Το πάσχον σώμα
Γράφει η Χλόη Κουτσουμπέλη //
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΩΤΗΡΙΑ, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ, 2026.
Κατάγομαι από την τεφρή χώρα/γιομάτη κενοτάφια/…
…
Αδέλφια της Μεσόγειος/ποια πέλαγα και ποια βουνά και μακρινές ποιες χώρες/σας γνέφουν τώρα;
Έλα μαζί μου, ξένε, στα κενοτάφια/να δεις στους τοίχους τα ψηφιδωτά.
…
Χωρίς φωνή κυλάει το ποτάμι/της τεφρής χώρας μου.
…
Χωρίς φωνή…
(απόσπασμα από το ποίημα ΤΑ ΚΕΝΟΤΑΦΙΑ της Φιλησίας Στάθη-Πουλιοπούλου)
Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή. Αν και αυτό είναι πολύ σχετικό αφού και ο χρόνος δεν είναι γραμμικός σ’ αυτό το βιβλίο, αλλά πηγαινοέρχεται αέναα σαν ένα μεγάλο εκκρεμές πίσω μπρος. Το σίγουρο είναι ότι υπάρχει ένας αφηγητής. Αν και παρεμβάλλονται πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, επιστολές, αποσπάσματα από συνεντεύξεις, σελίδες από εφημερίδες, ποιήματα, αναλύσεις ποιημάτων, χρονικά, μαρτυρίες, επιστολές και διάφορα άλλα είδη λόγου.
Ο βασικός αφηγητής είναι ένας βιβλιοπώλης που έχει λατρεία στα βιβλία και νιώθει μία απέχθεια για τα χαρτικά είδη που ένα βιβλιοπωλείο πρέπει να πουλάει για να επιβιώσει. Όπως λέει ο ίδιος: «Κάποιες φορές νιώθω σαν τους τελευταίους μύστες παλαιών θρησκειών, δίχως πλέον πιστούς, με γκρεμισμένους λατρευτικούς χώρους και υπό απηνή διωγμό.»
Ο βιβλιοπώλης αυτός επωνομαζόμενος Μωυσής όπως και ο παππούς του, που ήταν πολιτικός εξόριστος και είχε νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Σωτηρία, είναι συγγραφέας. Συλλέγει παλιά βιβλία που τα βρίσκει σε κάδους και σε σπίτια πεθαμένων και αναμοχλεύει συνέχεια το παρελθόν στο οποίο έχει ιδιαίτερη αδυναμία. Ο Μωυσής πονάει. «Πονάω θα πει ότι είμαι μέτοχος, ηθοποιός και θεατής, σε μια τραγωδία του σώματος» εξομολογείται στον αναγνώστη. Ο Μωυσής προσβάλλεται από καρκίνο των οστών και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Σωτηρία που θα αποτελέσει και το σημείο αναφοράς όλου του μυθιστορήματος, είναι ο χώρος δράσης, είναι η σκηνή που εκτυλίσσονται όλα τα δράματα ατομικά και συλλογικά, παρόντα και παρελθόντα αυτού του βιβλίου.
Ο Μωυσής μεγαλώνει τον γιό του ύστερα από την αυτοκτονία της γυναίκας του και στην πορεία μαθαίνει ένα σκοτεινό μυστικό που αφορά και τους τρεις τους.
