Π Ρ Ι Ν
Γράφει η Θεοδώρα Αραμπατζή
..”δήλωσε πως ο γιος της είχε πρόσφατα μάθει «πολλά πράγματα» για τη γυναίκα του”…
Πρὶν ἀπὸ κάθε ἀξιόποινη πράξη, μιὰ μάνα Μήδεια ἔχει «ἀσελγήσει» πάνω σ’ ἕναν γιό, εὐνουχίζοντάς τον.
Δὲν τοῦ πῆρε τὸ σῶμα, τοῦ πῆρε τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι χωριστός.
Τὸν κράτησε ἀγέννητο μέσα της χρόνια μετὰ τὴ γέννα & τοῦ φύτεψε ἕναν φόβο ποὺ θὰ τὸν ὀνομάσει ἀργότερα ἔρωτα, ἕναν φόβο ποὺ θὰ τὸν ὀνομάσει ἀργότερα μῖσος.
Κάθε γυναίκα ποὺ θὰ ἀγγίξει, θὰ τὴν περάσει πρῶτα ἀπ’ τὸ τελωνεῖο ἐκείνου τοῦ φόβου.
Bang bang my baby shoot me down…
Πρὶν ἀπὸ κάθε παθητικότητα νεαρῆς γυναίκας, μιὰ μάνα ἐκδικεῖται τὸν δικό της ζυγό.
Δὲν τὸν σήκωσε ποτέ· τὸν μετακύλισε. Ἔμαθε τὴν κόρη της νὰ σκύβει τὸ κεφάλι μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς κίνηση ποὺ ἔσκυβε κι ἐκείνη & τὴν ὀνόμασε ὑπομονή, & τὴν ὀνόμασε ἀγάπη.
Ὁ ζυγὸς δὲν σπάει· ἀλλάζει ὦμο.
Bang bang, my baby shot me down…
Πρὶν ἀπὸ κάθε στυγερὴ δολοφονία, μιὰ μάνα ἔχει ὁπλίσει τὸ χέρι του, γεμίζοντάς τον ὀργὴ γιὰ τὴ δική της παθητικότητα.
Τοῦ ἔδωσε νὰ κουβαλήσει ὅ,τι ἡ ἴδια δὲν τόλμησε νὰ πετάξει. Τὴν ταπείνωσή της, τὴ σιωπή της, τὸν θυμὸ ποὺ δὲν στράφηκε ποτὲ ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε.
Τὸ χέρι ποὺ κρατάει τὸ μαχαίρι νομίζει πὼς ἐκδικεῖται γιὰ λογαριασμό του· ἐκδικεῖται γιὰ λογαριασμὸ μιᾶς ἄλλης ποὺ δὲν θὰ τὸ μάθει ποτέ. Κι ὅμως τὸ χέρι εἶναι δικό του· κανεὶς δὲν τοῦ ὅρισε νὰ τὸ κλείσει σὲ γροθιά.
Bang bang my baby shoot me down…
Πρὶν ἀπὸ κάθε ἠχηρὸ χαστούκι, μιὰ νεαρὴ γυναίκα ἔχει ἀνανεώσει τὸν ὅρκο σιωπῆς τοῦ διαγενεακοῦ τραύματος. Δὲν τὸν ἔδωσε μὲ λόγια· τὸν ἔδωσε μὲ τὸ νὰ μὴ φύγει, μὲ τὸ νὰ δικαιολογήσει, μὲ τὸ νὰ πεῖ «φταίω κι ἐγώ». Ὁ ὅρκος περνάει ἀπὸ στόμα κλειστὸ σὲ στόμα κλειστό· εἶναι ἡ μόνη κληρονομιὰ ποὺ μεταβιβάζεται ἄθικτη.
Bang bang, my baby shot me down…
Πρὶν ἀπὸ κάθε βρισιά, ὑπῆρξε ἕνα παιδὶ ποὺ ἄκουγε. Τὰ λόγια ποὺ τὸν γέμιζαν τότε ἀνίσχυρη ὀργὴ καὶ πίκρα δὲν χάθηκαν· κατακάθισαν ὑπομονετικά & τώρα βγαίνουν ἀπ’ τὸ ἴδιο στόμα μετατρεμμένα σὲ ὀχετὸ μίσους.
