Κυκλάδες “σταθερά” προς πώληση – Πόσο τσιμέντο πια στο Αιγαίο;
Η Πολύαιγος, ένα από τα τελευταία σχεδόν ανέγγιχτα νησιά των Κυκλάδων, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο. Την ίδια ώρα, η διεθνής αγορά ακινήτων ανακαλύπτει το ένα νησί μετά το άλλο και η οικοδομική πίεση μετακινείται από τη Μύκονο και τη Σαντορίνη προς την Πάρο, την Αντίπαρο, τη Μήλο, τη Σίφνο, τη Σέριφο. Οι Κυκλάδες έγιναν παγκόσμιο brand. Μήπως όμως κινδυνεύουμε να καταστρέψουμε ακριβώς αυτό που πουλάμε;
Υπάρχουν ακόμη στις Κυκλάδες τόποι που, αν τους κοιτάξεις από τη θάλασσα, μοιάζουν να έχουν μείνει έξω από τον χρόνο. Η Πολύαιγος είναι ένας από αυτούς. Ένα σχεδόν ακατοίκητο νησί ανάμεσα στη Μήλο και την Κίμωλο, με γυμνά βράχια, εντυπωσιακές ακτές και ελάχιστα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας. Προστατευόμενος τόπος, ενταγμένος στο δίκτυο Natura 2000 και στον σχεδιασμό του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Νοτίου Αιγαίου.
Κι όμως, ακόμη και η Πολύαιγος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο συζητήσεων για οικοδομικά σχέδια και ιδιωτικές ιδιοκτησίες. Η υπόθεση έχει προκαλέσει κινητοποιήσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων και κατοίκων γειτονικών νησιών. Από την πλευρά του, το υπουργείο Περιβάλλοντος έχει διευκρινίσει ότι στο πλαίσιο προστασίας που σχεδιάζεται για την περιοχή δεν προβλέπονται νέες κατοικίες και ξενοδοχειακές μονάδες. Εταιρεία που διαθέτει ιδιοκτησία στο νησί έχει επίσης δηλώσει ότι δεν σχεδιάζει τουριστική ανάπτυξη αλλά αποκατάσταση υφιστάμενης κατοικίας για ιδιωτική χρήση.
Το ενδιαφέρον όμως της Πολυαίγου βρίσκεται πέρα από τη συγκεκριμένη υπόθεση. Γιατί αν η συζήτηση για την οικοδόμηση έχει φτάσει ακόμη και σε ένα από τα τελευταία σχεδόν ανέγγιχτα νησιά του Αιγαίου, προκύπτει ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: Πού ακριβώς σταματάει;
Η νήσος Πολύαιγος λέγεται πως παλιά είχε πληθυσμό 170 ανθρώπων, ο οποίος έφθινε σταθερά με τα χρόνια, ως το 1972, όταν οι περισσότεροι κάτοικοι την εγκατέλειψαν οριστικά. Κάθε χρόνο στις 22 Αυγούστου, ωστόσο, οι απόγονοί τους, καθώς και πολλοί Κιμωλιάτες, συρρέουν στο νησί για να γιορτάσουν την Παναγία Πολυβιάτισσα: την εκκλησία του νησιού, γύρω από την οποία στήνεται φημισμένο πανηγύρι.
Το σπάνιο της διαθέσιμης γης και το κυκλαδικό τοπίο
Οι Κυκλάδες δεν είναι πλέον μόνο ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Μεσογείου. Έχουν εξελιχθεί σε μια από τις πιο περιζήτητες αγορές πολυτελούς κατοικίας. Το 2026 η ζήτηση για πολυτελή εξοχικά στην Ελλάδα βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και, σε κορυφαίους προορισμούς, οι ξένοι αγοραστές αντιπροσωπεύουν το 60% έως 85% της ζήτησης. Στις Κυκλάδες, η Πάρος προηγείται σε όγκο συναλλαγών, ενώ η Αντίπαρος προσελκύει αγοραστές εξαιρετικά υψηλών εισοδημάτων.
Οι τιμές εξηγούν πολλά. Πολυτελείς κατοικίες φτάνουν έως τα 12.000 ευρώ το τετραγωνικό στη Μύκονο, τα 10.000 στην Πάρο και τα 10.200 στην Αντίπαρο. Μάλιστα, η Αντίπαρος ξεπέρασε φέτος ακόμη και τη Μύκονο στη μέση ζητούμενη τιμή κατοικίας.
Κάπου εδώ εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση. Ένα από τα στοιχεία που καθιστούν τα ακίνητα των Κυκλάδων τόσο ελκυστικά ως επένδυση είναι ακριβώς η σπανιότητα της διαθέσιμης γης. Η γη είναι λίγη. Άρα ακριβαίνει. Μόνο που αυτή η σπανιότητα δεν είναι ένα απλό χρηματιστηριακό χαρακτηριστικό. Είναι το ίδιο το κυκλαδίτικο τοπίο.
Αγώνας δρόμου συμφερόντων πριν αλλάξουν οι κανόνες;
Στα νησιά, την ίδια ώρα, εντείνεται η συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητά τους και για τα νέα πολεοδομικά σχέδια. Το ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς εάν μια έκταση είναι οικοδομήσιμη σύμφωνα με τον νόμο. Είναι εάν ολόκληρο το νησί μπορεί να αντέξει την οικοδομική δραστηριότητα που επιτρέπεται σε κάθε μεμονωμένη ιδιοκτησία.