Ως κληρονομιά από τη γυναίκα του Αγγελική που αυτοκτόνησε, προκαλώντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη ζωή του, αγάπησε δύο ποιήτριες τη γνωστή Μαρία Πολυδούρη που νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Σωτηρία και την άγνωστη στο ευρύ κοινό Φιλήσια Στάθη Πουλιοπούλου από την οποία έχουν σωθεί μόνον έξι ποιήματα και γίνονται τρεις αναφορές στην ποίησή της σε τρία άρθρα. Το ένα είναι του Ηλία Λάγιου, το άλλο του Λάγιου Βαγενά κατά κόσμον Αριστοτέλη Σαίνη και το τρίτο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη. Εδώ διακρίνουμε ένα χαριτωμένο αυτοαναφορικό παιχνίδι αφού ο συγγραφέας βάζει τον αφηγητή του Μωυσή να διαβάζει ένα άρθρο του Χατζημωυσιάδη. Ο αφηγητής Μωυσής, από το βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου «Μία Λέξη Χίλιες Εικόνες» (εκδ. Πατάκη) και από άλλες προφορικές πηγές για την Ανατολική Ευρώπη καθώς και με τη βοήθεια των άρθρων που διαβάζει, συγκροτεί ένα θολό προφίλ με χίλια ερωτηματικά για τη ζωή της ποιήτριας που εμφανίζεται κάποια στιγμή στα αρχεία του νοσοκομείου Σωτηρία να ψάχνει τον αντιστασιακό της σύζυγο Πουλιόπουλο.
Εγκιβωτισμένες είναι και οι επιστολές του συνονομάτου παππού του Μωυσή το 1943 όταν νοσηλευόταν με φυματίωση στο Νοσοκομείο Σωτηρία.
Σπαράγματα λόγου, κομματάκια παζλ, ψηφίδες του μεγάλου ψηφιδωτού αυτού του μυθιστορήματος εμφανίζονται:
Αναμνήσεις του Ουράνη, αποσπάσματα από εφημερίδα του 1911 για έναν έρανο που έγινε για το νοσοκομείο Σωτηρία, περιγραφή της απαράδεκτης κατάστασης του νοσοκομείου όπου στοιβάζονταν ως πτώματα οι ασθενείς το 1927 από τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Ιστράτι, στίχοι από ποιήματα όπως του κομμουνιστή ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλου, ρεπορτάζ σχετικά πάντα με την κατάσταση του νοσοκομείου από την εφημερίδα Εσπερινή του 1927 όπου το νοσοκομείο παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο νεκροταφείο από το οποίο δεν βγαίνουν άνθρωποι υγιείς. Συλλήψεις εκείνη την εποχή των κομμουνιστών ασθενών και επαναφορά τους στο νοσοκομείο. Στίχοι ηχογραφημένου τραγουδιού στην Αμερική του Γιώργου Κατσαρού Θεολογίτη που αναφέρεται στην φθίση, εκτέλεση 283 ΕΑΜΙΤΩΝ που είχαν βρει καταφύγιο στο Σωτηρία το 1943 σε μία εκκαθαριστική επιχείρηση των Ες-Ες, η νοσηλεία του Νίκου Πλουμπίδη που έπασχε από φυματίωση, και βέβαια ποιήματα, επιστολές και στιγμιότυπα από τη ζωή των δύο αγαπημένων ποιητριών του αφηγητή.
Η πλοκή εκτυλίσσεται σε δύο άξονες. Ο ένας αφορά την νεώτερη ιστορία της Ελλάδας, τον πόλεμο, τον Εμφύλιο και πρωτοστατούν πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα με επίκεντρο το γνωστό νοσοκομείο, αποτυπώνεται δηλαδή το ιστορικό, κοινωνικό και συλλογικό βίωμα. Αυτό παρουσιάζεται πλήρως εμπεριστατωμένο και τεκμηριωμένο μέσα από την έρευνα του Χατζημωυσιάδη. Προϊόν έρευνας, σκληρής δουλειάς και επιστημονικής μελέτης συνθέτουν ένα συμπαγές πλαίσιο για να εξελιχτεί ο δεύτερος άξονας..
Αυτός αποτελεί και το μυθοπλαστικό μέρος του μυθιστορήματος και εκεί αποτυπώνεται το ατομικό βίωμα του χαρακτήρα Μωυσή που αργοπεθαίνει, στοχάζεται, ερωτεύεται, γράφει, συνθέτει, υπάρχει και μαθαίνει, καθώς νοσηλεύεται σε αυτό το ίδιο νοσοκομείο. Εδώ ο συγγραφέας καταφέρνει να δώσει τον ανθρώπινο και συγκινητικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος και να μιλήσει για την υπαρξιακή αγωνία και το πάσχον σώμα με μεγάλη ευαισθησία και ενσυναίσθηση.
