλο το φάσμα των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Επί πρωθυπουργίας Ρίσι Σούνακ, το Ηνωμένο Βασίλειο δέχτηκε να καταβάλλει 2,2 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως για πρόσβαση στο Horizon Europe, το εμβληματικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης. Σε αυτό, η κυβέρνηση Στάρμερ πρόσθεσε 570 εκατομμύρια λίρες το χρόνο για πρόσβαση στο πρόγραμμα φοιτητικών ανταλλαγών Erasmus, και 766 εκατομμύρια ευρώ προς τη Γαλλία στο πλαίσιο τριετούς συμφωνίας για τον περιορισμό των παράνομων διελεύσεων στη Μάγχη με μικρά σκάφη.

Επόμενη κίνηση αναμένεται να είναι μια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας που θα επιτρέπει στις βρετανικές εταιρείες πρόσβαση σε αμυντικές συμβάσεις στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος SAFE των 800 δισεκατομμυρίων ευρώ, ακολουθούμενη από συμφωνία για φυτοϋγειονομικά πρότυπα με στόχο την ενίσχυση του εμπορίου αγροτικών προϊόντων.

EUObserver 

Previous Story

Το τέλος του προγραμματιστή ή η γέννηση του «δημιουργού»;

Next Story

Οι ερινύες του χθες της Ελένης Κουτσούδη-Ιόλα: μια προσωπική κατάθεση ψυχής