Μπορεί να μην είναι καλλονές. Είναι όμως σούπερ ταλαντούχες ηθοποιοί.

12/09/2026

Μπορεί να μην είναι καλλονές. Είναι όμως σούπερ ταλαντούχες ηθοποιοί

Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Ολίβια Κόλμαν, Τζέσι Μπάκλεϊ: τρεις γυναίκες που απέδειξαν ότι, όταν υπάρχει μεγάλο ταλέντο, η ομορφιά γίνεται σχεδόν αδιάφορη

Υπήρξε μια εποχή που το Χόλιγουντ ήξερε πολύ καλά τι ζητούσε από μια γυναίκα για να την κάνει πρωταγωνίστρια. Ένα πρόσωπο σχεδόν αψεγάδιαστο, ένα σώμα που θα μπορούσε να φωτογραφηθεί από κάθε γωνία, μια ομορφιά αρκετά εντυπωσιακή ώστε να προηγείται μερικές φορές ακόμη και του ταλέντου.

Ευτυχώς, υπήρχαν πάντοτε οι εξαιρέσεις. Και σήμερα υπάρχουν γυναίκες που δεν χρειάστηκε ποτέ να γίνουν καλλονές για να κατακτήσουν την οθόνη. Μπορεί να έχουν κάτι από το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Να εμφανιστούν χωρίς μακιγιάζ, με ρυτίδες, με ατίθασα μαλλιά, με πρόσωπα που δεν υπακούουν στη γεωμετρία της κλασικής ομορφιάς.

Και ύστερα αρχίζουν να παίζουν. Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο: δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους.

Τρεις τέτοιες γυναίκες είναι η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, η Ολίβια Κόλμαν και η Τζέσι Μπάκλεϊ. Τρεις γενιές σχεδόν. Τρεις εντελώς διαφορετικές σχολές υποκριτικής. Και τρία πρόσωπα που αποδεικνύουν ότι η κάμερα, τελικά, δεν ερωτεύεται πάντοτε την τελειότητα. Ερωτεύεται την αλήθεια.

Φράνσις ΜακΝτόρμαντ – Η γυναίκα που αρνήθηκε να γίνει σταρ

Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ μοιάζει να έχει περάσει ολόκληρη την καριέρα της αρνούμενη ευγενικά —και μερικές φορές όχι τόσο ευγενικά— όλα όσα το Χόλιγουντ περίμενε από εκείνη. Δεν προσπάθησε να γίνει σύμβολο του σεξ. Δεν καλλιέργησε την εικόνα της σταρ. Δεν έκρυψε την ηλικία της. Δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αν η κάμερα θα συλλάβει μια ρυτίδα παραπάνω. Την ενδιέφερε ο άνθρωπος που υποδυόταν.

Γεννημένη το 1957, υιοθετήθηκε όταν ήταν βρέφος και μεγάλωσε σε διάφορες μικρές πόλεις των ΗΠΑ, ακολουθώντας την οικογένειά της. Σπούδασε θέατρο και αργότερα έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Yale. Το 1984 εμφανίστηκε στο Blood Simple, την πρώτη ταινία των αδελφών Κοέν. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τον Τζόελ Κοέν. Και από εκεί άρχισε μια από τις πιο ασυνήθιστες καριέρες του αμερικανικού κινηματογράφου.

Στο Fargo ήταν η έγκυος αστυνομικός Μαρτζ Γκάντερσον, με το τεράστιο μπουφάν, τα άχαρα χειμωνιάτικα ρούχα και εκείνη την ακαταμάχητη προφορά της Μινεσότα. Καμία προσπάθεια γοητείας. Κι όμως ήταν υπέροχη.

Στο Three Billboards Outside Ebbing, Missouri έγινε μια μητέρα γεμάτη οργή που απαιτεί απαντήσεις για τη δολοφονία της κόρης της. Στο Nomadland —το λάτρεψα— η κάμερα την ακολούθησε σχεδόν γυμνή από κάθε κινηματογραφικό στολίδι: ένα πραγματικό πρόσωπο ανάμεσα σε πραγματικούς ανθρώπους που ζουν στους δρόμους της Αμερικής.

Τρία Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου — Fargo, Three Billboards, Nomadland. Και ένα τέταρτο Όσκαρ ως παραγωγός του Nomadland. Μαζί με Emmy και Tony, βρίσκεται στη μικρή ομάδα ηθοποιών που έχουν κατακτήσει το λεγόμενο Triple Crown of Acting.

Αλλά οι αριθμοί δεν εξηγούν τη ΜακΝτόρμαντ. Το μυστικό της βρίσκεται μάλλον στο ότι δεν φοβάται να είναι αντιπαθητική.

