Όταν η δουλειά κλέβει τον ύπνο μας – Το ωράριο που πληρώνουμε με την υγεία μας
Για όσους εργαστήκαμε επί χρόνια σε επαγγέλματα χωρίς πραγματικό ωράριο, όλα αυτά ακούγονται παράξενα οικεία. Στη δημοσιογραφία, για παράδειγμα, τα Σαββατοκύριακα, οι υπερωρίες και οι νυχτερινές βάρδιες θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητα. Και σε περιόδους μεγάλων γεγονότων ή πολέμων, μπορούσες να δουλεύεις ολόκληρη τη νύχτα και το επόμενο πρωί να αρχίζεις πάλι από την αρχή. Τότε δεν το ονομάζαμε “επιβάρυνση της υγείας”. Το λέγαμε απλώς δουλειά.
Δεν είναι μόνο η νυχτερινή βάρδια. Σαββατοκύριακα, πολύωρη εργασία και ώρες που μας βγάζουν από τον φυσιολογικό ρυθμό της ζωής φαίνεται ότι αφήνουν το αποτύπωμά τους όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχική και οικογενειακή μας ζωή.
Υπάρχει μια φράση που έχουμε συνηθίσει να λέμε σχεδόν με υπερηφάνεια: «Δουλεύω πολλές ώρες». Κάποτε μάλιστα ακουγόταν σαν παράσημο. Σήμαινε εργατικότητα, φιλοδοξία, επαγγελματική αφοσίωση. Μόνο που το ανθρώπινο σώμα δεν φαίνεται να συμμερίζεται πάντοτε αυτή την άποψη. Η εργασία τη νύχτα, τα Σαββατοκύριακα, οι συνεχείς υπερωρίες αλλά ακόμη και τα ωράρια που αρχίζουν πολύ νωρίς το πρωί ή τελειώνουν αργά το βράδυ μπορεί, όταν γίνονται συστηματικά, να έχουν επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την απλή κούραση.
Ο γαλλικός οργανισμός ANSES, αρμόδιος μεταξύ άλλων για ζητήματα επαγγελματικής υγείας και ασφάλειας, επαναφέρει το θέμα στο προσκήνιο ζητώντας ουσιαστικά να αντιμετωπίζουμε τα λεγόμενα «άτυπα ωράρια» ως ζήτημα υγείας και όχι απλώς ως ζήτημα οργάνωσης της εργασίας.
Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον. Γιατί «άτυπο» δεν είναι μόνο το ωράριο του ανθρώπου που εργάζεται ολόκληρη τη νύχτα. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται η εργασία τα Σαββατοκύριακα, οι ημέρες που ξεπερνούν τις οκτώ ώρες ή οι εβδομάδες που υπερβαίνουν τις σαράντα, αλλά και οι βάρδιες πολύ νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ. Με άλλα λόγια, αφορά πολύ περισσότερους από όσους φανταζόμαστε.
Το σώμα δεν γνωρίζει – δεν αναγνωρίζει
Ο οργανισμός εκτιμά ότι τέτοια ωράρια αφορούν ένα πολύ μεγάλο μέρος του εργαζόμενου πληθυσμού — από υπαλλήλους και αυτοαπασχολούμενους μέχρι νοσηλευτές, φροντιστές, πωλητές, ταμίες, μάγειρες, σερβιτόρους, αρτοποιούς, αγρότες και εργαζομένους στη συντήρηση. Το πρόβλημα αρχίζει από κάτι εξαιρετικά απλό: τον ύπνο. Όταν ο χρόνος εργασίας συγκρούεται συστηματικά με το βιολογικό μας ρολόι, ο ύπνος γίνεται μικρότερος ή λιγότερο αναζωογονητικός. Η κόπωση συσσωρεύεται και το σώμα δεν προλαβαίνει να ανακάμψει. Αλλά η αλυσίδα δεν σταματά εκεί.
Οι επιστημονικές μελέτες που έχουν εξεταστεί συνδέουν τα άτυπα ωράρια με προβλήματα ύπνου και κόπωσης, μυοσκελετικές ενοχλήσεις και μεγαλύτερο κίνδυνο ατυχημάτων. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις επιβάρυνσης της ψυχικής υγείας, με αυξημένο άγχος και καταθλιπτικά συμπτώματα. Το «δουλεύω πολύ» επομένως δεν σημαίνει απλώς «κουράζομαι πολύ». Μπορεί να σημαίνει ότι δεν προλαβαίνω πλέον να αναρρώσω από την ίδια μου την καθημερινότητα.