Το σίγουρο είναι ότι μέσα σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει μία πορεία φαντασμάτων που παρελαύνουν, άνθρωποι γνωστοί και άγνωστοι, υπαρκτοί και φανταστικοί που το σώμα τους πάσχει.
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
Τι είναι όμως το σώμα για τον Χατζημωυσιάδη; Είναι το σώμα που εγγράφεται επάνω του η Ιστορία, οι κοινωνικοί αγώνες, η προδοσία των συντρόφων, ο ηρωισμός και η αυταπάρνηση των συντρόφων, είναι το σώμα που νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Σωτηρία αλλά το περίγραμμά του είναι τεράστιο και πλατύ, διαπερνά τους τοίχους, τον χρόνο και τον χώρο, είναι το σώμα που νοσεί αλλά και το σώμα που αντέχει, που στήνεται στον τοίχο για τα ιδανικά του και παρόλα αυτά παραμένει ακέραιο στους αιώνες των αιώνων.
Η γραφή είναι γλαφυρή, εξομολογητική, νοσταλγική, τρυφερή, καταγγελτική, λυρική και η ματιά συναισθηματική, σκληρή, κοινωνική, πολιτική, ανθρώπινη, ευαίσθητη.
Υπάρχουν παράλληλες ερωτικές ιστορίες που κάθε μία εκτυλίσσεται στον δικό της χρόνο και προσπαθούν να αντισταθμίσουν τον θάνατο. Όλες οι ερωτικές αυτές ιστορίες, ακόμα και οι απόηχοί τους, ακόμα και οι επιστολές που έχουν σταλεί και αυτές ακόμα που σιώπησαν, κατά κάποιο τρόπο είναι περιδινήσεις σε μία λίμνη χρόνου και χώρου όπου το σημείο αναφοράς είναι το νοσοκομείο Σωτηρία.
Μία ερωτική ιστορία ανάμεσα στον αφηγητή και στην καθαρίστρια που χάνει την κόρη της και τρελαίνεται.
Μία ερωτική ιστορία της Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη.
Μία ερωτική ιστορία της Φιλησίας Στάθη-Πουλιοπούλου με τον άντρα της Παντελή Πουλιόπουλο.
Μία ερωτική ιστορία της γιαγιάς Σταυρούλας και του παππού Μωυσή.
Τρέλα, φθίση, απόγνωση, απομάκρυνση, σκοτάδι, δήλωση μετανοίας, δηλώσεις συντριβής αλλά και λατρείας μέσα από γράμματα και ποιήματα, κυρίως όμως ένα αδιέξοδο, ιστορίες που έχει συντρίψει ο μύλος της ιστορίας αλλά και της ανθρώπινης φύσης. Όλες οι ερωτικές ιστορίες του μυθιστορήματος έχουν το τραγικό τέλος μίας Αρχαίας Τραγωδίας.
Αυτό το κείμενο θα τελειώσει όπως άρχισε. Με στίχους από το ποίημα Κενοτάφια της Φιλησίας Στάθη-Πουλιοπούλου:
Κυνηγημένο ανθρώπινο κοπάδι, γυμνό,
μουγγά βελάζει
και η Μεγάλη Νύχτα
σωρό αλλόκοτα φαντάσματα ξεβράζει
σε πένθιμο εμβατήριο
ένα σιωπητήριο, ένα πένθιμο εμβατήριο σαλπίζει ο Χατζημωυσιάδης σ’ αυτό του το μυθιστόρημα. Και όπως γράφει και η Φιλησία:
Ξένε,
Θέσε το δάχτυλο εις τον τύπο των ήλων/
Και πιστός στην προτροπή της ποιήτριας, ο συγγραφέας ναι, κάνει αυτό ακριβώς.
fractalart.gr