Δεν ζητά από τον θεατή να την αγαπήσει. Δεν μαλακώνει έναν χαρακτήρα για να τον κάνει συμπαθή. Μπορεί να γίνει σκληρή, κουρασμένη, δύστροπη, παράλογη, αστεία. Και γι’ αυτό γίνεται αληθινή.

Έχει μάλιστα υπάρξει κάτι σαν πρότυπο για τη νεότερη Τζέσι Μπάκλεϊ. Η Μπάκλεϊ έχει πει ότι θαυμάζει ηθοποιούς όπως η ΜακΝτόρμαντ, η Κάθριν Χέπμπορν και η Μπέτι Ντέιβις, επειδή δεν παίζουν για να αρέσουν αλλά για να αποδώσουν ολόκληρη, σύνθετη και συχνά άβολη τη ζωή μιας γυναίκας.

Ολίβια Κόλμαν – Το συνηθισμένο πρόσωπο με τις χίλιες εκφράσεις

Αν συναντούσες την Ολίβια Κόλμαν στο σούπερ μάρκετ, πιθανότατα δεν θα γύριζες να την κοιτάξεις δεύτερη φορά. Κι αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα όπλα της. Το πρόσωπό της δεν αναγγέλλει την ηθοποιό. Δεν επιβάλλεται. Δεν σε προετοιμάζει γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Και ξαφνικά μεταμορφώνεται.

Στο Broadchurch μπορεί να είναι η αστυνομικός που κουβαλά τη θλίψη μιας ολόκληρης κοινότητας. Στο The Father μια κόρη που βλέπει τον πατέρα της να χάνεται μέσα στην άνοια. Στη Χαμένη Κόρη μια γυναίκα γεμάτη ενοχές και αντιφάσεις. Και στο The Favourite έγινε η βασίλισσα Άννα.

Εκεί ίσως φάνηκε περισσότερο από ποτέ το εύρος της: γελοία και τραγική, αυταρχική και παιδική, σκληρή και απελπιστικά μόνη — συχνά μέσα στην ίδια σκηνή.

Για την ερμηνεία της κέρδισε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Αργότερα ήρθε και το Emmy για τη βασίλισσα Ελισάβετ στο The Crown. Δύο βασίλισσες. Καμία σχέση μεταξύ τους. Κι όμως η ίδια γυναίκα.

Η Κόλμαν διαθέτει κάτι σπάνιο: μπορεί να περάσει από το κωμικό στο τραγικό χωρίς ο θεατής να καταλάβει ακριβώς πότε συνέβη η μετάβαση. Ένα μικρό σφίξιμο του στόματος. Ένα βλέμμα που κρατά μισό δευτερόλεπτο περισσότερο. Μια αμηχανία. Και ξαφνικά εκεί όπου γελούσες, πονάς.

Υπάρχει επίσης κάτι εξαιρετικά γήινο στον τρόπο με τον οποίο μιλά για τη δουλειά της. Παρά τα Όσκαρ, τα Emmy και τις… βασίλισσες, δεν έχει υιοθετήσει τον αέρα της μεγάλης ντίβας. Έχει μιλήσει ακόμη και για τον φόβο που πλέον αισθάνεται απέναντι στο θέατρο, λέγοντας ότι το stage fright έχει γίνει τόσο έντονο ώστε δεν ξέρει αν θα επιστρέψει στη σκηνή.

Και μετά υπάρχει η Τζέσι Μπάκλεϊ. Όταν η Μάγκι Τζίλενχαλ αναζητούσε τη νεότερη γυναίκα που θα έπαιζε τη Λίντα της Κόλμαν στη Χαμένη Κόρη, ρώτησε την ίδια ποια ηθοποιό θα πρότεινε. Η Κόλμαν σκέφτηκε αμέσως την Μπάκλεϊ. Δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα. Δεν είχαν την ίδια προφορά. Δεν υπήρχε η προφανής κινηματογραφική ομοιότητα.

Δεν είχε σημασία. Η Τζίλενχαλ αργότερα το συνόψισε θαυμάσια: δεν την ενδιέφερε αν έμοιαζαν. Την ενδιέφερε ότι ήταν και οι δύο εξαιρετικές ηθοποιοί. Και ίσως μόνο μια ηθοποιός πολύ ασφαλής μέσα στο ταλέντο της θα μπορούσε να προτείνει για τη νεότερη εκδοχή του εαυτού της μια γυναίκα που κινδύνευε να της κλέψει την ταινία.