Υπάρχει όμως και μια άλλη απώλεια
Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στην προσέγγιση των Γάλλων επιστημόνων είναι ότι δεν εξετάζουν μόνο τι συμβαίνει στο σώμα του εργαζομένου. Εξετάζουν και τι συμβαίνει στη ζωή του. Γιατί ένας άνθρωπος που εργάζεται όταν οι υπόλοιποι ξεκουράζονται αρχίζει σταδιακά να ζει σε διαφορετικό χρόνο από την οικογένεια και τους φίλους του. Όταν δουλεύεις τα περισσότερα Σαββατοκύριακα, δεν χάνεις μόνο δύο ημέρες ανάπαυσης. Χάνεις το οικογενειακό τραπέζι. Μια έξοδο. Μια γιορτή. Τον χρόνο με τα παιδιά. Τη δυνατότητα να δεις φίλους που εργάζονται όταν εσύ είσαι ελεύθερος και είναι ελεύθεροι όταν εσύ εργάζεσαι.
Και αυτή η αποσύνδεση από τον κοινό κοινωνικό χρόνο μπορεί με τη σειρά της να επιβαρύνει την ψυχική υγεία. Δεν είναι κάτι που εμφανίζεται απαραίτητα από τη μια ημέρα στην άλλη. Συσσωρεύεται. Όπως ακριβώς συσσωρεύεται και το χρέος ύπνου.
Η εργασία μπήκε παντού
Υπάρχει βέβαια και κάτι ακόμη που αξίζει να προσθέσουμε στη συζήτηση. Τα όρια ανάμεσα στην εργασία και στον προσωπικό χρόνο έχουν γίνει πολύ πιο ασαφή. Το κινητό τηλέφωνο βρίσκεται δίπλα μας. Τα e-mails φτάνουν το βράδυ. Τα μηνύματα της δουλειάς εμφανίζονται την Κυριακή. Η τηλεργασία, που έδωσε μεγάλη ελευθερία σε εκατομμύρια ανθρώπους, έκανε ταυτόχρονα πολύ ευκολότερο να περάσει η εργασία μέσα στο σπίτι.
Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια περίεργη κατάσταση: μπορεί να έχουμε φύγει από το γραφείο, αλλά το γραφείο δεν έχει φύγει από εμάς. Δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τη νυχτερινή εργασία ή τη βάρδια του Σαββατοκύριακου. Είναι όμως μέρος της ίδιας μεγάλης συζήτησης: πού τελειώνει ο χρόνος της εργασίας και πού αρχίζει ο χρόνος της ζωής;
Να προστατευθεί ο χρόνος που δεν εργαζόμαστε
Η πρόταση του ANSES είναι σαφής: τα άτυπα ωράρια πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να περιορίζονται. Και όταν η φύση της εργασίας δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο —γιατί προφανώς τα νοσοκομεία, οι μεταφορές, η εστίαση ή πολλές άλλες υπηρεσίες δεν μπορούν να κλείνουν στις πέντε το απόγευμα— χρειάζονται καλύτερες δικλίδες προστασίας.
Ιατρική παρακολούθηση, ειδική μέριμνα για ευάλωτες ομάδες εργαζομένων, επαρκής χρόνος ανάπαυσης και κυρίως ένας σαφέστερος ορισμός του τι θεωρούμε επιβαρυντικό ωράριο.
Γιατί ίσως επί χρόνια συζητούσαμε κυρίως πόσο εργαζόμαστε. Η επιστήμη μας υποχρεώνει τώρα να κοιτάξουμε και κάτι άλλο: πότε εργαζόμαστε — και πόσο χρόνο αφήνουμε τελικά στον οργανισμό μας, στους ανθρώπους μας και στον ίδιο μας τον εαυτό για να ζήσουμε όταν η δουλειά τελειώνει.
Και εδώ θα μπορούσε κάλλιστα να εισέλθει στη συζήτηση το θέμα της τετραήμερης εργασίας: όχι απλώς ως ένα εργασιακό προνόμιο, αλλά ως ένας διαφορετικός τρόπος οργάνωσης του χρόνου, ώστε ακόμη και όταν προκύπτουν υπερωρίες ή νυχτερινές βάρδιες, να υπάρχει επαρκής χρόνος ανάπαυσης και αποκατάστασης για τον εργαζόμενο.