Το “νηφάλιο” μήνυμα των ευρωεκλογών και ο υπαρκτός κίνδυνος να ανακρούσει πρύμναν το κυβερνών κόμμα ως προς την μεταρρυθμιστική του ατζέντα.

Οι αριθμοί είναι αυτοί που κυριαρχούν επί των εντυπώσεων. Και οι αριθμοί των ευρωεκλογών στη χώρα μας είναι πολύ αμφίβολο αν ικανοποιούν κατά τρόπο απόλυτο τους πρωταγωνιστές τους…

Γράφει ο Θάνος Οικονομόπουλος 

Κατ’ αρχήν, το γεγονός και μόνο ότι στις προηγούμενες εκλογές ψήφισαν περίπου 6 εκατομμύρια Έλληνες και σε τούτες σκάρτα 4 εκατομμύρια, είναι καταθλιπτικό, απογοητευτικό και πολυσήμαντο από μόνο του. Και η θηριώδης αποχή είναι λάθος να αποδίδεται στην κόπωση του εκλογικού σώματος, λόγω απανωτών εκλογικών αναμετρήσεων ή της… ξαπλώστρας. Δεν ωφελεί κανέναν η αυταπάτη…

Η ΝΔ δεν κατάφερε να πετύχει τον στόχο της (το πρόσημο του «3», τουλάχιστον), αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αναιδή προπέτειά του, πέρασε οδυνηρά κάτω από τον πήχυ που είχε θέσει ο κ. Κασσελάκης.

Το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε όχι μόνο να διασωθεί (κι ας μην πέτυχε να είναι δεύτερο κόμμα…) αλλά να ενισχύσει τη δύναμή του, συνεχίζοντας τις καλές επιδόσεις του σε όλες τις τελευταίες εκλογές. Κερδισμένος, κι ας μην πέρασε το όριο που είχε θέσει, και κ. Βελόπουλος, ο κυριότερος εκφραστής των ακραίων κομμάτων στα δεξιά της ΝΔ -τα οποία, όμως, συνολικά, αν και χωρίς οργανική και ιδεολογική ομογενοποίηση, συγκέντρωσαν ένα εντυπωσιακό 20%, ακολουθώντας την τάση που κυριάρχησε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Απογοητευτικό ηχηρό μήνυμα προς την παραδοσιακή ευρωπαϊκή πολιτική τάξη…

Είναι άξιον ερμηνείας για το συνολικό πολιτικό σκηνικό το ότι το σύστημα της συστημικής αντιπολίτευσης δεν κατόρθωσε να καρπωθεί την αποδυνάμωση της Νέας Δημοκρατίας. Αλλά σημασία για την αποκωδικοποίηση του φαινομένου είναι το ποια μεθοδολογία ανάλυσης-αποτίμησης του αποτελέσματος θα ακολουθηθεί.

Γεγονός είναι (το λένε οι αριθμοί) ότι η ΝΔ, παρά τη μείωσή της, κατάφερε να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη διαφορά σε ευρωεκλογές των τελευταίων ετών. Χάνει μόνο προς τα δεξιά της. Και υπολογίζεται ότι πήρε 800.000 ψήφους λιγότερες… Πήρε μικρότερο ποσοστό κατά 4% από τις τελευταίες ευρωεκλογές, σε σύγκριση με -12% που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό σημαίνει για το κυβερνών κόμμα (που ποτέ σε ευρωεκλογές δεν πήρε πάνω από 30-33%) ότι παρά το αρνητικό κλίμα διατηρεί εμφατικά τον πυρήνα της δύναμής του. Και μάλιστα σε ευρωεκλογές, πολύ μακριά από τις βουλευτικές, στις οποίες δεν υπήρχε άμεσο διακύβευμα για την «κανονικότητα» της χώρας.

Δεν είναι πολύ μακράν της πραγματικότητας ότι αναλογικά, και δεδομένης της τεράστιας αποχής, τα πρωταγωνιστικά κόμματα κρατούν σε γενικές γραμμές τις ποσοστιαίες δυνάμεις τους (μόνο το ΠΑΣΟΚ τις αυξάνει και, μάλιστα, προηγείται σε 23 περιφέρειες του ΣΥΡΙΖΑ!), κάτι που λογικά θα έπρεπε να οδηγήσει ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ σε σκέψεις (τουλάχιστον…) για απόπειρα σύγκλισής τους, προσπάθεια ανεύρεσης κοινών στόχων, κάτι που φαντάζει εντελώς απίθανη στις σημερινές συνθήκες, με την εντελώς προσωπική πολιτική που ακολουθεί ο αρχηγός του «Κόμματος Κασσελάκη» (του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή…).

Το ξεκάθαρα θετικό για τον κ. Μητσοτάκη είναι ότι έχει μπροστά του μια απαλλαγμένη εκλογικών αναμετρήσεων τριετία, στη διάρκεια της οποίας μπορεί και οφείλει να μεθοδεύσει και επισπεύσει τις μεταρρυθμίσεις που έχει εξαγγείλει (και για τις οποίες επανεξελέγη με το εντυπωσιακό 41%, μόλις πέρυσι), φυσικά και να προβληματιστεί για τις διαρροές προς τα δεξιά του, αλλά -προς Θεού!- να μην υποκύψει στα «θέλγητρα» εκείνων εντός και πέριξ της ΝΔ που του εισηγούνται κάποια στροφή επί το συντηρητικότερο, για να «ισοφαρίσει» τις όποιες απώλειες είχε από τον νόμο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, πιθανόν τη σταθερή στάση του στα εθνικά θέματα, το μεταναστευτικό. Διορθωτικές, σε οργάνωση και πρόσωπα, κινήσεις φυσικά και πρέπει να γίνουν. Άμεσα. Αλλά…

Αν, επηρεασμένος από τις εντυπώσεις των ευρωεκλογών, ανακρούσει πρύμναν σε αυτή την προοδευτική-μεταρρυθμιστική ατζέντα του, που έχει αποδειχθεί ότι, παρά τα λάθη και τις ολιγωρίες, αποτέλεσε και αποτελεί μακροπρόθεσμα το ισχυρότερο και αποτελεσματικότερο ατού του, θα είναι χειρότερο από έγκλημα, θα είναι ολέθριο λάθος.