Κάτοικοι και τοπικοί φορείς ζητούν περιορισμούς στην εκτός σχεδίου δόμηση έως ότου ολοκληρωθεί ο νέος πολεοδομικός σχεδιασμός. Και δεν μιλούν μόνο για τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη. Ακόμη και στη Σέριφο, στην επίσημη πλατφόρμα διαβούλευσης του ΥΠΕΝ για το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο των Δυτικών Κυκλάδων έχει κατατεθεί η θέση ότι, βάσει των σχετικών δεικτών, το νησί έχει ήδη υπερβεί τη φέρουσα ικανότητά του.
Γιατί ένα νησί δεν είναι ένα σύνολο οικοπέδων. Είναι δρόμοι, απορρίμματα, ενέργεια, αποχέτευση, παραλίες, κυκλοφορία, φυσικό τοπίο. Και πάνω απ’ όλα είναι νερό.
Και τώρα πού θα βρούμε το νερό;
Οι Κυκλάδες ήταν πάντοτε άνυδρες. Σήμερα, πάνω σε αυτή την πραγματικότητα προστίθενται η κλιματική πίεση, η τεράστια εποχική αύξηση του πληθυσμού και μια διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για νερό. Κάθε νέα κατοικία χρειάζεται νερό. Κάθε τουριστική μονάδα χρειάζεται νερό. Οι κήποι χρειάζονται νερό. Οι πισίνες χρειάζονται νερό. Και ο αριθμός των επισκεπτών τους θερινούς μήνες δεν έχει καμία σχέση με τον μόνιμο πληθυσμό για τον οποίο σχεδιάστηκαν κάποτε οι υποδομές των νησιών.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το Υπουργείο Περιβάλλοντος χρηματοδοτεί πλέον δεκάδες έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας, μεταξύ των οποίων μονάδες αφαλάτωσης και νέα δίκτυα ύδρευσης. Στα νησιά όπου προβλέπονται νέες παρεμβάσεις περιλαμβάνεται και η Φολέγανδρος. Η αφαλάτωση είναι πολύτιμο εργαλείο και για ορισμένα νησιά αναγκαία λύση. Αλλά απαιτεί ενέργεια, εγκαταστάσεις, δίκτυα και διαχείριση της παραγόμενης άλμης. Και εδώ η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» παύει να ακούγεται σαν τεχνικός πολεοδομικός όρος και επιτρέπει να αναδυθεί στην επιφάνεια το ερώτημα: πόσους ανθρώπους, πόσα κτίρια και πόση κατανάλωση μπορεί πραγματικά να συντηρήσει ένα μικρό νησί;
Ήδη άνθρωποι της ίδιας της αγοράς ακινήτων έχουν προειδοποιήσει ότι ο συνδυασμός υπερτουρισμού, ανεπαρκών υποδομών —με ρητή αναφορά στο νερό— και κλιματικής αλλαγής μπορεί να προκαλέσει δομικές αλλαγές στο κυκλαδίτικο οικοσύστημα.
Η ανάπτυξη κινδυνεύει να καταστρέψει το προϊόν της
Θα ήταν εύκολο να αναζητήσουμε έναν ένοχο. Τους ξένους που αγοράζουν. Τις μεσιτικές εταιρείες που πουλούν. Τους επιχειρηματίες που επενδύουν. Τους ιδιοκτήτες που θέλουν να αξιοποιήσουν τη γη τους. Το πρόβλημα όμως είναι πιο σύνθετο.
Η αγορά κάνει αυτό που κάνει κάθε αγορά όταν υπάρχει μεγάλη ζήτηση και προσδοκία υψηλών αποδόσεων. Το ερώτημα είναι ποιο πλαίσιο της θέτει η Πολιτεία. Πού τελειώνει το δικαίωμα αξιοποίησης μιας ιδιοκτησίας και πού αρχίζει η ανάγκη προστασίας ενός τοπίου που αποτελεί κοινό αγαθό; Γιατί η κυκλαδίτικη ταυτότητα δεν βρίσκεται μόνο στα λευκά σπίτια και στα μπλε παράθυρα. Βρίσκεται και στο κενό ανάμεσά τους.
Στις πλαγιές χωρίς σπίτια. Στις ξερολιθιές. Στα μονοπάτια. Στη θέα προς μια ακτή που δεν έχει γίνει ακόμη συγκρότημα κατοικιών. Στην αίσθηση ότι απέναντι υπάρχει ακόμη ένα βουνό και όχι μια σειρά από πισίνες. Εδώ ίσως κρύβεται η μεγαλύτερη ειρωνεία της σημερινής ανάπτυξης των Κυκλάδων.
Αγοράζουμε ένα κομμάτι τους επειδή είναι ακόμη αυθεντικό. Χτίζουμε επάνω του επειδή είναι πολύτιμο. Η αξία του αυξάνεται επειδή η άχτιστη γη λιγοστεύει. Και όσο περισσότερο λιγοστεύει, τόσο περισσότερο ανεβαίνει η τιμή της.
Υπάρχει κάπου ένα τέλος; Τι λένε τα κόμματα, έστω και τώρα, προεκλογικά; Δεν θα έπρεπε να τοποθετηθούν με ένα εκλογικευμένο σκεπτικό από τη στιγμή μάλιστα που ο τουρισμός μας είναι η βαριά βιομηχανία μας;
Με αφορμή το ρεπορτάζ του Inside Story «Εντείνεται η πολιορκία της Πολυαίγου» και στοιχεία από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και δημοσιευμένα στοιχεία της αγοράς ακινήτων.