Τζέσι Μπάκλεϊ – Η καινούργια μεγάλη

Η Τζέσι Μπάκλεϊ είναι η νεότερη της παρέας. Και ίσως η πιο απρόβλεπτη. Γεννήθηκε στην Ιρλανδία το 1989 και στα 18 της εμφανίστηκε σε τηλεοπτικό talent show του BBC, το I’d Do Anything, όπου αναζητούσαν τη νέα Νάνσι για μια παραγωγή του Oliver!. Βγήκε δεύτερη.

Αν κάποιος της έλεγε τότε ότι λιγότερο από δύο δεκαετίες αργότερα θα κρατούσε Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, ίσως να μην τον πίστευε. Ακολούθησε τη RADA, το θέατρο, τον Σαίξπηρ. Ύστερα ήρθαν το Beast, το Wild Rose, το Chernobyl, το Fargo, το παράξενο και υπνωτικό I’m Thinking of Ending Things, το Women Talking, το Men. Στο Cabaret έγινε Σάλι Μπόουλς και κέρδισε Olivier. Στη Χαμένη Κόρη έγινε η νεότερη εκδοχή της Ολίβια Κόλμαν και κέρδισε την πρώτη της υποψηφιότητα για Όσκαρ.

Και φέτος, με το Hamnet της Chloé Zhao, ήρθε η μεγάλη στιγμή: Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, μετά το BAFTA και μια σειρά ακόμη βραβείων για την ερμηνεία της ως Agnes, της γυναίκας του Σαίξπηρ και μητέρας που βιώνει την απώλεια του παιδιού της. Στην Μπάκλεϊ υπάρχει κάτι σχεδόν άγριο. Δεν ξέρεις ποτέ ακριβώς πού θα σε πάει. Μπορεί να είναι εύθραυστη και την επόμενη στιγμή εκρηκτική. Μπορεί να τραγουδήσει, να γίνει αστεία, ερωτική, βίαιη, παράξενη. Δεν μοιάζει να φοβάται μήπως τσαλακωθεί. Και ίσως γι’ αυτό η κάμερα την αγαπά. Η ίδια η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ έχει πει για εκείνη κάτι εξαιρετικό: ότι διαθέτει μια «έξυπνη καρδιά» και ξέρει πότε μια ιστορία χρειάζεται συναίσθημα χωρίς να γίνεται συναισθηματική.

Όταν το ταλέντο αλλάζει το πρόσωπο

Καμία από τις τρεις δεν ανταποκρίνεται απολύτως στην παλιά, στερεοτυπική ιδέα της κινηματογραφικής καλλονής.

Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ μπορεί να σταθεί ακίνητη μπροστά στην κάμερα και να γεμίσει την οθόνη. Η Ολίβια Κόλμαν μπορεί να αλλάξει ένα ολόκληρο συναίσθημα με μια κίνηση των ματιών. Η Τζέσι Μπάκλεϊ μπορεί να κάνει τον θεατή να νιώθει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί κάτι που δεν είχε προβλέψει. Δεν είναι πρόσωπα που ζητούν να τα θαυμάσεις. Σε αναγκάζουν να τα παρακολουθήσεις.

Λίγο πιο πέρα, λοιπόν, από την ομορφιά όπως την ορίζουμε στην εποχή μας; Μάλλον. Γιατί η ομορφιά μπορεί να αιχμαλωτίσει το βλέμμα για λίγα δευτερόλεπτα. Η μεγάλη υποκριτική, όμως, μπορεί να κάνει κάτι πολύ δυσκολότερο: να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις ένα ανθρώπινο πρόσωπο.

Κοιτάζεις τη ΜακΝτόρμαντ, την Κόλμαν, την Μπάκλεϊ στην αρχή μιας ταινίας και βλέπεις τρεις γυναίκες. Δύο ώρες αργότερα μπορεί να έχεις δει μια μάνα, μια βασίλισσα, μια δολοφόνο, μια εγκαταλελειμμένη γυναίκα, μια γυναίκα που εγκατέλειψε η ίδια τα παιδιά της, μια αστυνομικό, μια περιπλανώμενη εργάτρια, μια γυναίκα που θρηνεί.

Και τότε η αρχική σκέψη — «χμ, δεν είναι όμορφη» — ακούγεται σχεδόν αφελής. Γιατί ίσως αυτή να είναι η παράξενη δύναμη του μεγάλου ηθοποιού:δεν χρειάζεται να είναι όμορφος. Μπροστά στην κάμερα, όμως, γίνεται εκθαμβωτικά όμορφος.

Previous Story

Υποβοηθούμενος θάνατος: Ποιος έχει τον τελευταίο λόγο; Τι ψήφισε χθες η Βουλή των Κοινοτήτων στη Βρετανία;

Next Story

Μάικλ Τζ. Φοξ: Ο ηθοποιός που έκανε την ασθένειά του υπόθεση εκατομμυρίων ανθρώπων