Η πορεία του
Στα νεανικά του χρόνια, το παίξιμό του χαρακτηριζόταν από μια ορμητική, σχεδόν εκκεντρική βιρτουοζιτέ. Καθώς ωρίμασε, ανέπτυξε ένα εξαιρετικά αξιοπρεπές και πειθαρχημένο στυλ, με απίστευτη ακρίβεια και πλούσιο ήχο. Είχε την ικανότητα να παίζει από μνήμη τεράστιο ρεπερτόριο (από Σκαρλάτι μέχρι Λιστ), ενώ οι ερμηνείες του στα έργα του Σοπέν και του Μπετόβεν θεωρούνταν υποδειγματικές

Γεννήθηκε στη Βαρσοβία και πήρε τα πρώτα του μαθήματα από τον πατέρα του, Αλόις Τάουσιχ, ο οποίος ήταν επίσης αναγνωρισμένος πιανίστας (μαθητής του διάσημου Σιγισμόνδου Θάλμπεργκ).
Σε ηλικία μόλις 14 ετών, ο πατέρας του τον πήγε στη Βαϊμάρη για να γνωρίσει τον Φραντς Λιστ. Ο Λιστ εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που τον δέχτηκε αμέσως στο σπίτι του, δηλώνοντας αρχικά ότι το παιδί είχε τόσο έτοιμη τεχνική που «δεν είχε τίποτα να του διδάξει».
Έκανε το επίσημο ντεμπούτο του στο Βερολίνο το 1858 υπό τη διεύθυνση του Χανς φον Μπύλοβ. Στη συνέχεια μετακόμισε στη Βιέννη (1862), όπου προσπάθησε να παρουσιάσει «προοδευτικά» ορχηστρικά προγράμματα, αλλά συνάντησε μεγάλη οικονομική αποτυχία και καλλιτεχνική απόρριψη από το συντηρητικό κοινό. Αυτό τον οδήγησε στο να αποσυρθεί προσωρινά για να επανεξετάσει την τέχνη του.
Αφού παντρεύτηκε την πιανίστα Σεραφίν φον Βράμπελι, επέστρεψε στο Βερολίνο. Ίδρυσε μια σχολή για προχωρημένους πιανίστες και ξεκίνησε εκ νέου περιοδείες σε όλη την Ευρώπη και τη Ρωσία. Αυτή τη φορά, το παίξιμό του είχε πλέον ωριμάσει και αποθεώθηκε παντού.
2. Τι έχει ειπωθεί γι’ αυτόν (Κριτικές & Μαρτυρίες)

- Ο Φραντς Λιστ είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι ο Τάουσιχ είχε «ατσάλινα δάχτυλα» (fingers of steel), θαυμάζοντας την αλάνθαστη ακρίβειά του.
- Οι κριτικοί στα πρώτα του βήματα (1858): Ενώ θαύμαζαν την άνετη τεχνική του, πολλοί έβρισκαν το παίξιμό του «θορυβώδες», «εκκεντρικό» και «υπερβολικά επιδεικτικό».
- Οι κριτικοί στην ωριμότητά του (1869): Μια χαρακτηριστική κριτική από εφημερίδα του Μπρεσλάου το 1869 ανέφερε: «Ο εξαιρετικός πιανίστας έχει πλέον ξεκαθαρίσει πλήρως το στυλ του. Απέβαλε την αστάθεια και την αγριότητα με την οποία κάποτε νόμιζε ότι εντυπωσίαζε· η ερμηνεία του έχει γίνει ευγενική, γαλήνια και γεμάτη αξιοπρέπεια».
- Η ιστορική καταγραφή: Λέγεται ότι ο κριτικός Βίλχελμ Τάπερτ είχε δείξει σε έναν Αμερικανό πιανίστα μια πρώιμη μηχανική καταγραφή σε χαρτί μιας χρωματικής κλίμακας που είχε παίξει ο Τάουσιχ, η οποία αποδείκνυε την απόλυτη, μαθηματική ομοιομορφία των χτυπημάτων του.
3. Άλλα σημαντικά έργα του
-
- Das Geisterschiff (Το Καράβι-Φάντασμα): Μια εντυπωσιακή μπαλάντα για ορχήστρα (βασισμένη σε ποίημα του Moritz von Strachwitz), την οποία ο ίδιος μετέγραψε και για σόλο πιάνο. Είναι ένα έργο γεμάτο δραματική ένταση και ακραίες τεχνικές απαιτήσεις.
- Deux Études de Concert, Op. 1 (Δύο Σπουδές Κοντσέρτου): Τα ώριμα πρωτότυπα έργα του για πιάνο (σε Φα δίεση μείζονα και Λα ύφεση μείζονα), που παίζονται ακόμα και σήμερα από σπουδαίους πιανίστες.
- Nouvelles Soirées de Vienne (Νέες Βραδιές της Βιέννης): Μια σειρά από πανέμορφες και εξαιρετικά δεξιοτεχνικές «Βαλς-Καπρίτσιο» (Valses-Caprices) βασισμένες σε θέματα των βαλς του Γιόχαν Στράους.
- Οι Μεταγραφές του Βάγκνερ: Ήταν στενός φίλος και φανατικός υποστηρικτής του Ρίχαρντ Βάγκνερ (μάλιστα ο Τάουσιχ είχε οργανώσει το πλάνο συγκέντρωσης χρημάτων για να χτιστεί το περίφημο θέατρο του Μπαϊρόιτ). Μετέγραψε για πιάνο ολόκληρα αποσπάσματα από τις όπερες του Βάγκνερ, με πιο διάσημη τη μεταγραφή του Die Meistersinger von Nürnberg (Οι Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης).
- Tägliche Studien (Καθημερινές Ασκήσεις): Μια πολύτιμη συλλογή τεχνικών ασκήσεων για προχωρημένους πιανίστες που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στα κονσερβατόρια