Δὲν ἐφεῦρε καμμιὰ λέξη· τὶς θυμήθηκε ὅλες.
Μιλάει μὲ τὴ φωνὴ ποὺ τὸν πλήγωσε & τὴ νομίζει δική του.
Bang bang my baby shoot me down…
Πρὶν ἀπὸ κάθε βουρκωμένο, μπλάβι μάτι ὑπῆρξε μιὰ ἀδυσώπητη παραδοχὴ συνέχειας -«τῆς κυρὰ Μαργιώρης μὲ τὴν κουτσουρεμένη οὐρά».
Τὸ παραμύθι ποὺ δὲν τελειώνει ποτέ, ποὺ κάθε φορὰ ξαναρχίζει ἀπ’ τὴν ἀρχή, ποὺ ὅποιος τὸ ἀκούει ξέρει κιόλας τὸ τέλος, ἐπειδὴ τέλος δὲν ὑπάρχει.
Τὸ μάτι κλείνει, μαυρίζει, ξανανοίγει· κι ἀπὸ μέσα του κοιτάζει ἡ ἴδια παραδοχή: ἔτσι ἦταν, ἔτσι εἶναι, ἔτσι θὰ μείνει.
Ἡ συνέχεια εἶναι ἡ πιὸ βαθιὰ μελανιά.
Bang bang, my baby shot me down…
Πρὶν ἀπὸ κάθε παρανοϊκὴ πραγματικότητα στὸ μυαλὸ ἑνὸς ἄντρα, ὑπάρχει μιὰ μάνα ποὺ ἀλλοτρίωνε συστηματικὰ κάθε ἔννοια σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἴδια της τὴ φύση, τὴ φύση ποὺ τὸν κυοφοροῦσε.
Τοῦ δίδαξε νὰ περιφρονεῖ τὸ σῶμα ποὺ τὸν ἔθρεψε & μαζὶ μ’ αὐτὸ κάθε σῶμα γυναίκας.
Ἔτσι ἡ πραγματικότητά του στράβωσε ἀπ’ τὴ ρίζα.. ἔμαθε νὰ μισεῖ ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἦρθε & νὰ τὸ ὀνομάζει λογική.
Bang bang my baby shoot me down…
Πρὶν ἀπὸ κάθε συμβιβασμὸ ἢ σιωπὴ μιᾶς νέας γυναίκας, ὑπάρχει μιὰ μάνα ποὺ ἀδιαφόρησε γιὰ τὴν ἐνηλικίωσή της.
Δὲν τὴν ἄφησε νὰ μεγαλώσει ἐνάντια σὲ κάτι· τὴν ἄφησε νὰ μεγαλώσει στὸ πουθενά.
Καὶ ἡ κόρη, χωρὶς ἔδαφος νὰ πατήσει, ἔμαθε νὰ ὑποχωρεῖ πρὶν κὰν τῆς ζητηθεῖ, νὰ λέει ναὶ μὲ τὸ σῶμα ὄρθιο & τὰ μάτια χαμηλά.
Bang bang, my baby shot me down…
Καὶ στὸ τέλος, πάντα ὁ ἴδιος στίχος.
Τὸ μωρό της τὴν πυροβόλησε.
Ὄχι ἕνας ξένος· τὸ μωρό.
Αὐτὸ ποὺ γέννησες, ποὺ θήλασες, ποὺ ὅπλισες χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις.
Ἡ μάνα πέφτει ἀπ’ τὸ χέρι ποὺ ἡ ἴδια γέμισε· ἡ κόρη πέφτει σιωπηλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό της ποὺ ἔμαθε νὰ μὴν ἀντιστέκεται.
Δύο πτώσεις, ἕνας πυροβολισμός, ἡ ἴδια σφαίρα ποὺ ταξιδεύει ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά.
Καὶ τὸ τραγούδι τὸ ξέρει, δὲν λέει «μὲ σκότωσαν». Λέει πὼς τὴν πυροβόλησε τὸ μωρό της & τὸ λέει σχεδὸν τρυφερά, σὰν νανούρισμα.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ φρίκη, ὅτι ὁ φόνος τραγουδιέται σὰν στοργή, ὅτι ἡ ἁλυσίδα κρατιέται μὲ ἀγάπη κι ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ σπάσει.
Bang bang, I hit the ground
Bang bang, that awful sound
Bang bang, my baby shot me down…